close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ανάκτορο της Πέλλας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Το ανάκτορο της Πέλλας)

Το ανάκτορο της Πέλλας εντοπίστηκε σε υγιεινή τοποθεσία στον μεσαίο από τους τρεις λόφους που υψώνονται πάνω από την αρχαία ελληνιστική πόλη, στο βόρειο τμήμα της. Ο λόφος έχει ύψος περίπου 70 μ. και στα ανατολικά και δυτικά του είναι ομαλός. Βόρεια του λόφου και σε επαφή σχεδόν με το ανάκτορο ήταν οικοδομημένο το τείχος της ελληνιστικής πόλης. Απέχει 1.250 μ. βόρεια από το τείχος της κλασικής πόλης. Το ανακτορικό συγκρότημα καταλάμβανε 80 στρέματα δηλαδή 400 Χ 200 μ. Χωρίζονταν σε τεχνητά άνδηρα διαμορφωμένα με επιχωματώσεις. Έχουν εντοπιστεί διάδρομοι, στοές, θυραία ανοίγματα, κλίμακες, περίστυλες αυλές. Ταυτοποιήθηκαν 7 κτηριακές ενότητες (Ι-VIII) έντονα λιθολογημένες και χρονολογημένες κυρίως στην τελευταία οικοδομική φάση δηλαδή της περιόδου βασιλείας των Αντιγονιδών. Οι πρώτες ανασκαφές έγιναν το 1957 υπό τον αρχαιολόγο Χαράλαμπο Μακαρόνα. Από το 1981 μέχρι σήμερα αποκαλύφθηκε το μεγαλύτερο μέρος του, όταν ανέλαβε το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης υπό τη Μαρία Σιγανίδου, Παύλο Χρυσοστόμου κ.α. [1]Από το 2016 η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πέλλας, σε συνδυασμό με τη συνέχιση των ανασκαφικών εργασιών, έχει αναλάβει τη συντήρηση και την αποκατάσταση του ανακτορικού συγκροτήματος της Πέλλας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανάδειξη του Κτηρίου Ι και της μνημειακής εισόδου κατά την περίοδο 2017–2020[2]. Το 2026 ο χώρος του ανακτόρου της Πέλλας άνοιξε πλέον στο κοινό ως επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος[3].

Αρχαιολογικά Δεδομένα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόσοψη και Τριμερές Πρόπυλο

Μία μεγάλη οδός κατευθύνονταν από την Αγορά προς το τριμερές μνημειακό πρόπυλο του ανακτόρου, το οποίο είχε πλάτος 16 μ. Το πρόπυλο όπως και γενικά το ανακτορικό συγκρότημα της Πέλλας είναι 5-6 φορές μεγαλύτερο από το αντίστοιχο των Αιγών. Δεξιά (ανατολικά) και αριστερά (δυτικά) του προπύλου υπήρχαν κιονόστοιχες στοές 160 μ. μήκους, 8,60 μ. βάθους και πατούσαν σε πόδιο 2-2,50 μ. ύψους. Η ανατολική στοά διέθετε 17 δωρικούς κίονες, ενώ η δυτική στοά 21 δωρικούς κίονες. Μία κεκλιμένη ράμπα οδηγούσε τον επισκέπτη στην είσοδο του προπύλου στο ισόγειο της οποίας υπήρχαν 4 δωρικοί κίονες. Ο όροφος διέθετε ιωνικούς κίονες, δωρικό επιστύλιο με χρώματα ερυθρό και γαλάζιο και απέληγε σε αέτωμα[4]. Η πρώτη αίθουσα του προπύλου (πρόθυρον) μεγέθους 15 x 15 μ. επικοινωνούσε με τις στοές της πρόσοψης μέσω τριών ανοιγματων, ανάμεσα από λίθινα βάθρα που στήριζαν ημικίονες ή πεσσούς. Ακόμα και σήμερα μπορεί κάποιος να παρατηρήσει πως τα κενά ανάμεσα στα βάθρα μειώνονται προς βορρά. Έπειτα μια ισχυρή θύρα εξασφάλιζε την επικοινωνία με τη δεύτερη αίθουσα μεγέθους 15 x 6 μ. Αμέσως μετά, μία ανηφορική κλίμακα οδηγούσε προς την τρίτη και τελευταία αίθουσα του προπύλου, μεγαλύτερη απο τις άλλες δύο. Από την τρίτη αυτή αίθουσα ο επισκέπτης οδηγούνταν μέσω δύο ανηφορικών κλιμάκων 4 σκαλοπατιών και ύψους 0,70 μ., προς το κτήριο Ι δεξιά και προς το κτήριο ΙΙ αριστερά[5].


Επίσημο Τμήμα Ανακτόρου


Κτήριο I

Το κτήριο Ι έχει συνολικό μέγεθος 2.311 τ.μ. και στο κέντρο του σχηματίζεται ορθογώνια περίστυλη αυλή μεγέθους 900 τ.μ., 28 x 32 μ. και 11 x 13 δωρικών κιονων. Τα υλικά κατασκευής του κτηρίου Ι ήταν ο αβεστόλιθος για τα θεμέλια και τη βάση, ενώ για την ανωδομή χρησιμοποιήθηκαν ωμές πλίνθοι. Ο όροφος του κτηρίου Ι διέθετε ιωνική κιονοστοιχία, παράθυρα και καλύπτονταν με αμφικλινή στέγη λακωνικής κεράμωσης. Στο εσωτερικό της αυλής υπάρχουν πεταλόσχημες εξέδρες στα δυτικά, στα νότια με μεγαλύτερη αυτή στα ανατολικά. Αυτές κοιτούν προς το κέντρο της αυλής όπου είναι εγκαθιδρυμένος βωμός. Η χρήση αυτών των κατασκευών αφορούσε πομπές, θυσίες, αγώνες γεύματα, θρησκευτικές λατρευτικές εκδηλώσεις[6]. Ακόμα μπορεί να στήριζαν αγάλματων ή να χρησιμοποιούνταν ως τράπεζες για κατανάλωση κρέατος. Ένας λίθινος αποχετευτικός αγωγός κατευθύνονταν από τη βόρεια πλευρά προς το πρόπυλο.

Το πλάτος των στοών είναι 6,5 μ. εκτός της βόρειας που είναι πλατύτερη δηλαδή 9,5 μ. Αυτό συμβαίνει γιατί εκεί υπάρχουν έως σήμερα τα θεμέλια ενός μνημειακού ποδίου διαστάσεων 30,5 x 1,30 μ. με προεξοχές στη βόρεια πλευρά του. Πάνω στο πόδιο βρέθηκαν βάσεις από γκρίζο τιτανόλιθο Κύρρου, οι οποίες στήριζαν μαρμάρινα ή χάλκινα αγάλματα Μακεδόνων βασιλέων, ηρώων, θεοτήτων. Πίσω από τις στοές ήταν διατεταγμένα πολλά δωμάτια.

Στη βορειοανατολική γωνία του κτηρίου Ι συναντάμε μία αψίδα διαμέτρου 7,5 μ. Η είσοδος προς το δωμάτιο της αψίδας λάμβανε χώρα μέσω δύο ιωνικών πεσσοκιόνων. Οι πλάγιες παραστάδες της εισόδου διατηρούσαν ανακλιντροειδή επίκρανα υψηλής τέχνης[7]. Ένα από αυτά εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας. Η πρώτη φάση της αψίδας ίσως σχημάτιζε θόλο[8]. Αντίστοιχα στη βορειοδυτική γωνία υπάρχει άλλη μία μικρότερη όμως αψίδα διαμέτρου 6,20 μ., στην οποία έμπαινε κανείς από τα ανοίγματα που σχημάτιζαν οι δύο πεσσοκίονες της εισόδου[9].

Στη βόρεια πτέρυγα του κτηρίου Ι μία ανοδική κλίμακα από τη στοά, οδηγούσε στο κέντρο, προς έναν προθάλαμο διαστάσεων 5 x 22 μ., που άνοιγε με 8 ιωνικούς αμφιπεσσοκίονες. Ο προθάλαμος αυτός οδηγούσε μέσω μιας θύρας προς μία ευρεία ορθογώνια αίθουσα διαστάσεων 12 x 22 μ. Αντίστοιχα η κλίμακα οδηγεί σε δύο μικρότερους προθαλάμους που ανοίγουν προς τη βόρεια στοά του κτηρίου Ι με 4 ιωνικούς αμφιπεσσοκίονες ο καθένας. Οι δύο προθάλαμοι οδηγούν επίσης σε 2 αίθουσες. Έχει προταθεί πως σε αυτές τις η αίθουσες ελάμβαναν χώρα βασιλικά δείπνα, υποδοχή διπλωματών, πολιτικά αυλικά συμβούλια και πως ο βόρειος τοίχος της ευρείας κεντρικής αίθουσας διατηρούσε εικονική αρχιτεκτονική διακόσμηση. Απουσιάζουν όμως αρχιτεκτονικά στοιχεία συμποσιακής χρήσης όπως το πόδιο στο δάπεδο για την τοποθέτηση των κλινών[10].

Βορειοανατολικά του κτηρίου Ι και σε επικοινωνία με αυτό ανασκάφθηκε μία μικρή περίστυλη αυλή με ιωνική κιονοστοιχία 3 x 4 κιόνων. Αντίστοιχα βορειοδυτικά του κτηρίου Ι υπάρχει μία ακόμα δωρική περίστυλη αυλή (4 x 5 κιόνων) κομβικής σημασίας για την επικοινωνία και τον φωτισμό του συγκροτήματος.


Κτήριο II

Το κτήριο ΙΙ κείτεται δυτικά και είναι ελαφρώς μεγαλύτερο από το κτήριο Ι (2.500 τ.μ.). Διέθετε επίσης περίστυλη αυλή διαστάσεων 50 x 50 μ. και 20 x 20 δωρικών κιόνων. Οι στοές είχαν πλάτος 6,35 μ. Κάτω απο την ανατολική στοά βρέθηκε αγωγός ύδρευσης. Η δυτική στοά είναι η μόνη που δεν διατηρεί απο πίσω της δωμάτια. Στο ανατολικό τμήμα του κτηρίου ΙΙ συναντούμε μια αρκετά μεγάλη αψίδα διαμέτρου 13 μ., η οποία διέθετε λίθινη ημικυκλική εξέδρα που χρησίμευε ως κάθισμα των επισκεπτών για παρακολούθηση δρώμενων στο εσωτερικό της αυλής. Το βόρειο τμήμα του κτηρίου ΙΙ θα ήταν όμοιο με το αντίστοιχο του κτηρίου Ι, στην τελευταία οικοδομική φάση όμως σημειώθηκαν αλλαγές[11].


Κτήριο IIIα

Δυτικά του κτηρίου ΙΙ εντοπίστηκαν, τα εντυπωσιακά για το μέγεθός τους θεμέλια στυλοβάτη, ενός ημιτελούς στωικού οικοδομήματος δωρικής κιονοστοιχίας 85,50 x 50 μ., 8.100 τ.μ., ανοικτό τελείως προς δυτικά. Δεν ολοκληρώθηκε ποτέ και καταχώθηκε την εποχή του Αντιγόνου Β' Γονατά. Ίσως προορίζονταν να κατασκευαστεί ένα γιγαντιαίο προαύλιο στα έτη του Κασσάνδρου ή του Δημητρίου Πολιορκητή[12].


Στα κτηρια Ι και ΙΙ όπως και στην πρόσοψη, έχουν σημειωθεί ανακατασκευές, ανακεραμώσεις και συντήρηση. Η διαρρύθμιση και οι κατασκευές εντός τους υποδηλώνουν πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική χρήση, βασιλική προβολή. Ο απαραίτητος κινητός εξοπλισμός θα συμπλήρωνε την εικόνα ενώ έκδηλος γίνεται ο πολυλειτουργικός χαρακτήρας των χώρων, με κύριο στόχο τον θαυμασμό του βασιλικού πλούτου και της δύναμης από τον επισκέπτη[13].


Ενδότερο Τμήμα Ανακτόρου


Τα κτήρια IV, V και VI εντάσσονται στο ενδότερο τμήμα του ανακτόρου σε υψηλότερο επίπεδο (άνδηρο) απο τα κτήρια Ι και II.

Κτήριο IV

Το Κτήριο IV τοποθετείται βόρεια του κτηρίου Ι και χαρακτηρίζεται από στένωση, πλήθος διαδρόμων ενώ διατηρούσε και όροφο. Το μεγαλύτερο μέρος του είναι ακόμα κάτω από το χώμα. Στο νότιο τμήμα εντοπίζεται περίστυλη ιωνική αυλή, ενώ στο βόρειο τμήμα περίστυλη ανοικτή αυλή με στοιχεία που υποδηλώνουν τη γεωργία του εδάφους (κατάλοιπα φύτευσης σε σειρές, ίσως αμπέλια). Στο κτήριο IV αποδίδεται οικιστική-ιδιωτική χρήση. Η αρχιτεκτονική του διαρρύθμιση ομοιάζει με τις οικίες της Πέλλας[14].


Κτήριο V

Το κτήριο V τοποθετείται βόρεια και υψηλότερα του κτηρίου II και ήταν σε άμεση σύνδεση με αυτό και το κτήριο IV. Είχε διαστάσεις 4.500 στρεμάτων (70 x 63,5 μ.) Διέθετε περιστυλη αυλη 50 x 38 μ. ξύλινης κιονοστοιχίας και αύλακες συλλογής ομβρίων υδάτων. Έχει χαρακτηρισθεί ως χώρος Παλαίστρας-Γυμνασίου κατά την περιγραφή του Βιτρούβιου[15].

Στο βόρειο τμήμα της αυλής ανευρέθηκαν δυο βάσεις τιμητικών αναθεματικών ψηφισμάτων ή αγαλμάτων. Στο νότιο τμήμα της αυλής εντοπίστηκαν 2 φρέατα, δηλαδή πηγάδια για νερό. Στα νότια και ανατολικά δεν υπήρχαν δωμάτια πίσω από τις στοές.

Πίσω απο τη βόρεια στοά υπάρχει δεύτερη κλειστή στοά διαστάσεων 54 x 6,10 μ. Η είσοδος της κλειστής στοάς ήταν τοποθετημένη στο κέντρο της ενώ χρησίμευε για να προστατεύει την κυκλοφορία των ενοίκων σε περίπτωση βροχής ή κρύου.

Στο ανατολικό άκρο της κλειστής στοάς έχει τοποθετηθεί το επιστάσιον, η ἔδρα δηλαδή των εκπαιδευτών (παιδοτρίβων, οπλοδιδασκάλων, ρητόρων, φιλοσόφων). Η αίθουσα αυτή επικοινωνεί προς βορρά με την αίθουσα της κολυμβήθρας (37,5 τ.μ.), η οποία κείτεται στο βορειοδυτικό άκρο του κτηρίου V. Ήταν στεγασμένη με λακωνική κεράμωση ενώ στους τοίχους ήταν υπήρχαν λευκά, κίτρινα και ερυθρά κονιάματα. Η αίθουσα της κολυμβήθρας συνδέεται στα ανατολικά της με υπόστηλη αίθουσα (πρόδρομος υποκαύστου;). Βόρεια της υπόστηλης αίθουσας εντοπίστηκε ορθογώνια δεξαμενή ύδατος που τροφοδοτούσε με νερό την κολυμβήθρα. Στη βορειοδυτική γωνία της κολυμβήθρας υπάρχουν σκαλοπάτια, ενώ στη δυτική γωνία της ήταν ανοιγμένη ωπή που οδηγούσε το νερό σε αποχετευτικό αγωγό. [16]

Στην βόρεια πτέρυγα του κτηρίου V ήρθαν στο φως 8 δωματια με ασβεστολιθικά κατώφλια. Αρχίζοντας από ανατολικα (δεξιά) έχουν ταυτιστεί με:

1) κονιστήριον (χώρος με λεπτή άμμο που κυλιόντουσαν οι αθλητές), ορατή είναι η μεταγενέστερη διαίρεση του δωματίου 2) βόρεια του κονιστηρίου το αποδυτήριον (αποθήκη ενδυμάτων)

3) κωρυκείον (χώρος προετοιμασίας για πυγμάχους)

4) εφηβείον (διέθετε ξύλινη εξέδρα στις τρεις πλευρές εκτός της νότιας και εσωτερική διακόσμηση με κορινθιακούς ημικίονες. Η είσοδος ελάμβανε χώρα ανάμεσα από ιωνικούς κίονες ή παραστάδες. Εντός του εφηβείου βρέθηκαν ενεπίγραφες κεραμικές πλάκες με γράμματα αλφαβήτου).

5) Αίθουσα Ψηφιδωτού (βοτσαλωτό ψηφιδωτό δάπεδο που χωρίζεται οριζόντια από τοίχο)

6) αλειπτήριον/ελαιοθέσιον (χώρος αποθήκευσης και επάλειψης ελαίου) με μαρμαροθετημένο δάπεδο

7) λουτρόν και άλλοι βοηθητικοί χώροι.

Στα δωμάτια αυτά ανευρέθησαν πολύχρωμα κονιάματα και στοιχεία εικονικής αρχιτεκτονικής διακόσμησης. Ο τύπος της κεράμωσης ήταν ο λακωνικός.

Δυτικά του κτηρίου V και κατά 2 μ. χαμηλότερα αποκαλύφθηκε μακρύς διάδρομος κατεύθυνσης βορρά-νότου και μήκους 115 μ. Φτάνει εως τη νότια στοά του κτηρίου ΙΙ. Επικοινωνούσε με το κτήριο V μέσω λίθινης κλίμακας 8 σκαλοπατιών. Το υλικό του δαπέδου ήταν πατημένος πηλός, ενώ η κεράμωση λακωνική. Έχει ερμηνευθεί ως Ξηστός διάδρομος ενός σταδίου για την άθληση δρομέων ή υπόγεια σήραγγα.

Το κτήριο V αποτελούσε πιθανότατα ένα τύπο γυμνασίου ενσωματωμένο στα ανάκτορα για την άθληση-εκπαίδευση των βασιλικών παίδων, των γόνων και των άλλων νέων της Μακεδονικής αριστοκρατίας. Θα ήταν σε χρήση από τον βασιλέα και τους βασιλικούς αξιωματούχους[17].


Κτήριο VI

Ο κλειστός διάδρομος-στοά του κτηρίου V απέληγε δυτικά σε δίφυλλη ξύλινη μνημειακή θύρα, η οποία πατούσε σε ασβεστολιθικό κατωφλι. Η θύρα αυτή οδηγούσε στην ενότητα του κτηρίου VΙ που χωρίζεται σε VIα και VIβ. Οι κατασκευές χρονολογούνται το διάστημα 275-250 π.Χ.

Το κτήριο VIα διέθετε περίστυλη αυλή 9 x 9 δωρικών κιόνων. Συναντούμε σειρές διαμερισμάτων εκτός της ανατολικής πλευράς. Στη βόρεια πτέρυγα εντοπίστηκαν πλούσια κονιάματα (λευκά, γκρίζα, κίτρινα, ερυθρά, «εικονικής αρχιτεκτονικής διακόσμησης»), λίθινες βάσεις στο πατημένο από πηλό δάπεδο που υποδηλώνουν την ύπαρξη ξύλινων επίπλων. Ο τύπος της κεράμωσης ήταν ο λακωνικός.

Ένας ακάλυπτος διάδρομος οδηγούσε απο την ανατολική πτέρυγα του κτηρίου VIα, βόρεια προς το κτήριο VIβ. Αυτό διατηρούσε επίσης περίστυλη αυλή διαστάσεων 11 x 11 μ. Οι ξύλινοι πεσσοί (5 σε κάθε πλευρά) πατούσαν σε ασβεστολιθικές βάσεις. Διαμερίσματα εντοπίστηκαν στην ανατολική και βόρεια πλευρά. Βορειότερα ανασκάφθηκαν 4 μικροί χώροι ψυχρού-θερμού λουτρού καλυμμένοι με υδραυλικό κονίαμα. Εντός αυτών ανευρέθηκε και ένας εγκιβωτισμένος ασβεστολιθικός λουτήρας. Τα δωμάτια ταυτίστηκαν από τους αρχαιολόγους ως ατμόλουτρο (πυριατήριον), εγκαταστάσεις θέρμανσης νερού και αποθήκευσης λουτρικών υλικών και εργαλείων.

Η οικοδομική ενότητα του κτηρίου VI ερμηνεύθηκε ως χώροι διαμονής και ενδιαίτησης, οι οποίοι θα περιείχαν εστιατόρια μαγειρεία χώρους συγκέντρωσης βασιλικών παίδων και νέων αξιωματούχων .

Βόρεια του κτηρίου VIβ τοποθετούνται εγκαταστάσεις φρουράς σε επαφή σχεδόν με το τείχος. Το ανάκτορο θα προστατεύονταν από φρουρά ραβδούχων και σώματα ιππικού-πεζικού[18].


Δευτερεύουσας Σημασίας Κτηριακές Ενότητες του Ανακτόρου


Ένα ανακτορικό συγκρότημα του μεγέθους της Πέλλας χρειάζονταν για την καθημερινή λειτουργία του φροντίδα, απο πλήθος υπηρετικού και τεχνικού προσωπικού, το οποίο διέμενε περιφερειακά του ανακτορικού πυρήνα. Τα κτήρια αυτά χαρακτηρίζονται από το μικρό μέγεθός τους και την πρόχειρη κατασκευή τους.

Κτήριο ΙΙΙβ

Το κτήριο IIIβ οικοδομήθηκε πάνω στο κατηργημένο χώρο της αυλής του κτηρίου ΙΙΙα και είχε διαστάσεις 85 x 50 μ. Στο ανατολικό μέρος του εντοπίστηκαν μικρές περίστυλες αυλές, στοές, διάδρομοι και δωμάτια σε πυκνή διάταξη. Αποτελούσε τις κατοικίες βοηθητικού, τεχνικού, υπηρετικού προσωπικού και φιλοξενούσε υπηρεσιακές εγκαταστάσεις όπως εργαστήρια. Στο δυτικό τμήμα εντοπίστηκε ένα μακροσκελές κτήριο, μια ξύλινη στοά 13 στύλων μεγέθους 44,5 x 6,2 μ. Ερμηνεύθηκε ως στάβλος. Στους χώρους βόρεια και νότια του κτηρίου ΙΙΙβ θα πρέπει να αναζητήσουμε πλατείες, κήπους και τον απαραίτητο χώρο ιππασίας-εκπαίδευσης των αλόγων.

Κτήριο VII

Το κτήριο VII ανασκάφθηκε τμηματικά καθώς ήρθαν στο φως 5 δωμάτια. Από αυτά ανασύρθηκαν σταθμία, αποθηκευτικά αγγεία κ.α. παρόμοια, γεγονός που επιτρέπει να ταυτίσουμε το οικοδόμημα με αποθήκες εφοδίων και εργαστήρια.

Κτήριο VIII

Ανατολικά κτηρίου Ι εντοπίστηκε πάνω σε άνδηρο το κτήριο VIII για το οποίο δεν γνωρίζουμε ακόμη τίποτα. Ίσως ομοίαζε με το κτηριο ΙΙ. Ανατολικα του κτηριου ΙV υπήρχε άλλο ένα οικοδόμημα. Στο νοτιοανατολικό σημείο του λόφου, όπως και στα δυτικά πρανή παρατηρείται λάξευση-δημιουργία ράμπας άπο όπου υπήρχαν ελεγχόμενες δευτερεύουσες είσοδοι για ζώα, ανθρώπους και άμαξες που μετέφεραν στις ανακτορικές αποθήκες και στους στάβλους εφόδια, τρόφιμα, ζωοτροφές.


Βασίλειος Κάραβος

Στα βορειοανατολικά του κτηρίου IV ανασκάφηκε μνημειακή τριώροφη πύλη-πύργος. Χαρακτηρίζεται ως Βασίλειος Κάραβος και έχει διαστάσεις 18 x 14 μ. Η πύλη διαθέτει τρεις εισόδους τις οποίες έκλειναν δίφυλλες ξύλινες θύρες, ενώ σχηματίζονταν δύο αυλές εντός αυτής. Διέθετε λακωνική κεράμωση και κλίμακες. Κατά την εποχή βασιλείας του Κασσάνδρου χρονολογήθηκαν σημάδια πυρκαγιάς, όταν και επισκευάστηκε έως το 168 π.Χ. που καταστρέφεται εκ νέου[19].

Το ανάκτορο και η πόλη της Πέλλας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ανάκτορο επιστέφεται σαν στέμμα στον πελλαίο αστικό χώρο, εντός του οποίου επιχειρείται η σύζευξη της ελληνικού τύπου πόλεως, με τη βασιλική παρουσία, ανώτερη εδαφολογικά και σημασιολογικά. Η τοποθεσία και η ανακτορική μορφή του συγκροτήματος, περικλείει το αναγκαίο για τη διαιώνιση και σταθερότητα του πατροπαράδοτου μακεδονικού βασιλικού θεσμού πολιτικό, θρησκευτικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Η βασιλική εξουσία ενσάρκωνε το ίδιο το μακεδονικό κράτος, προβάλλοντας υλικά την ισχύ της στον φυσικό χώρο της Πέλλας, θέλοντας ταυτόχρονα να δηλώσει την υπεροχή του, προς κάθε κατεύθυνση. Το ανακτορικό συγκρότημα της Πέλλας, υψηλότερα από κάθε άλλο κτήριο, κατείχε κεντρική θέση και ήταν ορατό από οποιοδήποτε σημείο της πόλης. Θα έδινε την εντύπωση ιερής ακροπόλεως ή δεύτερης πόλεως με το πλήθος ανδήρων και κατασκευών του[20].

Η επέκταση της πόλης της Πέλλας και η συμπερίληψη του ανακτόρου εντός του τείχους αυτής, ξεκίνησε την εποχή του Φιλίππου Β' και τελείωσε την εποχή του Κασσάνδρου[21]. Η απόσταση από το ανάκτορο έως το λιμάνι είναι 2,5 χλμ. Η ελληνιστική Πέλλα οικοδομήθηκε με βάση το Ιπποδάμειο σύστημα ισομεγέθων οικοδομικών τετραγώνων 113 χ 47 μ. έκαστο. Η Αγορά απείχε από το ανάκτορο τρία οικοδομικά τετράγωνα, η περιοχή των οποίων σήμερα δεν είναι ανασκαμμένη. Ήταν τοποθετημένη αξονικά ως προς το ανάκτορο[22].

Το τείχος της πόλης καταλάμβανε συνολικό μήκος 8 χλμ. Στο βόρειο τμήμα της κάλυπτε και τους τρεις λόφους ενώ ενισχύονταν κατα διαστήματα με ισχυρούς πύργους[23]. Το θέατρο της Πέλλας ενώ αναφέρεται σε γραμματειακές πηγές[24] δεν έχει εντοπιστεί ανασκαφικά ακόμα. Ίσως ήταν τοποθετημένο στα πρανή του μεσαίου ανακτορικού λόφου ή κοντά σε αυτόν[25].

Αρχιτεκτονικές και άλλες ομοιότητες σε σχέση με το ανάκτορο, παρουσιάζουν και οι περίστυλες οικίες της Πέλλας που έχουν ανασκαφθεί τον προηγούμενο αιώνα. Άλλωστε ο Λίβιος μας πληροφορεί πως οι δύο υιοί του βασιλέως Φιλίππου Ε´, Περσέας και Δημήτριος διέμεναν σε οικίες εντός της Πέλλας, εκτός όμως του ανακτόρου[26].

Οι αρχαίοι συγγραφείς μας διασώζουν επίσης το όνομα του Φάκου[27], μιάς οχυρής νησίδας (arx) που επικοινωνούσε με το νότιο τμήμα της Πέλλας μέσω ξύλινης γέφυρας. Την εποχή βασιλείας του Περσέα εκεί στεγάζονταν το βασιλικό θησαυροφυλάκειο και οι φυλακές.

Χρονολόγηση και Ιστορικές Μαρτυρίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιδιαίτερα κακή διατήρηση των ανασκαμμένων καταλοίπων δεν καθιστά δυνατή τη διατύπωση ασφαλών συμπερασμάτων ούτε ως προς τη χρονολόγηση των κατασκευαστικών φάσεων ούτε ως προς τη λειτουργία των επιμέρους χώρων.


Πρώιμη Φάση

1) 400-350 π.Χ. Υλικά στοιχεία ανάμεσα στα κτήρια I με II και IV με V [28].


