κατατακτήριος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]κατατακτήριος
- που έχει σχέση με την κατάταξη, αναφέρεται ή αποσκοπεί σ’ αυτή
- (ουσιαστικοποιημένο) κατατακτήριες
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κατατακτήριος
|
|