ιατροφαρμακευτικό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]ιατροφαρμακευτικό
- αιτιατική ενικού του ιατροφαρμακευτικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιατροφαρμακευτικός