close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

αντικειμενοστρεφής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντικειμενοστρεφής η αντικειμενοστρεφής το αντικειμενοστρεφές
      γενική του αντικειμενοστρεφούς* της αντικειμενοστρεφούς του αντικειμενοστρεφούς
    αιτιατική τον αντικειμενοστρεφή την αντικειμενοστρεφή το αντικειμενοστρεφές
     κλητική αντικειμενοστρεφή(ς) αντικειμενοστρεφής αντικειμενοστρεφές
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντικειμενοστρεφείς οι αντικειμενοστρεφείς τα αντικειμενοστρεφή
      γενική των αντικειμενοστρεφών των αντικειμενοστρεφών των αντικειμενοστρεφών
    αιτιατική τους αντικειμενοστρεφείς τις αντικειμενοστρεφείς τα αντικειμενοστρεφή
     κλητική αντικειμενοστρεφείς αντικειμενοστρεφείς αντικειμενοστρεφή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αντικειμενοστρεφής < αντικείμενο + -στρεφής Δείτε και τη συζήτηση σελίδας.

Image Επίθετο

[επεξεργασία]

αντικειμενοστρεφής, -ής, -ές

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]