απολεξικοποιημένο ρήμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | απολεξικοποιημένο ρήμα | τα | απολεξικοποιημένα ρήματα |
| γενική | του | απολεξικοποιημένου ρήματος | των | απολεξικοποιημένων ρημάτων |
| αιτιατική | το | απολεξικοποιημένο ρήμα | τα | απολεξικοποιημένα ρήματα |
| κλητική | απολεξικοποιημένο ρήμα | απολεξικοποιημένα ρήματα | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απολεξικοποιημένο ρήμα < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική delexical(ised) verb[1] → δείτε τις λέξεις απολεξικοποιημένος και ρήμα
Προφορά
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]απολεξικοποιημένο ρήμα ουδέτερο
- (γλωσσολογία) ρήμα που συντάσσεται συνήθως με ουσιαστικό που φέρει την κυρία σημασία
- Στα ελληνικά: βγάζω φωνή (φωνάζω), βλέπω όνειρο (ονειρεύομαι), παίρνω απόφαση (αποφασίζω), δίνω εξέταση (εξετάζομαι), κάνω γυμναστική (γυμνάζομαι), έχω τη συνήθεια (συνηθίζω), νιώθω ντροπή (ντρέπομαι), βάζω φωτιά (ανάβω)
- Στα γαλλικά: prendre une douche/un bain (κάνω ντουζ/μπάνιο, κυριολ: παίρνω ένα ντουζ/ένα μπάνιο), prendre le petit déjeuner (τρώω πρωινό, κυριολ: παίρνω το πρωινό), voir/avoir un rêve (ονειρεύομαι, κυριολ: βλέπω/έχω ένα όνειρο)
- Στα σλοβακικά: robiť hluk (θορυβώ, κυριολ: κάνω θόρυβο), urobiť chybu (λαθεύω, κυριολ: κάνω λάθος), urobiť miesto (ανοίγω χώρο, κυριολ: κάνω χώρο) dať gól (βάζω γκολ, κυριολ: δίνω γκολ), dať pokyn (καθοδηγώ, κυριολ: δίνω οδηγίες) mať závrat (ζαλίζομαι, κυριολ: έχω ζάλη)
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Συχνά απολεξικοποιημένα ρήματα χρησιμοποιούνται με ξένους όρους στην καθομιλουμένη λ.χ. κάνω ντουζ (καταιονίζομαι), φαινόμενο που οφείλεται συνήθως στην απουσία ενός ρήματος που εκφράζει αυτό που θέλει ο ομιλητής π.χ. κάνω ντεμπαρασάζ/γιόγκα αλλά και συχνά απλώς από έλλειψη σκέψεως και την ανάγκη να εκφράσει κάτι χωρίς να το πολυσκεφτεί. Τα ρήματα που χρησιμοποιούνται στον σχηματισμό απολεξικοποιημένων ρημάτων είναι τα βασικότερα της ελληνικής γλώσσας όπως κάνω, δίνω, βγάζω, παίρνω, έχω, βάζω, νιώθω.
- Στην καθομιλουμένη και τη συνθηματική γλώσσα απολεξικοποιημένα ρήματα συνοδεύονται συχνότατα από κάποια μορφή του άρθρου π.χ. την πατάω, το παραξηλώνω, τα βάζω με, τα λέμε, την μπαίνω σε, τη λέω, τα πίνω, το σκάω, την κάνω, τα σπάει, του δίνω, τα καταφέρνω, τα κακαρώνω, τα κλάνω κ.ά.
- Ενίοτε στην ελληνική απολεξικοποιημένα ρήματα χρησιμοποιούνται με επιρρήματα π.χ. πέφτω έξω, κάνω πίσω/πέρα/γρήγορα, κόβω πέρα (και σε συνδυασμό με μορφή άρθρου: τα βγάζω πέρα). Αυτό το φαινόμενο είναι πολύ πιο συχνό στα αγγλικά όπου χρησιμοποιούνται και προθέσεις και μόρια με απολεξικοποιημένα ρήματα. → δείτε φραστικό ρήμα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] απολεξικοποιημένο ρήμα
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ απολεξικοποιημένος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)