εναλλακτικός τουρισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εναλλακτικός τουρισμός < → δείτε τις λέξεις εναλλακτικός και τουρισμός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική alternative tourism)
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]εναλλακτικός τουρισμός αρσενικόπολύ λεκτικός όρος
- (νεολογισμός) μορφή τουρισμού που αποφεύγει τα μαζικά πρότυπα και προωθεί βιωματικές εμπειρίες με σεβασμό στον άνθρωπο, στον τόπο και στο περιβάλλον
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εναλλακτικός τουρισμός