Το ζήτημα αν ο κεντρικός λόφος της ελληνιστικής πόλης περιλάμβανε ήδη από νωρίς κάποια μορφή «ανακτορικού» κτηρίου ή αν το οργανωμένο ανακτορικό συγκρότημα δημιουργήθηκε αργότερα, μετά την απόφαση για επέκταση της κλασικής πόλης, παραμένει ασαφές, κυρίως λόγω της περιορισμένης ανασκαφικής τεκμηρίωσης. Παρ’ όλα αυτά, τα υπάρχοντα αρχαιολογικά δεδομένα επιτρέπουν την υπόθεση μιας πρώιμης οικοδομικής δραστηριότητας στον λεγόμενο ανακτορικό λόφο.[29]

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ο υπερυψωμένος αυτός λόφος της Πέλλας δεν είχε ήδη τραβήξει την προσοχή των Μακεδόνων βασιλέων πριν αποφασιστεί η μεταφορά της διοικητικής έδρας εκεί από τον Αρχέλαο ή τον Αμύντα Γ'[30]. Η επιλογή μιας τόσο καίριας θέσης προϋπέθετε ασφαλώς προσεκτική αξιολόγηση του φυσικού ανάγλυφου και της οικιστικής οργάνωσης της περιοχής. Πριν από την απόφαση του Φιλίππου Β΄ να ανεγείρει το μνημειακό συγκρότημα στον κεντρικό λόφο, είναι πιθανό ο χώρος να χρησιμοποιούνταν ήδη για κάποια άλλη βασιλική λειτουργία, όπως για παράδειγμα στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Δεν αποκλείεται επίσης να υπήρχε εκεί ένα πρωιμότερο βασιλικό οικοδόμημα ή άλλο σχετικό κτήριο, συνδεδεμένο με την κλασική πόλη[31].

Η αρχαιότερη αναφορά σε βασιλικό οικοδόμημα προέρχεται από τον συγγραφέα της ρωμαϊκής περιόδου Αιλιανό. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο φημισμένος ζωγράφος Ζεύξις από την Ηράκλεια ανέλαβε να κοσμήσει με έργα του την κατοικία του βασιλιά Αρχελάου (413–399 π.Χ.), χωρίς όμως να διευκρινίζεται αν αυτή βρισκόταν στις Αιγές ή στην Πέλλα. Παράλληλα, σημειώνεται ότι για τη διαμόρφωση και τον καλλωπισμό του κτηρίου δαπανήθηκαν σημαντικά χρηματικά ποσά και ότι πολλοί επισκέπτες συνέρρεαν για να το θαυμάσουν[32].


Α' Οικοδομική Φάση

2) 350-325 π.Χ. Τριμερές πρόπυλο, στωικές προσόψεις, κτήριο Ι και ΙΙ α' φαση (δωρικά κιονόκρανα πρόσοψης και κτηρίου ΙΙ χαρακτηρίζονται ως αρχαιότερα από αυτά του ανακτόρου των Αιγών, κορινθιακή κεράμωση, θόλος, αγωγοί, χάλκινα νομίσματα Αμύντα Γ´, Περδίκκα Γ´, Φιλίππου Β´, Αλεξάνδρου Γ´)[33].


Την εποχή αυτή στις γραμματειακές πηγές διακρίνονται δύο τύποι βασιλικών οικοδομημάτων στην Πέλλα.

• Υπήρχε επίσημη βασιλική κατασκευή για ακροάσεις, συμβούλια, πρεσβείες και συμπόσια. Αναφέρονταν ως βασίλεια ή βασίλειον (Ψευδο-Σκύλαξ 66. …Πέλλα πόλις καὶ βασίλειον ἐν αὐτῇ…).. Η λέξη ανάκτορο δεν ήταν σε χρήση από τους αρχαίους Έλληνες για την περιγραφή βασιλικών ενδιαιτημάτων[34].

• Υπήρχε ιδιωτική βασιλική οἰκία για την οικιστική ζωή του βασιλικού οίκου.


Επί Φιλίππου Β΄ αναδιοργανώθηκαν η κεντρική εξουσία και η μακεδονική αυλή με τη θεσμοθέτηση των Εταίρων/Φίλων, των βασιλικών υπασπιστών και των βασιλικών παίδων. Η αυλή ακολουθούσε τον βασιλέα στις μετακινήσεις του και λειτουργούσε ως διοικητικό και διπλωματικό όργανο[35].

Ο Φίλιππος Β΄ φιλοξένησε στην αυλή του αξιωματούχους, λόγιους, καλλιτέχνες και ιατρούς, γεγονός που μαρτυρεί ανεπτυγμένο πνευματικό και αρχιτεκτονικό περιβάλλον[36].

Στην Πέλλα πραγματοποιήθηκαν επανειλημμένες υποδοχές πρεσβειών (αθηναϊκών, θηβαϊκών κ.α.), σε χώρο που παραμένει άγνωστος και πιθανώς ανήκε σε κάποια πρώιμη ανακτορική κατασκευή[37].

Οι αρχαίες πηγές αποδίδουν στον Φίλιππο Β΄ και στους Μακεδόνες συμπόσια με υπερβολές[38], αν και άλλες μαρτυρίες παρουσιάζουν πιο συγκρατημένη συμπεριφορά[39].

Ο Πλούταρχος μνημονεύει βασιλική οἰκία στην Πέλλα, όπου γεννήθηκε, ανατράφηκε και εκπαιδεύτηκε ο Αλέξανδρος Γ΄[40].

Κατά την απουσία του Φιλίππου Β΄, ο Αλέξανδρος Γ΄ ανέλαβε επίσημες λειτουργίες, όπως την υποδοχή πρεσβειών[41].

Ο Πλούταρχος πάλι αναφέρει ότι ο Φίλιππος Β΄, συνοδευόμενος από τον Παρμενίωνα και τον γιο του, τον Φιλώτα, πήγαν στο δωμάτιο του Αλέξανδρου με σκοπό να τον μεταπείσουν και να τον αποτρέψουν από το να παντρευτεί την κόρη του σατράπη της Καρίας, Πιξώδαρου[42].

Μετά τη δολοφονία του Φιλίππου Β΄, ο Αλέξανδρος Γ΄ ο Μέγας εγκαταστάθηκε στα βασίλεια και ανέλαβε άμεσα τη βασιλική εξουσία[43]. Σε κάποιον επίσημο χώρο συγκάλεσε τους στρατηγούς και τους άλλους Εταίρους για να αποφασιστούν από κοινού τα σχετικά με την Ασιατική εκστρατεία[44].


Β' Οικοδομική Φάση

3) 325-297 π.Χ. Εποχή βασιλείας Κασσάνδρου?. Κατασκευή κτηρίων IV και V, διαμόρφωση του δωρικού περιστυλίου-της Β στοάς και πτέρυγας του κτηρίου I, αρχικό σύνολο των περισσότερων κατασκευών που απαρτίζουν το εσωτερικό των κτηρίων IV και V[45].

Λίγο πριν και μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου Δ΄ (309 π.Χ.), η Πέλλα και οι «ανακτορικές» της κατασκευές αποτέλεσαν τόπο εγκατάστασης του Κασσάνδρου με τη Θεσσαλονίκη και αργότερα του Δημητρίου Α΄ Πολιορκητή.

Οι βασιλείς φαίνεται ότι διέμεναν στα ανακτορικά κτήρια της Πέλλας κυρίως κατά τη χειμερινή περίοδο[46].

Κατά την ίδια εποχή ολοκληρώθηκαν οι εργασίες επέκτασης της πόλης και η εγκατάσταση των νέων βασιλέων στον ανακτορικό λόφο.

Ο Κάσσανδρος παρήγγειλε ζωγραφικό έργο στον Φιλόξενο τον Ερετριέα, ενώ στην αυλή του Δημητρίου Α΄ φιλοξενήθηκε ο φιλόσοφος Στίλπων ο Μεγαρεύς [47].

Οι πηγές αναφέρουν κακή ποιότητα ύδατος στην Πέλλα και την εμφάνιση ασθενειών στους κατοίκους, πιθανώς σχετιζόμενων με ενδημική ελονοσία[48].

Ο Κάσσανδρος πέθανε άρρωστος στην Πέλλα το 297 π.Χ., ακολουθούμενος λίγους μήνες αργότερα από τον θάνατο του διαδόχου του Φιλίππου Δ΄[49], ενώ το 289 π.Χ. ο Δημήτριος Α΄ Πολιορκητής ασθένησε βαριά στην Πέλλα κατά την εκστρατεία του Πύρρου Α΄ της Ηπείρου[50].


Γ' Οικοδομική Φάση

4) Σεισμός 297-277 π.Χ.[51]?

277-168 π.Χ. Βασιλεία Αντιγονιδών. Επαναχρησιμοποίηση υλικού στα κτήρια I και II με την τοποθέτηση βωμών, εξεδρών, βάσεων αγαλμάτων, τα οποία μαζί με τις αψιδωτές κατασκευές δίνουν την εντύπωση επίσημης-θρησκευτικής λειτουργίας. Οικοδόμηση κτηρίων IIIβ και VI[52].

Οι Αντιγονίδες κατόρθωσαν να παγιώσουν την κυριαρχία τους στη Μακεδονία σε μεταγενέστερο στάδιο συγκριτικά με τα δύο άλλα ισχυρά ελληνιστικά βασίλεια της Ανατολής. Η σταθεροποίηση αυτή τοποθετείται κυρίως στη μακρά και, όπως προκύπτει, επιτυχή βασιλεία του Αντιγόνου Β΄ Γονατά (277–239 π.Χ.). Κατά την ίδια περίοδο, η εντατικοποίηση των διαδικασιών αστικοποίησης στον μακεδονικό χώρο, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό των υπόλοιπων ελληνιστικών μοναρχιών, φαίνεται ότι επηρέασε ουσιαστικά τη φυσιογνωμία του αντιγονιδικού βασιλικού θεσμού. Παρά τις εξελίξεις αυτές, το κράτος διατήρησε τον έντονα στρατιωτικό του χαρακτήρα, συνεχίζοντας την παράδοση που είχε διαμορφωθεί ήδη από την εποχή των Τημενιδών.

Οι μεταβολές που παρατηρούνται στο εσωτερικό του ανακτορικού συγκροτήματος της Πέλλας αποδίδονται από τη σύγχρονη έρευνα στον ίδιο τον Αντίγονο Β΄ Γονατά. Ο βασιλέας συνέδεσε τη δημόσια εικόνα του με το προσωνύμιο Σωτήρ και επιδίωξε να ταυτίσει τη βασιλεία του με θεότητες όπως ο Πάνας και ο Ηρακλής. Σύμφωνα με ερμηνευτική υπόθεση, οι τελετουργικοί χώροι και οι ειδικές κατασκευές του κτηρίου Ι προορίζονταν για τη διεξαγωγή λατρευτικών πράξεων, όπως θυσίες ή πομπές, ήδη από τα χρόνια της βασιλείας του. Παράλληλα, η τοποθέτηση αγαλμάτων που σχετίζονταν με τον βασιλέα και τον οίκο του, πέρα από τη δυναστική προβολή, λειτουργούσε και ως μέσο συμβολικής παρουσίας του μονάρχη σε περιόδους φυσικής απουσίας του[53].

Οι φιλοσοφικές αναζητήσεις του Αντιγόνου Β΄ Γονατά, και ιδίως οι επαφές του με τον στωικισμό, ενδέχεται να αντανακλώνται στη γνωστή ρήση του προς τον γιο του Δημήτριο Β΄ Αιτωλικό, με την οποία χαρακτήριζε τη βασιλεία ως «ένδοξη δουλεία»[54]. Κατά την αντιγονιδική περίοδο, ο βασιλέας και η αυλή του φαίνεται ότι μετακινούνταν συχνά, τόσο εντός όσο και εκτός των ορίων του μακεδονικού βασιλείου. Κέντρα όπως η Πέλλα, η Θεσσαλονίκη, η Δημητριάδα, η Αμφίπολη, η Χαλκίδα, η Κόρινθος και το Άργος διέθεταν ειδικά διαμορφωμένους χώρους για τη φιλοξενία του βασιλικού οίκου ή για τη λειτουργία της κεντρικής διοίκησης.

Το επίσημο τμήμα του ανακτόρου της Πέλλας φιλοξενούσε βασιλικά δρώμενα, όπως τον γάμο του Αντιγόνου Β΄ Γονατά με τη Φίλα και επίσημα συμπόσια με ξένους πρεσβευτές, όπου, σύμφωνα με τον Αθήναιο, λάμβαναν χώρα οινοποσία, μουσική και χορευτικές εκδηλώσεις με έντονο συμβολικό και πολιτικό χαρακτήρα[55].

Κατά τη βασιλεία του Αντιγόνου Β΄ Γονατά, η αυλή της Πέλλας εξελίχθηκε σε σημαντικό πνευματικό κέντρο, καθώς φιλοξένησε φιλοσόφους, ποιητές και ιστορικούς, ενώ το ανακτορικό συγκρότημα λειτούργησε παράλληλα ως χώρος αγωγής και εκπαίδευσης των πριγκιπικών διαδόχων των Αντιγονιδών[56].

Στα πρώτα έτη της βασιλείας του Αντιγόνου Γ΄ Δώσονος σημειώθηκε στάση των Μακεδόνων στην Πέλλα· οι πηγές αναφέρουν πολιορκία των ανακτόρων και την προσωρινή παραίτηση του βασιλέα (πέταξε το διάδημα και τον πορφυρό χιτώνα του), γεγονός που υπογραμμίζει τον κεντρικό πολιτικό ρόλο του ανακτόρου[57].

Σε ένα σημείο του έργου του Λίβιου περιγράφεται ότι το 182 π.Χ. ο Φίλιππος Ε΄ βημάτιζε νευρικά μέσα σε χώρο των βασιλικών διαμερισμάτων. Την ίδια στιγμή, ο γιος του Περσέας είχε ήδη μπει στο παλάτι και κατηγορούσε τον αδελφό του, Δημήτριο. Ο Μακεδόνας βασιλέας κάλεσε αμέσως τον Δημήτριο να δώσει εξηγήσεις και, μόλις εκείνος παρουσιάστηκε, όλοι αποσύρθηκαν στα πιο εσωτερικά τμήματα του ανακτόρου[58].

Οι επιγραφικές μαρτυρίες των τελευταίων δεκαετιών του μακεδονικού κράτους αποκαλύπτουν την ύπαρξη αστικών αξιωμάτων και θεσμών, όπως επώνυμος άρχων (πιθανώς ταυτιζόμενος με ιερέα του Ασκληπιού), ανώτατοι εκτελεστικοί αξιωματούχοι (επιστάτες;), πολιτάρχες, καθώς και εκκλησία του δήμου με εκλογικές και επικυρωτικές αρμοδιότητες· δεν αποκλείεται μάλιστα και η λειτουργία Βουλής[59]. Όπως και οι λοιποί ελληνιστικοί ηγεμόνες, οι Αντιγονίδες στηρίχθηκαν στον θεσμό των Φίλων, κυρίως Μακεδόνων αλλά και άλλων Ελλήνων, αν και μέσα σε ένα λιγότερο αυστηρά ιεραρχημένο πλαίσιο. Οι Φίλοι αποτέλεσαν δεξαμενή στελεχών, από την οποία οι βασιλείς αντλούσαν αξιωματούχους με βάση την προσωπική αφοσίωση, τοποθετώντας τους σε διοικητικές θέσεις εντός και εκτός του μακεδονικού κράτους[60]. Παρά ταύτα, οι Αντιγονίδες φαίνεται πως περιόρισαν την ανάπτυξη εσωτερικών ανταγωνισμών και συνωμοσιών στο περιβάλλον των Φίλων, καθώς αρκετοί από αυτούς εκτελέστηκαν με την κατηγορία της προδοσίας.

Η ζώνη των κτηρίων VI και της παλαίστρας (κτήριο V) στο πελλαίο ανάκτορο πιθανόν φιλοξενούσε τις δραστηριότητες των βασιλικών παίδων, νεαρών κυνηγών ή εφήβων, μαζί με μέρος των αυλικών Φίλων, ενώ οι υπόλοιποι φαίνεται ότι διέμεναν εντός της πόλης. Στις αρχές της βασιλείας του Φιλίππου Ε΄, η Πέλλα εμφανίζεται ως έδρα ανεπτυγμένης αυλικής και διοικητικής ζωής, με παρουσία αξιωματούχων και επαφές με ξένες αυλές, όπως μαρτυρεί η επίσκεψη αυλικού του Πτολεμαίου Δ΄. Ο Πολύβιος διηγείται ότι ο Πτολεμαίος, γιος του Σωσιβίου — αυλικού της πτολεμαϊκής αυλής — επισκέφθηκε τη μακεδονική βασιλική αυλή. Εκεί ήρθε σε επαφή με τους νέους που ανήκαν στο περιβάλλον της αυλής (περὶ τὴν αὐλὴν νεανίσκοις), πιθανότατα και στον χώρο του ανακτόρου της Πέλλας, και θαύμασε το θάρρος και την επιβλητική τους εμφάνιση, ιδίως σε σύγκριση με εκείνους της Αλεξάνδρειας. Την ίδια εποχή μνημονεύονται επίσης διάφορες θέσεις στο αυλικό σύστημα, όπως αυτή των γραμματέων[61].

Οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις που αποδίδονται στις βασιλείες του Φιλίππου Ε΄ και του Περσέα φαίνεται ότι ενίσχυσαν τον βαθμό αυτονομίας των περιφερειακών και τοπικών πολιτικών δομών[62]. Ωστόσο, μέσα σε διάστημα μικρότερο του ενός αιώνα, το αντιγονιδικό βασίλειο καταλύθηκε, γεγονός που πιθανόν ανέκοψε την περαιτέρω ανάπτυξη του ανακτορικού συγκροτήματος της Πέλλας, το οποίο τελικά λεηλατήθηκε από τους Ρωμαίους. Στο χρονικό πλαίσιο 277–168 π.Χ. παρατηρούνται σημαντικές μορφολογικές επεμβάσεις –κατατμήσεις, επεκτάσεις και αναδιαμορφώσεις χώρων– στα ανάκτορα της Πέλλας, των Αιγών και της Δημητριάδας, οι οποίες συνδέονται με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες άσκησης της βασιλικής εξουσίας.

Κατά το πρώτο μισό του 2ου αι. π.Χ., το ανάκτορο της Πέλλας λειτούργησε ως χώρος λήψης κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων, οικογενειακών συγκρούσεων της δυναστείας και βασιλικών συμβουλίων, με αποκορύφωμα τη σύσκεψη του 171 π.Χ. για την αντίσταση κατά των Ρωμαίων (in vitere regia Macedonum).[63].

Αμέσως μετά τη συντριβή των Μακεδόνων στη μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ., ο Περσέας κατέφυγε στα βασιλικά ανάκτορα της Πέλλας (in regia), όπου τον ανέμεναν οι διοικητές της πόλης, ο Εύκτος, ο Ευλαίος και οι βασιλικοί παίδες[64].

