ακούω τα σχολιανά μου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]ακούω τα σχολιανά μου
- (προφορικό) με μαλώνουν (έντονα) για παραλείψεις ή λάθη μου, δέχομαι επιπλήξεις
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ακούω τα σχολιανά μου
|
|