close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

παράπλευρη απώλεια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παράπλευρη απώλεια < παράπλευρη + απώλεια ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική collateral damage)

Image Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

παράπλευρη απώλεια θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος) ακούσιες και απροσχεδίαστες αλλά επιβλαβείς συνέπειες ή ανθρώπινες απώλειες που οφείλονται σε στρατιωτικές επιχειρήσεις ή εμπλοκές
  2. (κατ’ επέκταση) ακούσιες και απροσχεδίαστες αλλά επιβλαβείς συνέπειες ή ανθρώπινες απώλειες που οφείλονται σε διάφορους άλλους λόγους

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]