close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

απολεξικοποιημένο ρήμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το απολεξικοποιημένο ρήμα τα απολεξικοποιημένα ρήματα
      γενική του απολεξικοποιημένου ρήματος των απολεξικοποιημένων ρημάτων
    αιτιατική το απολεξικοποιημένο ρήμα τα απολεξικοποιημένα ρήματα
     κλητική απολεξικοποιημένο ρήμα απολεξικοποιημένα ρήματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απολεξικοποιημένο ρήμα < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική delexical(ised) verb[1]  δείτε τις λέξεις απολεξικοποιημένος και ρήμα

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.po.le.ksi.ko.pi.iˈme.no ˈɾi.ma/

Image Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

απολεξικοποιημένο ρήμα ουδέτερο

  • (γλωσσολογία) ρήμα που συντάσσεται συνήθως με ουσιαστικό που φέρει την κυρία σημασία
    Στα ελληνικά: βγάζω φωνή (φωνάζω), βλέπω όνειρο (ονειρεύομαι), παίρνω απόφαση (αποφασίζω), δίνω εξέταση (εξετάζομαι), κάνω γυμναστική (γυμνάζομαι), έχω τη συνήθεια (συνηθίζω), νιώθω ντροπή (ντρέπομαι), βάζω φωτιά (ανάβω)
    Στα γαλλικά: prendre une douche/un bain (κάνω ντουζ/μπάνιο, κυριολ: παίρνω ένα ντουζ/ένα μπάνιο), prendre le petit déjeuner (τρώω πρωινό, κυριολ: παίρνω το πρωινό), voir/avoir un rêve (ονειρεύομαι, κυριολ: βλέπω/έχω ένα όνειρο)
    Στα σλοβακικά: robiť hluk (θορυβώ, κυριολ: κάνω θόρυβο), urobiť chybu (λαθεύω, κυριολ: κάνω λάθος), urobiť miesto (ανοίγω χώρο, κυριολ: κάνω χώρο) dať gól (βάζω γκολ, κυριολ: δίνω γκολ), dať pokyn (καθοδηγώ, κυριολ: δίνω οδηγίες) mať závrat (ζαλίζομαι, κυριολ: έχω ζάλη)

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Image Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. απολεξικοποιημένος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)