close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπασταρδευτείτε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Image Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

μπασταρδευτείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύομαι
  2. θα μπασταρδευτείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπασταρδεύομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύομαι