Φραγκίσκος Ερρίκος του Μονμορανσύ
Ο Φραγκίσκος Ερρίκος του Μονμορανσύ-Μπουτβίλ, δούκας του Πινέ-Λουξεμπούρ, γαλλ.: François-Henri de Montmorency, duc de Luxembourg, κοινώς γνωστός ως Λουξεμπούρ (8 Ιανουαρίου 1628 - 4 Ιανουαρίου 1695), με το παρωνύμιο «ο Ταπετσιέρης της Νοτρ-Νταμ» (Le Tapissier de Notre-Dame), ήταν Γάλλος στρατηγός και στρατάρχης της Γαλλίας. Σύντροφος και διάδοχος του Λουδοβίκου Β΄ του Μεγάλου Κοντέ, ήταν ένας από τους πιο καταξιωμένους στρατιωτικούς διοικητές των αρχών της σύγχρονης περιόδου, και είναι ιδιαίτερα γνωστός για τα κατορθώματά του στον Γαλλο-Ολλανδικό Πόλεμο και τον Πόλεμο της Μεγάλης Συμμαχίας. Χωρίς να είναι σωματικά επιβλητικός, καθώς ήταν λεπτός και κυφός, ο Λουξεμπούρ ήταν παρ' όλα αυτά ένας από τους σπουδαιότερους στρατηγούς της Γαλλίας. [6]
Νεανική ζωή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Φραγκίσκος Ερρίκος του Μονμορανσύ γεννήθηκε στο Παρίσι. Ο πατέρας του, Φραγκίσκος του Μονμορανσύ-Μπουτβίλ, είχε εκτελεστεί έξι μήνες πριν από τη γέννησή του, επειδή συμμετείχε σε μονομαχία εναντίον του μαρκησίου ντε Μπεβρόν. Η θεία του, Καρλόττα Μαργαρίτα του Μονμορανσύ, πριγκίπισσα του Κοντέ, ανέλαβε την επιμέλειά του και τον εκπαίδευσε με τον γιο της, τον δούκα του Ανγκιάν. Ο νεαρός Μονμορανσύ (ή Μπουτβίλ όπως τον έλεγαν τότε) προσκολλήθηκε στον εξάδελφό του και μοιράστηκε τις επιτυχίες και τις αποτυχίες του σε όλες τις ταραχές της εξέγερσης της Σφενδόνης. Επέστρεψε στη Γαλλία το 1659, και του δόθηκε χάρη, και ο Κοντέ, τότε πολύ δεμένος με τη δούκισσα του Σατιγιόν, αδελφή του Μονμορανσύ, που έκανε τον γάμο τού οπαδού και εξαδέλφου της με τη μεγαλύτερη κληρονόμο τής Γαλλίας, τη Μαγδαληνή του Λουξεμβούργου, πριγκίπισσα του Τινγκρί (Tingry) και κληρονόμο του δουκάτου του Λουξεμβούργου (1661), μετά τον οποίο έγινε δούκας του Λουξεμβούργου και ευγενής της Γαλλίας. [7]
Ο Λουξεμπούρ ως στρατηγός
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πόλεμος της Αποκέντρωσης και ο Γαλλο-Ολλανδικός Πόλεμος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κατά την έναρξη του Πολέμου της Αποκέντρωσης (1667–68), ο Κοντέ, και κατά συνέπεια ο Λουξεμπούρ, δεν είχαν διοίκηση, αλλά κατά τη διάρκεια της δεύτερης εκστρατείας υπηρέτησε ως υποστράτηγος του Κοντέ στην κατάκτηση της Φρανς-Κοντέ . Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών ειρήνης που ακολούθησαν, ο Λουξεμπούρ καλλιέργησε την εύνοια του Λουβουά, και το 1672 ανέλαβε υψηλόβαθμη διοίκηση εναντίον των Ολλανδών κατά τη διάρκεια του Γαλλο-Ολλανδικού Πολέμου (1672–1678). [7] Νίκησε μία αντεπίθεση του Γουλιέλμου Γ΄ πρίγκιπα της Οράγγης στο Βερντέν, αλλά μπλοκαρίστηκε από την Ολλανδική Υδατική Γραμμή. Στις 27 Δεκεμβρίου οι πλημμύρες πάγωσαν, και άρχισε να διασχίζει τον πάγο, αλλά μία ξαφνική τήξη του πάγου μείωσε τη δύναμή του στο μισό. Υποχωρώντας, ο ντε Λουξεμπούρ βρήκε την οχυρωμένη πόλη Μπόντεγκρεβεν εγκαταλελειμμένη από τη φρουρά της, και διέταξε ολόκληρο τον άμαχο πληθυσμό να καεί ζωντανός μαζί με τα σπίτια τους. Η ολλανδική αντιγαλλική προπαγάνδα εκμεταλλεύτηκε γρήγορα αυτή τη σφαγή, και όταν ο ντε Λουξεμπούρ καυχήθηκε στον Λουδοβίκο ΙΔ΄ ότι είχε σφάξει όποιον Ολλανδό μπορούσε να βρει στην πόλη, εξεπλάγη, όταν διαπίστωσε ότι ορισμένοι στην αυλή θεωρούσαν τέτοιες σκληρότητες περιττές. Το 1673 πραγματοποίησε την περίφημη υποχώρησή του από την Ουτρέχτη στο Μάαστριχτ με μόνο 20.000 άνδρες έναντι 70.000, ένα κατόρθωμα που τον κατέταξε στην πρώτη τάξη των στρατηγών. Το 1674 έγινε αρχηγός της Σωματοφυλακής και το 1675 στρατάρχης της Γαλλίας. [7]
Στις 10 Μαρτίου 1676 (NS) διορίστηκε διοικητής της Στρατιάς του Ρήνου αντικαθιστώντας τον Κοντέ, ο οποίος είχε κακή υγεία. [8] Ωστόσο, δεν μπόρεσε να ανακουφίσει την πολιορκία του Φίλιπσμπουργκ. Αυτό το φρούριο είχε περικυκλωθεί από αυτοκρατορικά στρατεύματα υπό τον Κάρολο Ε΄ δούκα της Λωρραίνης, την 1η Μαΐου. Ο Λουξεμπούρ δεν μπόρεσε ούτε να διασπάσει τις άμυνες του Βίσεμπουργκ που είχαν εδραιώσει οι Αυτοκρατορικοί, ούτε να τους οδηγήσει σε μάχη. Το Φίλιπσμπουργκ έπεσε στις 17 Σεπτεμβρίου. Το 1677 εισέβαλε στη Βαλανσιέν και νίκησε ξανά τον Γουλιέλμο Γ΄ της Οράγγης στο Κάσελ. Το 1678 ο Γουλιέλμος Γ΄ ανάγκασε τον Λουξεμπούρ να εγκαταλείψει τις θέσεις του στο Σαιν-Ντενί μετά την υπογραφή της Ειρήνης του Νάιμεχεν. Παρά ταύτα, η φήμη του ήταν πλέον υψηλή, και φημολογείται ότι διαφώνησε με τον Λουβουά, ο οποίος κατάφερε να τον εμπλέξει στην «Υπόθεση των Δηλητηρίων» και να τον στείλει στη Βαστίλη. Ο Ρουσέ στο έργο του «Ιστορία του Λουβουά» έχει δείξει, ότι αυτή η διαμάχη είναι πιθανώς απόκρυφη. Ο Λουξεμπούρ αναμφίβολα πέρασε μερικούς μήνες του 1680 στη Βαστίλη, αλλά μετά την απελευθέρωσή του ανέλαβε τη θέση του στην Αυλή ως διοικητής των φρουρών . [7]
Πόλεμος της Μεγάλης Συμμαχίας 1688-97
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το 1690, κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Μεγάλης Συμμαχίας, ο Λουξεμπούρ ανέλαβε τη διοίκηση τού στρατού τού βασιλιά Λουδοβίκου στις Ισπανικές Κάτω Χώρες, αντικαθιστώντας τον Λουδοβίκο ντε Κρεβάν, δούκα του Υμιέρ. Την 1η Ιουλίου 1690 κέρδισε τη μεγαλύτερη νίκη του επί του συμμαχικού διοικητή του Γουλιέλμου, πρίγκιπα του Βάλντεκ, στο Φλερύ. Στρατηγικά, ωστόσο, η μάχη δεν άλλαξε πολύ τα πράγματα. Τον επόμενο χρόνο, το ιππικό του έδειξε την ανωτερότητά του στο Λεζ, παρά το γεγονός ότι τελικά υποχώρησε.
Στην επόμενη εκστρατεία, κάλυψε την πολιορκία του Ναμύρ από τον βασιλιά το 1692 και απέκρουσε μία αιφνιδιαστική επίθεση του Γουλιέλμου Γ΄ στο Στένκερκ το 1692. Στις 29 Ιουλίου 1693 κέρδισε την πιο διάσημη από τις μάχες του επί τού αιώνιου αντιπάλου του στο Νίρβιντεν, μετά την οποία ονομάστηκε "Le Tapissier de Nôtre Dame" (Ο Ταπετσιέρης της Παναγίας των Παρισίων) λόγω του αριθμού των αιχμαλωτισμένων εχθρικών σημαιών, που έστειλε στον καθεδρικό ναό. Ωστόσο, η τελευταία του νίκη θα στερούνταν στρατηγικών αποτελεσμάτων. Οι βαριές απώλειες που υπέστη ο στρατός του, σταμάτησαν την εκστρατεία του, και οι στρατιώτες του στασίασαν, μετά την οποία ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ διέταξε τον Λουξεμπούρ να επιστρέψει στα γαλλικά σύνορα. Έγινε δεκτός με ενθουσιασμό στο Παρίσι από όλους εκτός από τον βασιλιά, ο οποίος κοίταξε ψυχρά έναν συγγενή και οπαδό των Κοντέ. Ο Λουί ντε Σαιντ-Σιμόν περιγράφει στον πρώτο τόμο των Απομνημονευμάτων του, πώς αντί να καταταχθεί ως ο 18ος ευγενής τής Γαλλίας σύμφωνα με το δίπλωμά του τού 1661, διεκδίκησε μέσω τής συζύγου του ότι ήταν δούκας του Πινέ, ενός παλαιού τίτλου ευγενείας του 1571, κάτι που θα τον τοποθετούσε δεύτερο στον κατάλογο. Η υπόθεση περιγράφεται με το συνηθισμένο ενδιαφέρον του Σαιντ-Σιμόν για την ευγενή τάξη, και ελέγχθηκε κυρίως μέσω τής επιμέλειάς του. [9]
Στην εκστρατεία του 1694, ο Λουξεμπουρ δεν έκανε πολλά στη Φλάνδρα, εκτός από το να πραγματοποιήσει μία περίφημη πορεία από το Βινεμόν προς το Τουρνέ απέναντι στον εχθρό. [9]
Το τέλος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κατά την επιστροφή του στις Βερσαλλίες για τον χειμώνα, αρρώστησε και απεβίωσε. Στις τελευταίες του στιγμές τον συνόδευε ο διάσημος Ιησουίτης ιερέας Μπουρνταλού, ο οποίος είπε κατά το τέλος εκείνου: «δεν έζησα τη ζωή του, αλλά θα ήθελα να πεθάνω τον θάνατό του». Ο Λουξεμπούρ θεωρούνταν ανήθικος, ακόμη και εκείνη την εποχή, αλλά ως στρατηγός ήταν ο σπουδαιότερος μαθητής τού Κοντέ. Αν και νωθρός όπως ο Κοντέ στη διαχείριση μίας εκστρατείας, τη στιγμή τής μάχης φαινόταν να τον κατακλύζουν χαρούμενες εμπνεύσεις, στις οποίες κανένας ζήλος του Γουλιέλμου Γ΄ και καμία σταθερότητα Ολλανδών ή Άγγλων στρατιωτών δεν μπορούσαν να αντισταθούν. Το τέλος του και η ντροπή τού Νικολά Κατινά κλείνουν τη δεύτερη περίοδο τής στρατιωτικής ιστορίας τής βασιλείας τού Λουδοβίκου ΙΔ΄. [9]
Υστεροφημία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Σαιντ-Σιμόν είπε για το Λουξεμπούρ:
...στους τελικούς του υπολογισμούς κανείς δεν ήταν ποτέ πιο ευσυνείδητος από τον κ. ντε Λουξεμπούρ· κανείς πιο λαμπρός, συνετός και διορατικός απέναντι στον εχθρό ή στη μάχη. Είχε τόλμη και αυτοπεποίθηση, και ταυτόχρονα μία ψυχραιμία που του επέτρεπε να παρατηρεί και να προβλέπει εν μέσω του πιο άγριου κανονιοβολισμού, σε επικίνδυνα κρίσιμες στιγμές. Τότε ήταν που ήταν πραγματικά σπουδαίος. Σε όλες τις άλλες στιγμές ήταν η ίδια η αδράνεια· καμία άσκηση, εκτός από τις απολύτως απαραίτητες· τζόγος· συνομιλία με οικείους· κάθε βράδυ ένα μικρό δείπνο· σχεδόν πάντα με την ίδια παρέα, και, αν τύχαινε να βρίσκονται κοντά σε μία πόλη, μία ευχάριστη συναναστροφή των δύο φύλων. [10]
Διακρινόταν για το έντονο χιούμορ του. Μία από τις απαντήσεις του αναφερόταν στην παραμόρφωσή του. «Δεν θα μπορέσω ποτέ να νικήσω αυτόν τον καταραμένο καμπούρη», λέγεται ότι είπε ο Γουλιέλμος Γ΄ γι' αυτόν. «Πώς ξέρει ότι έχω καμπούρα;» απάντησε ο Λουξεμπούρ, «δεν έχει δει ποτέ την πλάτη μου». Άφησε τέσσερις γιους, ο νεότερος από τους οποίους έγινε στρατάρχης της Γαλλίας ως μαρσάλ ντε Μονμορανσύ. [9]
Οικογένεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις 17 Μαρτίου 1661, ο Φραγκίσκος Ερρίκος του Μονμορανσύ νυμφεύτηκε τη Μαντλέν ντε Κλερμόν-Τοννέρ, δούκισσα του Λουξεμβούργου, πριγκίπισσα του Τινγκρί, κόμισσα του Λινύ, βαρόνη του Ντάνγκου, και απέκτησε 5 παιδιά:
- Κάρολος Φρειδερίκος (1662–1726), δούκας του Πινέ-Λουξεμπούρ, πατέρας του Καρόλου Β΄ Φρειδερίκου (1702 – 1764) στρατάρχη της Γαλλίας (1757).
- Πέτρος Ερρίκος (1663–1700), ηγούμενος του Σαιν-Μισέλ ντ' Ορκάμ.
- Παύλος Σιγισμούνδος (1664-1731), δούκας του Σατιγιόν, κόμης του Λυξ και βαρόνος του Απρεμόν.
- Αγγελική Κουνιγούνδη (1666–1736), μαντμαζέλ ντε Λουξεμπούρ, παντρεύτηκε τον Λουί ντε Μπουρμπόν, νόθος του Σουασόν, νόθο γιο του Λουδοβίκου ντε Μπουρμπόν, κόμη του Σουασόν, και είχε δύο παιδιά.
- Χριστιανός Λουδοβίκος (1675–1746), πρίγκιπας του Τινγκρί, κόμης του Λυξ, ευγενής της Γαλλίας, στρατάρχης της Γαλλίας (1734).
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. 15083085f. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2015.
- ↑ «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/Francois-Henri-de-Montmorency-Bouteville-duc-de-Luxembourg. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2017.
- 1 2 «Gran Enciclopèdia Catalana» (καταλανικά) Grup Enciclopèdia. 0043955.
- ↑ GeneaStar. demontmorenf.
- ↑ Leo van de Pas: (Αγγλικά) Genealogics. 2003.
- ↑ Tucker, Spencer C. (2014). 500 Great Military Leaders [2 volumes] (στα Αγγλικά). ABC-CLIO. σελ. 461. ISBN 978-1-59884-758-1.
- 1 2 3 4 Chisholm 1911, σελ. 144.
- ↑ Jullien de Courcelles 1823, σελ. 54.
- 1 2 3 4 Chisholm 1911, σελ. 145.
- ↑ Saint-Simon 1967, σελ. 56.