Τέλος, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, εντός του βασιλικού συγκροτήματος της Πέλλας λειτουργούσε βιβλιοθήκη κατά την ελληνιστική περίοδο, η οποία περιήλθε αργότερα στην κατοχή των υιών του Ρωμαίου νικητή Αιμιλίου Παύλου[65].

Η Καταστροφή του ανακτόρου της Πέλλας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα βασιλικά ανάκτορα συλήθηκαν και άδειασαν ολοκληρωτικά από κάθε πολύτιμο αγαθό — χρυσά και ασημένια αντικείμενα, αγάλματα, ζωγραφικούς πίνακες και πολυτελή υφάσματα — τα οποία μεταφέρθηκαν ως λάφυρα στη Ρώμη[66].

Μετά την κατάλυση του μακεδονικού βασιλείου από τους Ρωμαίους κάποια από τα λεηλατημένα ανακτορικά κτήρια της Πέλλας μπορεί να στέγασαν τη διοικητική έδρα της τρίτης μερίδος (167-149 π.Χ.)[67]. Το 149-148 π.Χ. πιθανολογείται, πως ο Ανδρίσκος στέφθηκε βασιλέας στους ανακτορικούς χώρους. Μετά την καταστολή της επανάστασής του, η Πέλλα ορίστηκε πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας.

Η Πέλλα συνέχιζε να ακμάζει και υπό τη ρωμαϊκή κατοχή. Στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. όμως πρέπει να συνέβη σεισμός, συνοδευόμενος από βαρβαρικές επιδρομές και πολεμικές συγκρούσεις (όπως αυτή του βασιλέως του Πόντου Μυθριδάτη ΣΤ´ και του Σύλλα). Τα γεγονότα αυτά ανάγκασαν τους κατοίκους της Πέλλας να εγκαταλείψουν την πόλη[68].

Έτσι γύρω στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. τα άλλοτε βασιλικά κτήρια εγκαταλείφθηκαν, μαζί με την πόλη. Τον 6ο αι. μ.Χ. αναφέρεται σχετικά με την περιοχή το τοπωνύμιο Βασιλικὰ Ἀμύντου[69]. Ίσως περιέγραφε το άλλοτε ανακτορικό συγκρότημα. Ακολούθησε εκτεταμένη λιθολόγηση, έως την οθωμανική εποχή, όταν οικοδομικά υλικά από την περιοχή του ανακτόρου χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του χωρίου των Αγίων Αποστόλων (σημ. Παλαιά Πέλλα) και της κοντινής πόλεως των Γιαννιτσών (Yenidze Vardar). Στα ονόματα που αφορούσαν την περιοχή των αρχαίων ερειπίων μπορούμε να προσθέσουμε το τοπωνύμιο Παλάτια, που αναφέρει ο Μελέτιος, τον 18ο αι. μ.Χ.[70] και το όνομα Παλατίτσια που αναγράφει ο Μαργαρίτης Δήμιτσας στο έργο του κατά τα τέλη του 19ου αι. μ.Χ.[71]

