κλιματική ουδετερότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κλιματική ουδετερότητα < → δείτε τις λέξεις κλιματικός και ουδετερότητα (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική climate neutrality)
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]κλιματική ουδετερότητα θηλυκό
- (νεολογισμός, οικολογία) η κατάσταση κατά την οποία οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που προκαλεί μια δραστηριότητα, ένας οργανισμός ή μια κοινωνία ισοσκελίζονται πλήρως με την απορρόφηση ή αντιστάθμισή τους, ώστε να μη μεταβάλλεται το ισοζύγιο της ατμόσφαιρας
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
climate neutrality στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κλιματική ουδετερότητα