Φραντς Ξάφερ Βίντερχαλτερ
Ο Φραντς Ξάφερ Βίντερχαλτερ (γερμ. Franz Xaver Winterhalter, 20 Απριλίου 1805 - 8 Ιουλίου 1873) ήταν Γερμανός ζωγράφος και λιθογράφος, γνωστός για τα κολακευτικά του πορτραίτα μελών της βασιλικής και ανώτερης κοινωνίας στα μέσα του 19ου αιώνα. Το όνομά του συνδέεται με την μόδα της προσωπογραφίας. Μεταξύ των πιο γνωστών έργων του είναι η Αυτοκράτειρα Ευγενία περιβαλλόμενη από τις κυρίες επί των τιμών (1855), καθώς και τα πορτραίτα της αυτοκράτειρας Ελισάβετ της Αυστρίας (1865).
Βιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πρώτα χρόνια και σπουδές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Γεννήθηκε το 1805 στο χωριό Μέντσενσβαντ στο Σανκτ Μπλάζιεν του Μέλανος Δρυμού στη νοτιοδυτική Γερμανία. Ήταν το έκτο από τα οκτώ παιδιά του Φίντελ Βίντερχαλτερ (1773 - 1863), αγρότη και παραγωγού ρετσινιού, και της Εύα Μάιερ (1765 - 1838). Εκτός του Φραντς Ξάφερ, άλλα τρία παιδιά της οικογένειας επιβίωσαν της παιδικής ηλικίας, ενώ ένας από τους αδελφούς του, ο Χέρμανν (1808 - 1891), έγινε και αυτός ζωγράφος.
Έλαβε παιδεία στο Βενεδικτινό μοναστήρι του Αγίου Βλασίου στο Σανκτ Μπλάζιεν και σε ηλικία 13 ετών έφυγε από το Μέντσενσβαντ για να σπουδάσει σχέδιο και χαρακτική. Εργάστηκε ως σχεδιαστής και λιθογράφος στο εργαστήρι του Καρλ Λούντβιχ Σύλερ στο Φράιμπουργκ ιμ Μπρέσγκαου. Το 1823 πήγε στο Μόναχο έχοντας ως χορηγό το Βαρόνο φον Άιχταλ και δύο χρόνια μετά έλαβε επιχορήγηση από το Λουδοβίκο Α΄ της Βάδης για να σπουδάσει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της πρωτεύουσας υπό τον Πέτερ φον Κορνέλιους. Η διδακτική μέθοδος του Κορνέλιους του προξενούσε δυσφορία, αλλά βρήκε μέντορα στο πρόσωπο του Γιόζεφ Καρλ Στίλερ, ο οποίος ήταν περιζήτητος ζωγράφος πορτραίτων. Παράλληλα, κέρδιζε τα προς το ζην ως λιθογράφος.
Άνοδος του καλλιτέχνη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 1828 έγινε δάσκαλος σχεδίου της Σοφίας, Μαργραβίνης της Βάδης, και εισήχθη στο περιβάλλον της βασιλικής Αυλής. Το διάστημα 1832-34 ταξίδεψε στην Ιταλία με την υποστήριξη του συζύγου της μαργραβίνης Σοφίας, Λεοπόλδου, πλέον Μεγάλου Δούκα της Βάδης. Εκεί ζωγράφισε τοπία στο ρομαντικό στυλ και επηρεάστηκε από τους ζωγράφους Λουί Λεοπόλντ Ρομπέρ και Οράς Βερνέ. Όταν επέστρεψε στην Καρλσρούη, πρωτεύουσα του Μεγάλου Δουκάτου της Βάδης, ζωγράφισε τα πορτραίτα του μεγάλου δουκικού ζεύγους και ορίστηκε ζωγράφος της δουκικής Αυλής.
Παρ' όλα αυτά, έφυγε από τη Βάδη για τη Γαλλία, όπου παρουσίασε το έργο του Il dolce Farniente, μια σκηνή ιταλικής υπαίθρου, στο Σαλόν του 1836 στο Παρίσι και έχαιρε εκτίμησης. Το επόμενο έργο του έγινε επίσης δεκτό με ενθουσιασμό, ενώ το 1838 παρουσίασε στο Σαλόν ένα πορτραίτο του Πρίγκιπα του Βαγκράμ με την κόρη του. Το ίδιο έτος ζωγράφισε τη βασίλισσα Λουίζα του Βελγίου με το γιο της, Λεοπόλδο. Πιθανότατα μέσω αυτού του πίνακα έγινε γνωστός στη μητέρα της Λουίζας, βασίλισσα Μαρία Αμαλία της Γαλλίας, και σύντομα ορίστηκε αυλικός ζωγράφος του Λουδοβίκου Φιλίππου της Γαλλίας. Ο Βασιλιάς του ανέθεσε πάνω από τριάντα έργα που απεικόνιζαν την οικογένειά του και ο Βίντερχαλτερ απέκτησε φήμη στους κύκλους της αριστοκρατίας. Η τεχνοτροπία που ακολουθούσε βασιζόταν σε κολακευτικά πορτραίτα που έφεραν μεγάλη ομοιότητα με τον εικονιζόμενο και το συνδυασμό μεγαλοπρέπειας και της μόδας της εποχής.
Όμως, η φήμη του Βίντερχαλτερ στους ομοτέχνους του επλήγη, καθώς δεν θεωρούσαν την τέχνη του σοβαρή και τον κατέταξαν σε προσωπογράφο. Ο ίδιος ο Βίντερχαλτερ πίστευε ότι οι προσωπογραφίες βασιλικών προσώπων θα ήταν κάτι προσωρινό έως την επιστροφή του σε θεματικούς πίνακες και την επακόλουθη ακαδημαϊκή καταξίωση. Τελικά, η επιτυχία που έφεραν τα πορτραίτα του τον καταδίκασε στο συγκεκριμένο είδος, φέροντας, παρ' όλα αυτά, οικονομική ευμάρεια στο ζωγράφο.
Μία από τους μεγαλύτερους πάτρωνές του ήταν η Βικτωρία του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο Βίντερχαλτερ επισκέφθηκε πρώτη φορά το Ηνωμένο Βασίλειο το 1842 και επέστρεψε πολλές φορές για να ζωγραφίσει τη Βασίλισσα, τον πρίγκιπα Αλβέρτο και την πολυμελή οικογένειά τους, παράγοντας συνολικά 120 έργα. Ζωγράφισε, ακόμη, πολλά μέλη της αγγλικής αριστοκρατίας.
Εδραίωση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η πτώση του Λουδοβίκου Φιλίππου δεν είχε αντίκτυπο στην καριέρα του. Μετακόμισε στην Ελβετία, αλλά επέστρεφε στο Παρίσι, το οποίο έγινε το σπίτι του έως λίγα χρόνια πριν το θάνατό του. Όταν ο Ναπολέων Γ΄ έγινε αυτοκράτορας της Γαλλίας, ο Βίντερχαλτερ έλαβε τη θέση του αυτοκρατορικού αυλικού ζωγράφου και έγινε πολύ δημοφιλής. Μάλιστα, η αυτοκράτειρα Ευγενία αγαπούσε πολύ τα έργα του και του ζήτησε να τη ζωγραφίσει μαζί με τις κυρίες επί των τιμών της. Το έργο Η Αυτοκράτειρα Ευγενία περιβαλλόμενη από τις κυρίες επί των τιμών (1855) έγινε ένα από τα αριστουργήματά του και εξετέθη στην Έκθεση των Παρισίων το 1855, όπου γνώρισε μεγάλη επιτυχία.
Εκτός από τη βρετανική και τη γαλλική Αυλή, ο Βίντερχαλτερ επισκέφθηκε τις βασιλικές Αυλές της Ισπανίας, της Ρωσίας, του Βελγίου, του Μεξικού και πολλών γερμανικών πριγκιπάτων τις δεκαετίες του 1850 και 1860. Εκεί ζωγράφισε πολλούς ευγενείς και μέλη βασιλικών οικογενειών, όπως την Ισαβέλλα Β΄ της Ισπανίας με την κόρη της, τη χήρα αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα Φεοντόροβνα της Ρωσίας και τις κόρες της, Όλγα και Μαρία, την αυτοκράτειρα Μαρία Αλεξάνδροβνα της Ρωσίας και την κόρη της, Μαρία, το Μαξιμιλιανό και την Καρλόττα του Μεξικού, το Φρειδερίκο της Πρωσίας με τη σύζυγο και τα δύο παιδιά τους, και απέκτησε το προσωνύμιο "ο ζωγράφος των πριγκίπων".
Το 1864 επισκέφθηκε την Αγγλία για τελευταία φορά και το ίδιο έτος ταξίδεψε στην αυτοκρατορική Αυλή της Βιέννης. Εκεί, ζωγράφισε τα πορτραίτα του Φραγκίσκου Ιωσήφ και της Ελισάβετ της Αυστρίας, της οποίας το πορτραίτο με τα διαμαντένια αστέρια στα μαλλιά της (1865) αποτελεί τη διασημότερη απεικόνιση της Αυτοκράτειρας και ένα από τα γνωστότερα έργα του Βίντερχαλτερ.
Τελευταία χρόνια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Για να βγάζει εις πέρας τα έργα που του ανατίθεντο, καθώς και αντίγραφά τους, ο Βίντερχαλτερ απασχολούσε πολλούς βοηθούς. Ήταν ένας από τους λίγος καλλιτέχνες που είχαν τόσο μεγάλη βασιλική υποστήριξη και αναμετριόταν με τη φήμη του Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, του Άντονυ βαν Ντάυκ και του Τόμας Λώρενς. Αναζητούσε ανάπαυση από την εργασία του στην Ελβετία, την Ιταλία και κυρίως στην πατρίδα του, τη Γερμανία. Παρά την επιτυχία, παρέμεινε λιτός και απλός και ζούσε χωρίς πολυτέλειες. Το 1859 αγόρασε μια βίλλα στο Μπάντεν-Μπάντεν, το αγαπημένο του θέρετρο.
Καθώς γερνούσε, οι δεσμοί του με τη Γαλλία έχαναν την ισχύ τους, ενώ ενδυναμώνονταν εκείνοι με την πατρίδα του. Στο ξέσπασμα του Γαλλοπρωσικού Πολέμου (1870) βρισκόταν στην Ελβετία για θεραπεία. Μετά τον πόλεμο δεν επέστρεψε στο Παρίσι, αλλά εγκαταστάθηκε στην Καρλσρούη. Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του ζωγράφιζε πολύ λίγο. Κατά τη διάρκεια επίσκεψης στη Φραγκφούρτη το καλοκαίρι του 1873 αρρώστησε με τύφο και πέθανε σε ηλικία 69 ετών. Ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο της πόλης. Ο τάφος του σχεδιάστηκε από τον Όσκαρ Ζόμμερ και το επιτάφιο γλυπτό από το Γκούσταφ Κάουπερτ.[12]
Το 2008 ιδρύθηκε το Μικρό Σαλόν (Le Petit Salon), μουσείο τέχνης αφιερωμένο στο Βίντερχαλτερ στη γενέτειρά του, το Μέντσενσβαντ.