  1. Σχετικά με το ανάκτορο της Πέλλας: Χ.Ι. Μακαρόνας, «Ανασκαφαί Πέλλης 1957-1960» ΑΔ 1960 Κείμενον σ.72-83, Αθήνα 1962.· Χ.Ι. Μακαρόνας, «Ανασκαφαί Πέλλης» ΑΔ 1963 Β´2 Χρονικά σ. 200-206, Αθήνα 1965.· Δ. Παπακωνσταντίνου-Διαμαντούρου, «Προβλήματα περί την Τοπογραφίαν της Πέλλης» στο «Αρχαία Μακεδονία II, Ανακοινώσεις κατά το Δεύτερο Διεθνές Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη 19-24 Αυγούστου 1973» σ. 343-358, Θεσσαλονίκη 1977.· Μ. Σιγανίδου, «Νομός Πέλλας, Πέλλα, Ακρόπολη» ΑΔ 1981 Β´2 Χρονικά σ. 315-318, Αθήνα 1988. Μ. Σιγανίδου, «Ανασκαφή Πέλλας υπό Μαρίας Σιγανίδου» ΠΑΕ 1981 τ. Α´σ. 42-54, Αθήνα 1983. Μ. Σιγανίδου, «Ανασκαφή Πέλλας υπό Μαρίας Σιγανίδου» ΠΑΕ 1982 τ. Α´σ. 57-62, Αθήνα 1984. Μ. Σιγανίδου, «Ανασκαφή Πέλλας υπό Μαρίας Σιγανίδου» ΠΑΕ 1983 τ. Α´σ. 58-68, Αθήνα 1986. Μ. Σιγανίδου, «Ανασκαφές Πέλλας υπό Μαρίας Σιγανίδου» ΠΑΕ 1984 τ. Α´σ. 75-94, Αθήνα 1988. Μ. Σιγανίδου, «Τα τείχη της Πέλλας» στο Αμητός: Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικο σ. 765-779, Θεσσαλονίκη 1987. Μ. Σιγανίδου, «Το ανακτορικό συγκρότημα της Πέλλας» ΑΕΜΘ 1987 σ. 119-124, Θεσσαλονίκη 1988. Μ. Σιγανίδου, «Ανασκαφική δραστηριότητα της ΙΖ´ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Έδεσσας κατά το 1988» ΑΕΜΘ 1988 σ. 69-74, Θεσσαλονίκη 1991. Μ. Σιγανίδου, «Το μνημειακό πρόπυλο του ανακτόρου της Πέλλας» ΑΕΜΘ 1989 σ. 59-68, Θεσσαλονίκη 1992. «Πέλλα» στο Το Έργον της Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά το 1981, Επιμ. Γ.Ε. Μυλωνάς σ. 20-23, Αθήνα 1982. «Πέλλα» στο Το Έργον της Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά το 1982, Επιμ. Γ.Ε. Μυλωνάς σ. 20, Αθήνα 1983. «Πέλλα» στο Το Έργον της Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά το 1985, Επιμ. Γ.Ε. Μυλωνάς σ. 28-30, Αθήνα 1986. «Πέλλα» στο Το Έργον της Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά το 1986, Πανυγηρικόν Τεύχος 1837-1987, Το Έργον της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας Επιμ. Γ.Ε. Μυλωνάς σ. 74-77, Αθήνα 1987. «Πέλλα» στο Το Έργον της Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά το 1987, Επιμ. Γ.Ε. Μυλωνάς σ. 65-68, Αθήνα 1988. «Πέλλα» στο Το Έργον της Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά το 1988, Επιμ. Β.Χ. Πετράκος σ. 80-85, Αθήνα 1989. Έργον 1981, 23· Β. Μισαηλίδου-Δεσποτίδου, «Ανασκαφή στο ανάκτορο της Πέλλας. Τομέας “υπόστυλου δωματίου”» ΑΕΜΘ 1988 σ. 101-112, Θεσσαλονίκη 1991. Π. Χρυσοστόμου, «Λουτρά στο ανάκτορο της Πέλλας» ΑΕΜΘ 1988 σ. 113-126, Θεσσαλονίκη 1991. Π. Χρυσοστόμου, «Το ανάκτορο της Πέλλας» ΑΕΜΘ 10Α 1996 σ. 105-142, Θεσσαλονίκη 1997. Π. Χρυσοστόμου, «Ανάκτορο Πέλλας και Πελλαίας χώρα κατά το 1999» ΑΕΜΘ 1999 σ. 491-506, Θεσσαλονίκη 2001. Π. Χρυσοστόμου, «Συμβολές στην Ιστορία της Ιατρικής στην Αρχαία Μακεδονία» στο «ΕΥΛΙΜΕΝΗ, Μελέτες στην Κλασική Αρχαιολογία, την Επιγραφική, τη Νομισματική και την Παπυρολογία, τόμος 3» σ. 99-117, Ρέθυμνο 2002. Π. Χρυσοστόμου, «Ανάκτορο Πέλλας 2001: “βασίλειος κάραβος”» ΑΕΜΘ 2001 σ. 441-450, Θεσσαλονίκη 2003. Π. Χρυσοστόμου, «Ανάκτορο Πέλλας 2002: “βασίλειος κάραβος”», ΑΕΜΘ 2002 σ. 447-456, Θεσσαλονίκη 2004. Π. Χρυσοστόμου, «Πέλλης βασίλειον» ΑΕΜΘ 2008 σ. 129-140, Θεσσαλονίκη 2011. Π. Χρυσοστόμου, «Το Ανάκτορο της Πέλλας» στο Μ. Λιλιμπάκη Ακαμάτη, Ι. Μ. Ακαμάτης, Α. Χρυσοστόμου, Π. Χρυσοστόμου «Το Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας», 2011. Ε. Τσιγαρίδα & Α. Σκίτσα, «Στοιχεία τέλεσης λατρείας στο Κτίριο I του Ανακτόρου της αρχαίας Πέλλας» στο «Πότνια Πέλλης, Τιμητικός τόμος για την Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη» σ. 107-113, Θεσσαλονίκη 2022. Ν. Βαλσαμίδης, "Ελληνιστικά Ανάκτορα: Τοπογραφική και Ιστορική Μελέτη" σ. 81-128, Θεσσαλονίκη 2025.
  2. Ε. Τσιγαρίδα & Α. Σκίτσα, «Στοιχεία τέλεσης λατρείας στο Κτίριο I του Ανακτόρου της αρχαίας Πέλλας» στο «Πότνια Πέλλης, Τιμητικός τόμος για την Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη» σ. 107, Θεσσαλονίκη 2022.
  3. «archaiologia.gr».
  4. Μ. Σιγανίδου, «Το μνημειακό πρόπυλο του ανακτόρου της Πέλλας» ΑΕΜΘ 1989 σ. 59-66, Θεσσαλονίκη 1992.
  5. I. Nielsen, “Hellenistic Palaces, Tradition and Renewal” Studies in Hellenistic Civilization · σ. 86 V, Aarhus University Press 1994.
  6. Ε. Τσιγαρίδα & Α. Σκίτσα, «Στοιχεία τέλεσης λατρείας στο Κτίριο I του Ανακτόρου της αρχαίας Πέλλας» στο «Πότνια Πέλλης, Τιμητικός τόμος για την Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη» σ. 108, Θεσσαλονίκη 2022.
  7. Π. Χρυσοστόμου, «Το Ανάκτορο της Πέλλας» στο Μ. Λιλιμπάκη Ακαμάτη, Ι. Μ. Ακαμάτης, Α. Χρυσοστόμου, Π. Χρυσοστόμου «Το Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας» σ. 133, 2011.
  8. Ε. Τσιγαρίδα & Α. Σκίτσα, «Στοιχεία τέλεσης λατρείας στο Κτίριο I του Ανακτόρου της αρχαίας Πέλλας» στο «Πότνια Πέλλης, Τιμητικός τόμος για την Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη» σ. 107, Θεσσαλονίκη 2022.
  9. Π. Χρυσοστόμου, «Το Ανάκτορο της Πέλλας» στο Μ. Λιλιμπάκη Ακαμάτη, Ι. Μ. Ακαμάτης, Α. Χρυσοστόμου, Π. Χρυσοστόμου «Το Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας» σ. 132, 2011.
  10. I. Nielsen, “Hellenistic Palaces, Tradition and Renewal” Studies in Hellenistic Civilization · σ. 91 V, Aarhus University Press 1994. F. M. Ferrara, “Basileus e Basileia, Forme e Luoghi Della Regalità Macedone”THIASOS Monografie 14, Roma 2020. σ. 209. W. Hoepfner, “Zum Typus der Basileia und der Königlichen Andrones” στο W. Hoepfner & G. Brands, “Basileia, die Paläste der Hellenistischen Könige”, σ. 1-43, Mainz am Rhein 1996 σ. 33.
  11. Ε. Τσιγαρίδα & Α. Σκίτσα, «Στοιχεία τέλεσης λατρείας στο Κτίριο I του Ανακτόρου της αρχαίας Πέλλας» στο «Πότνια Πέλλης, Τιμητικός τόμος για την Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη» σ. 110, Θεσσαλονίκη 2022.
  12. Λ. Γουναροπούλου, Π. Πασχίδης, Μ. Β. Χατζόπουλος, «Επιγραφές Κάτω Μακεδονίας, Τεύχος Β´, Μέρος Β´, Επιγραφές Κύρρου, Τύρισσας, Πέλλας, Αλλάντης, Ιχνών, Ευρωπού, Βόρειας Βοττίας, Αλμωπίας», Αθήνα 2015. σ. 604 M. B. Hatzopoulos, “Macedonian Palaces: Where King and City meet” στο I. Nielsen “The Royal Palace Institution in the First Millennium BC, Regional 399Development and Cultural Interchange between East and West” σ. 194, The Danish Institute Athens 2001.
  13. I. Nielsen, “Hellenistic Palaces, Tradition and Renewal” Studies in Hellenistic Civilization · σ. 178 V, Aarhus University Press 1994.
  14. Λ. Γουναροπούλου, Π. Πασχίδης, Μ. Β. Χατζόπουλος, «Επιγραφές Κάτω Μακεδονίας, Τεύχος Β´, Μέρος Β´, Επιγραφές Κύρρου, Τύρισσας, Πέλλας, Αλλάντης, Ιχνών, Ευρωπού, Βόρειας Βοττίας, Αλμωπίας», Αθήνα 2015. σ. 610. F. M. Ferrara, “Basileus e Basileia, Forme e Luoghi Della Regalità Macedone” THIASOS Monografie 14, Roma 2020.σ. 224.
  15. Βιτρούβιος DA, 5.11.
  16. Β. Μισαηλίδου-Δεσποτίδου, «Ανασκαφή στο ανάκτορο της Πέλλας» ΑΕΜΘ 1989 σ. 67-72, Θεσσαλονίκη 1992.
  17. Για το κτήριο V του ανακτόρου της Πέλλας: Π. Χρυσοστόμου, «Λουτρά στο ανάκτορο της Πέλλας» ΑΕΜΘ 1988 σ. 113-126, Θεσσαλονίκη 1991. Π. Χρυσοστόμου, «Το ανάκτορο της Πέλλας» ΑΕΜΘ 10Α 1996 σ. 105-142, Θεσσαλονίκη 1997. Π. Χρυσοστόμου, «Ανάκτορο Πέλλας και Πελλαίας χώρα κατά το 1999» ΑΕΜΘ 1999 σ. 491-506, Θεσσαλονίκη 2001. Π. Χρυσοστόμου, «Συμβολές στην Ιστορία της Ιατρικής στην Αρχαία Μακεδονία» στο «ΕΥΛΙΜΕΝΗ, Μελέτες στην Κλασική Αρχαιολογία, την Επιγραφική, τη Νομισματική και την Παπυρολογία, τόμος 3» σ. 99-117, Ρέθυμνο 2002. Π. Χρυσοστόμου, «Ανάκτορο Πέλλας 2001: “βασίλειος κάραβος”» ΑΕΜΘ 2001 σ. 441-450, Θεσσαλονίκη 2003. Π. Χρυσοστόμου, «Ανάκτορο Πέλλας 2002: “βασίλειος κάραβος”», ΑΕΜΘ 2002 σ. 447-456, Θεσσαλονίκη 2004. Π. Χρυσοστόμου, «Πέλλης βασίλειον» ΑΕΜΘ 2008 σ. 129-140, Θεσσαλονίκη 2011. Π. Χρυσοστόμου, «Το Ανάκτορο της Πέλλας» στο Μ. Λιλιμπάκη Ακαμάτη, Ι. Μ. Ακαμάτης, Α. Χρυσοστόμου, Π. Χρυσοστόμου «Το Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας», 2011.
