ανακατασκευασμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]ανακατασκευασμένος
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανακατασκευάζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανακατασκευασμένος
|
|
ανακατασκευασμένος
|
|
Get our FREE eBook "10 Programming Tips That Changed Everything" when you subscribe!
No spam. Unsubscribe anytime.