Στυλ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Παρότι ο Βίντερχαλτερ ξεκίνησε τη ζωγραφική του σταδιοδρομία με τοπία, έγινε ευρέως γνωστός ως προσωπογράφος. Το στυλ του εξελίχθηκε κυρίως κατά την παραμονή του στη Γαλλία· από τα πρώιμα πορτραίτα της βρετανικής και γαλλικής βασιλικής οικογένειας και αριστοκρατίας σε χαλαρό αλλά επίσημο ύφος, στα πιο πομπώδη, πολυτελή και εκφραστικά του ηδονισμού της εποχής της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας. Θεωρείται ότι οι γυναίκες που απεικονίζει κατά την ώριμη περίοδό του δεν είναι πλέον συνεσταλμένες και απόμακρες, ενώ οι άντρες ενέπνευσαν κάποιες πρωτότυπες συνθέσεις. Κατάφερε να απεικονίσει αυτό που ήθελαν οι πελάτες του να προβάλουν, με πολλή θεατρικότητα, πλούσια και λεπτομερή ενδυμασία και αρκετό ιδεαλισμό. Ζωγράφιζε πολύ γρήγορα και πολλές φορές δεν είχε προσχέδιο, αλλά ξεκινούσε κατευθείαν στον καμβά, και πολλά έργα του αντιγράφονταν σε πίνακες ή λιθογραφίες.
Έργα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μερικά από τα έργα του είναι τα εξής:
- Il dolce farniente (1836).
- Λεοπόλδος Α΄ του Βελγίου (1840).
- Πορτραίτο της Δούκισσας του Νεμούρ (1840).
- Πορτραίτο του Λουδοβίκου Φιλίππου της Γαλλίας (1841).
- Βασίλισσα Βικτωρία (1842).
- Λεονίλλα, Πριγκίπισσα του Ζάυν-Βίττγκενσταϊν-Ζάυν (1843).
- Πορτραίτο του Αλβέρτου Εδουάρδου, Πρίγκιπα της Ουαλίας (1846).
- Πορτραίτο της Δούκισσας του Μονπενσιέ (1847).
- 1η Μαΐου 1851 (1851).
- Φλορίντα (1853).
- Πορτραίτο του Ναπολέοντα Γ΄ (1853).
- Η Αυτοκράτειρα Ευγενία περιβαλλόμενη από τις κυρίες επί των τιμών (1855).
- Μεγάλη Δούκισσα Μαρία της Ρωσίας, Δούκισσα του Λόιχτενμπεργκ (1856).
- Πορτραίτο της κυρίας Ρίσμκυ-Κορσακόφ (1858).
- Πριγκίπισσα Τατιάνα Αλεξάντροβνα Γιουσούποβα (1858).
- Πριγκίπισσα Άννα της Πρωσίας (1858).
- Κρατικό Πορτραίτο της βασίλισσας Βικτωρίας (1859).
- Η Αυτοκράτειρα Ελισάβετ με φόρεμα χοροεσπερίδας (1865).
- Πορτραίτο της δεσποινίδας Έιντα Καλχούν (1867).
- Πορτραίτο της Ζοφία Ποτόκα, Κόμισσας Ζαμόυσκα (1870).
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: «Gemeinsame Normdatei» (Γερμανικά) Ανακτήθηκε στις 27 Απριλίου 2014.
- 1 2 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. 12115921g. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2015.
- ↑ «Franz Xaver Winterhalter» (Ολλανδικά) 85018.
- 1 2 3 4 rkd
.nl ./en /explore /artists /record?query=franz+xaver+winterhalter&start=0 - ↑ (Ολλανδικά) RKDartists. 85018.
- 1 2 (Αγγλικά) Find A Grave. Ανακτήθηκε στις 12 Ιουλίου 2024.
- 1 2 3 4 00160603.
- 1 2 3 (Αγγλικά) Union List of Artist Names. 500007953.
- 1 2 Portret van koningin Sophie 1863. Ανακτήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2021.
- ↑ kmska
.be . Ανακτήθηκε στις 2 Μαΐου 2024./collection /work /data /ekcx4t - 1 2 (Ολλανδικά) RKDartists. 85018. Ανακτήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.
- ↑ Björn Wissenbach: Franz Xaver Winterhalter. Painter. ( Archived from the original on October 21, 2016 ). In: wo-sie-ruhen.de .