  18. Για το κτήριο VI του ανακτόρου της Πέλλας: Π. Χρυσοστόμου, «Λουτρά στο ανάκτορο της Πέλλας» ΑΕΜΘ 1988 σ. 113-126, Θεσσαλονίκη 1991. Π. Χρυσοστόμου, «Το ανάκτορο της Πέλλας» ΑΕΜΘ 10Α 1996 σ. 105-142, Θεσσαλονίκη 1997. Π. Χρυσοστόμου, «Ανάκτορο Πέλλας και Πελλαίας χώρα κατά το 1999» ΑΕΜΘ 1999 σ. 491-506, Θεσσαλονίκη 2001. Π. Χρυσοστόμου, «Συμβολές στην Ιστορία της Ιατρικής στην Αρχαία Μακεδονία» στο «ΕΥΛΙΜΕΝΗ, Μελέτες στην Κλασική Αρχαιολογία, την Επιγραφική, τη Νομισματική και την Παπυρολογία, τόμος 3» σ. 99-117, Ρέθυμνο 2002. Π. Χρυσοστόμου, «Ανάκτορο Πέλλας 2001: “βασίλειος κάραβος”» ΑΕΜΘ 2001 σ. 441-450, Θεσσαλονίκη 2003. Π. Χρυσοστόμου, «Ανάκτορο Πέλλας 2002: “βασίλειος κάραβος”», ΑΕΜΘ 2002 σ. 447-456, Θεσσαλονίκη 2004. Π. Χρυσοστόμου, «Πέλλης βασίλειον» ΑΕΜΘ 2008 σ. 129-140, Θεσσαλονίκη 2011. Π. Χρυσοστόμου, «Το Ανάκτορο της Πέλλας» στο Μ. Λιλιμπάκη Ακαμάτη, Ι. Μ. Ακαμάτης, Α. Χρυσοστόμου, Π. Χρυσοστόμου «Το Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας», 2011.
  19. Π. Χρυσοστόμου, «Το Ανάκτορο της Πέλλας» στο Μ. Λιλιμπάκη Ακαμάτη, Ι. Μ. Ακαμάτης, Α. Χρυσοστόμου, Π. Χρυσοστόμου «Το Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας», 2011. σ. 58.
  20. Π. Χρυσοστόμου, «Το Ανάκτορο της Πέλλας» στο Μ. Λιλιμπάκη Ακαμάτη, Ι. Μ. Ακαμάτης, Α. Χρυσοστόμου, Π. Χρυσοστόμου «Το Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας», 2011. σ. 58.
  21. M. B. Hatzopoulos, “Macedonian Palaces: Where King and City meet” στο I. Nielsen “The Royal Palace Institution in the First Millennium BC, Regional 399Development and Cultural Interchange between East and West” σ. 191, The Danish Institute Athens 2001.
  22. Ι. Ακαμάτης, «Αρχαιολογική δραστηριότητα στην Πέλλα το 2008. Γενικά συμπεράσματα» ΑΕΜΘ 2008 σ. 141-146, Θεσσαλονίκη 2011.
  23. Χ.Ι. Μακαρόνας, «Πέλλα» ΑΔ 1971 Β´2 Χρονικά σ. 396-400, Αθήνα 1975. Χ.Ι. Μακαρόνας, «Πέλλα» ΑΔ 1972 Β´2 Χρονικά σ. 505-509, Αθήνα 1977.
  24. Πλούταρχος Ὄτι οὐδ’ ἡδέως ζῆν ἔστιν κατ’ Ἐπίκουρον, 13.
  25. M. Kopsacheili, “Palaces and elite residences in the Hellenistic East, late fourth to early first century BC: formation and purpose” Wolfson College, Michaelmas Term 2012. σ. 70 Δ. Παπακωνσταντίνου-Διαμαντούρου, «Προβλήματα περί την Τοπογραφίαν της Πέλλης» στο «Αρχαία Μακεδονία II, Ανακοινώσεις κατά το Δεύτερο Διεθνές Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη 19-24 Αυγούστου 1973» σ. 353, Θεσσαλονίκη 1977.
  26. M. Kopsacheili, “Palaces and elite residences in the Hellenistic East, late fourth to early first century BC: formation and purpose” Wolfson College, Michaelmas Term 2012. σ. 98-100.
  27. Διόδωρος 30.11.· Λίβιος 44.46.6-8.
  28. F. M. Ferrara, “Basileus e Basileia, Forme e Luoghi Della Regalità Macedone” THIASOS Monografie 14, Roma 2020.σ. 223.
  29. F. M. Ferrara, “Basileus e Basileia, Forme e Luoghi Della Regalità Macedone” THIASOS Monografie 14, Roma 2020.σ. 223.
  30. Δ. Παπακωνσταντίνου-Διαμαντούρου, «Προβλήματα περί την Τοπογραφίαν της Πέλλης» στο «Αρχαία Μακεδονία II, Ανακοινώσεις κατά το Δεύτερο Διεθνές Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη 19-24 Αυγούστου 1973» σ. 345, Θεσσαλονίκη 1977. M. Hatzopoulos, “Macedonian Institutions under the kings I” Μελετήματα 22, Athens 1996. σ. 293-294
  31. Ν. Βαλσαμίδης, "Ελληνιστικά Ανάκτορα: Τοπογραφική και Ιστορική Μελέτη" σ. 113, Θεσσαλονίκη 2025.
  32. Αιλιανός Varia Historia, 14.17.
  33. Μ. Λιλιμπάκη-Ακαμάτη, «Πέλλα, η πρωτεύουσα των αρχαίων Μακεδόνων. Η νεότερη ανασκαφική έρευνα» στο ¨Γνωριμία με τη γη του Αλεξάνδρου. Από τα προϊστορικά μέχρι τα νεότερα χρόνια. Ιστορία, Αρχαιολογία. Τέχνη στον Νομό Πέλλας. Πρακτικά Επιστημονικής Διημερίδας 15-16 Ιουνίου 2002» σ. 14-15, Θεσσαλονίκη 2003. M. Kopsacheili, “Palaces and elite residences in the Hellenistic East, late fourth to early first century BC: formation and purpose” Wolfson College, Michaelmas Term 2012. σ. 72-73.
  34. J. Morgan, “At Home with Royalty: Re-viewing the Hellenistic Palace” στο A. Erskine, L. Llewellyn-Jones, S. Wallace “The Hellenistic Court. Monarchic Power and Elite Society from Alexander to Cleopatra”, σ. 32, The Classical Press of Wales 2017.
  35. Μ. Β. Χατζόπουλος, «Η κεντρική διοίκηση, περίοδος βασιλείας» στο Δ. Β. Γραμμένος, «Στη Μακεδονία, Από τον 7ο αι. π.Χ. ως την ύστερη αρχαιότητα» σ. 102-103, Θεσσαλονίκη 2011.
  36. Διόδωρος 16.52.3. για Αρτάβαζο, σατράπη της Ελησποντιακής Φρυγίας το 352-349/8 π.Χ. Δημοσθένης Περὶ τοῦ στεφάνου, 67. για ιατρό Φίλιππο τον Ακαρνάνα. Αθήναιος 7.289c.· Αιλιανός 12.51. για ιατρό Μενεκράτη τον Συρακόσιο. Πλίνιος NH, 7.37. για ιατρό Ασκληπιάδη Κριτόβουλο.
  37. Αισχίνης 2.18-21., 38., 42., 47., 51-52.· Δημοσθένης 19.163. Αισχίνης 2.97-118.· Δημοσθένης 18.25-32., 19.150-176. Διόδωρος 16.59.1-2.
  38. Δημοσθένης 2.17-20.· Αισχίνης 2.47. Έφιππος FGrHist 126F 1.= Αθήναιος 3.120e.· Θεόπομπος FGrHist 115F 225.= Αθήναιος 5.260d.
  39. Διόδωρος 16.87.1.· Χάρης FGrHist 125H 19a-b.
  40. Πλούταρχος Ἀλέξανδρος, 5.4-5.
  41. Πλούταρχος Ἀλέξανδρος, 5.1.
  42. Πλούταρχος Ἀλέξανδρος, 10.3.
  43. Αρριανός 1.25.1-2. Διόδωρος 17.2.2-3
  44. Διόδωρος 17.16.1.
  45. F. M. Ferrara, “Basileus e Basileia, Forme e Luoghi Della Regalità Macedone” THIASOS Monografie 14, Roma 2020.σ. 362-364.
  46. Διόδωρος 19.89.2.
  47. Πλίνιος NH, 35.110. Διογένης Λαέρτιος, 2.115.
  48. Καλλισθένης FGrHist 124 F5.26 (Αθήναιος 8.352a) Μάχων Χρεῖαι, 9· Πλούταρχος Περὶ φυγῆς, 603c.
  49. Ανώνυμος (Φλέγων Ὀλυμπιάδες, FGrHist 257a) = Πάπυρος Οξυρρύγχου 17.2082, 3.15-26.
  50. Πλούταρχος Δημήτριος, 43.1 και 4.
  51. F. M. Ferrara, “Basileus e Basileia, Forme e Luoghi Della Regalità Macedone” THIASOS Monografie 14, Roma 2020.σ. 362.
  52. Π. Χρυσοστόμου, «Συνεισφορές σε Λατρείες Θεοτήτων και Ηρώων από τη Βοττιαία και την Πιερία της Μακεδονίας» στο «ΕΥΛΙΜΕΝΗ, Μελέτες στην Κλασική Αρχαιολογία, την Επιγραφική, τη Νομισματική και την Παπυρολογία, τόμος 4» σ. 142, Ρέθυμνο 2003.
  53. Ε. Τσιγαρίδα & Α. Σκίτσα, «Στοιχεία τέλεσης λατρείας στο Κτίριο I του Ανακτόρου της αρχαίας Πέλλας» στο «Πότνια Πέλλης, Τιμητικός τόμος για την Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη» σ. 111-112, Θεσσαλονίκη 2022.
  54. Αιλιανός VH, 2.20.· Διογένης Λαέρτιος 7.6-9. ΠαρακολούθησΗ ομιλιών του στωικού φιλοσόφου Ζήνωνος στην Αθήνα (Πλούταρχος Ἠθικά, 183d.).
  55. Αθήναιος 13.697b-e.·
  56. Διογένης Λαέρτιος 9.11. για φιλόσοφο Τίμωνα τον Φλιάσιο. Διογένης Λαέρτιος 7.169. για τον στωικό Κλεάνθη τον Άσσιο, Διογένης Λαέρτιος 2.141-142. για τον κυνικό Μενέδημο τον Ερετριέα. Διογένης Λαέρτιος 9.11. για τον Αρκεσίλαο από την Πιτάνη, τον ποιητή Άρατο τον Σολέα, τον δραματουργό Αλέξανδρο τον Αιτωλό, τον ποιητή Ανταγόρα τον Ρόδιο και τον ιστορικό Ιερώνυμο τον Καρδιανό.
    [1] Διογένης Λαέρτιος 9.11.
  57. Ιουστίνος 28.3.11.-16.
  58. Λίβιος 40.8.
  59. Λ. Γουναροπούλου, Π. Πασχίδης, Μ. Β. Χατζόπουλος, «Επιγραφές Κάτω Μακεδονίας, Τεύχος Β´, Μέρος Β´, Επιγραφές Κύρρου, Τύρισσας, Πέλλας, Αλλάντης, Ιχνών, Ευρωπού, Βόρειας Βοττίας, Αλμωπίας», Αθήνα 2015. σ. 607,
  60. J. Ma, “Court, King, and Power in Antigonid Macedonia” στο R. J. Lane Fox “Brill’s Companion to Ancient Macedon, Studies in the Archaeology and History of Macedon, 650 BC – 300 AD” σ. 524-537, Boston 2011.
  61. Πολύβιος 16.22.3-5. Πολύβιος 18.1.2.
  62. Μ. Β. Χατζόπουλος, «Η κεντρική διοίκηση, περίοδος βασιλείας» στο Δ. Β. Γραμμένος, «Στη Μακεδονία, Από τον 7ο αι. π.Χ. ως την ύστερη αρχαιότητα» σ. 47, Θεσσαλονίκη 2011
  63. Λίβιος 42.51.1-2.
  64. Λίβιος 44.43.5.
  65. Πλούταρχος Αἰμίλιος Παύλος, 32-34.
  66. Λίβιος 35.3., 37.10., 45.33.6-7.· Πλούταρχος Αἰμίλιος Παύλος, 28.10-11., 30.1-3.
  67. Πολύβιος 31.17.1-2.
  68. Π. Χρυσοστόμου, «Το ανάκτορο της Πέλλας» ΑΕΜΘ 10Α 1996 σ. 117-136, Θεσσαλονίκη 1997.
  69. Προκόπιος Περὶ κτισμάτων, 4.4.3.113.
  70. Μελέτιος Γεωγραφικά, 2.472.
  71. Μ. Γ. Δήμιτσας, «Μακεδονικά. Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας, Μέρος δεύτερον: Τοπογραφία», Αθήνα 1874. σ. 242.