κάλλιο αργά παρά ποτέ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]κάλλιο αργά παρά ποτέ
- καλύτερα αργά, παρά ποτέ, αν κάτι γίνεται με καθυστέρηση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κάλλιο αργά παρά ποτέ
Πηγές
[επεξεργασία]- Μέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, τόμος 1, εκδ. οίκος Δ. Δημητράκου, 1933, λήμμα: αργά, σελ. 924