ντουχιουντισμένος
Εμφάνιση
Κρητικά (el-crt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ντουχιουντισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ντουχιουντίζω
Μετοχή
[επεξεργασία]ντουχιουντισμένος, -η, -ο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη ντουχιουντίζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ντουχιουντισμένος
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- ντουχιουντίζω - Κασσωτάκης, Μιχάλης (2021). Το γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων του οροπεδίου Λασιθίου, Αθήνα: Έκδοση του Συνδέσμου Λασιθιωτών Ηρακλείου «ΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ», (αρχική έκδοση 2018) pdf σελ.550
- Ορφανός, Βασίλης (2020). Τουρκικά δάνεια στα Ελληνικά της Κρήτης, Propylaeum, Heidelberg University Library 2020 (DOI), download.σελ.1-405.pdf, 1η έκδοση:2014, σελ.240.