Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Νέα ελληνικά (el)
Εναλλαγή
Νέα ελληνικά (el)
υποενότητας
1.1
Ετυμολογία
1.2
Μετοχή
1.2.1
Μεταφράσεις
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
ασφαλτοστρωμένος
Προσθήκη γλωσσών
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Μετάβαση σε παλαιότερο αναλυτή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Νέα ελληνικά (el)
[
επεξεργασία
]
↓
πτώσεις
ενικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
ο
ασφαλτοστρωμέν
ος
η
ασφαλτοστρωμέν
η
το
ασφαλτοστρωμέν
ο
γενική
του
ασφαλτοστρωμέν
ου
της
ασφαλτοστρωμέν
ης
του
ασφαλτοστρωμέν
ου
αιτιατική
τον
ασφαλτοστρωμέν
ο
την
ασφαλτοστρωμέν
η
το
ασφαλτοστρωμέν
ο
κλητική
ασφαλτοστρωμέν
ε
ασφαλτοστρωμέν
η
ασφαλτοστρωμέν
ο
↓
πτώσεις
πληθυντικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
οι
ασφαλτοστρωμέν
οι
οι
ασφαλτοστρωμέν
ες
τα
ασφαλτοστρωμέν
α
γενική
των
ασφαλτοστρωμέν
ων
των
ασφαλτοστρωμέν
ων
των
ασφαλτοστρωμέν
ων
αιτιατική
τους
ασφαλτοστρωμέν
ους
τις
ασφαλτοστρωμέν
ες
τα
ασφαλτοστρωμέν
α
κλητική
ασφαλτοστρωμέν
οι
ασφαλτοστρωμέν
ες
ασφαλτοστρωμέν
α
Κατηγορία
όπως «
αγαπημένος
» -
Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Ετυμολογία
[
επεξεργασία
]
ασφαλτοστρωμένος
<
μετοχή
παθητικού
παρακειμένου
ασφαλτοστρώνω
Μετοχή
[
επεξεργασία
]
ασφαλτοστρωμένος
, -η, -ο
στρωμένος
με
άσφαλτο
ασφαλτοστρωμένος
δρόμος
Μεταφράσεις
[
επεξεργασία
]
ασφαλτοστρωμένος
γαλλικά
:
asphalté
(fr)
,
goudronné
(fr)
,
bitumé
(fr)
Κατηγορίες
:
Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
Νέα ελληνικά
Μετοχές (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
ασφαλτοστρωμένος
Προσθήκη γλωσσών
Προσθήκη θέματος