Σουλεϊμάν ιμπν Αμπί Τζαφάρ
| Σουλεϊμάν ιμπν Αμπί Τζαφάρ | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Χώρα πολιτογράφησης | Χαλιφάτο των Αββασιδών |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | Βαλής στρατιωτικός ηγέτης |
| Οικογένεια | |
| Γονείς | αλ-Μανσούρ και Fatimah bint Muhammad al-Taymi |
| Αδέλφια | Τζαφάρ ιμπν Αμπνταλάχ αλ-Μανσούρ Αλ-Μαχντί Salih al-Miskin |
| Στρατιωτική σταδιοδρομία | |
| Πόλεμοι/μάχες | Fourth Fitna |
Ο Σουλεϊμάν ιμπν αλ-Μανσούρ (αραβ.: سليمان بن المنصور ), περισσότερο γνωστός ως Σουλεϊμάν ιμπν Αμπί Τζαφάρ (αραβ.: ), ήταν Αββασίδης πρίγκιπας. Υπηρέτησε ως κυβερνήτης τής Βασόρας, τής αλ-Τζαζίρα και τής Συρίας κατά τη διάρκεια τής βασιλείας τού ανιψιού του, χαλίφη Χαρούν αλ-Ρασίντ (βασ. 786–809). Υπηρέτησε επίσης στη Συρία υπό τον γιο και διάδοχο τού αλ-Ρασίντ, αλ-Αμίν.
Ο βίος του
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Σουλεϊμάν ήταν γιος τού χαλίφη των Αββασιδών αλ-Μανσούρ (βασ. 754–775 ) (το άλλο όνομα τού οποίου ήταν «Αμπού Τζαφάρ») και μίας από τις συζύγους του, τής Φατίμα μπιντ Μουχαμάντ αλ-Ταϊμί, εγγονής τού Ισά ιμπν Ταλχά αλ-Ταϊμί, ο οποίος ήταν γιος ενός από τούς κορυφαίους συντρόφους τού προφήτη τού Ισλάμ Μωάμεθ, τού Ταλχά ιμπν Ουμπαϊνταλά. [1] [2] Η κόρη τού Σουλεϊμάν, Αμπασά, ήταν σύζυγος τού χαλίφη Χαρούν αλ-Ρασίντ (βασ. 786–809 ), [1] γιού τού αδελφού τού Σουλεϊμάν, χαλίφη αλ-Μαχντί (βασ. 775–785 ). Υπό τον άλλο γιο και άμεσο διάδοχο τού αλ-Μαχντί, χαλίφη αλ-Χαντί (βασ. 785–786 ), ο Σουλεϊμάν ηγήθηκε τού προσκυνήματος τού Χατζ στη Μέκκα. [3] Κατά τη διάρκεια τής βασιλείας τού αλ-Ρασίντ, ο Σουλεϊμάν ηγήθηκε τού Χατζ το 793, [4] και υπηρέτησε ως κυβερνήτης τού χαλίφη στη Βασόρα, την αλ-Τζαζίρα και τη Συρία. [1]
Ο Σουλεϊμάν ανέλαβε από τον γιο και διάδοχο τού αλ-Ρασίντ, αλ-Αμίν, να εξασφαλίσει τούς όρκους πίστης στο χαλιφάτο του από τούς αντιφρονούντες τής ελίτ. [5] Ο αλ-Αμίν, ο οποίος ήταν επίσης συγγενής τού Σουλεϊμάν μέσω τής μητέρας του, [6] επαναδιόρισε τον Σουλεϊμάν για να κυβερνήσει τη Συρία γύρω στο 809-810, σε απάντηση στις αναταραχές στη Δαμασκό, που προκλήθηκαν από την κλοπή μίας πολύτιμης κρυστάλλινης κανάτας από το τζαμί των Ομεϋαδών από τον νυν κυβερνήτη, ανιψιό τού Σουλεϊμάν, Μανσούρ ιμπν αλ-Μαχντί. Η οργή ώθησε τούς κατοίκους τής Δαμασκού να αρνηθούν στην προσευχή την ηγεσία των Αββασιδών. [1] Ως κυβερνήτης τής Συρίας, ο Σουλεϊμάν ήταν «στύλος τού καθεστώτος των Αββασιδών», σύμφωνα με τον ιστορικό Βίλφερντ Μάντελουνγκ. [1]
Κατά τη διάρκεια τής Τέταρτης Φιτνά, τού εμφύλιου πολέμου που ξεκίνησε το 811 λόγω τής διαμάχης για τη διαδοχή μεταξύ τού αλ-Αμίν και τού αδελφού του αλ-Μαμούν, φυλές και τοπικοί μεγιστάνες σε πολλές περιοχές και πόλεις τής Συρίας απέλασαν εκπροσώπους των Αββασιδών. [7] Στη Δαμασκό, υπολείμματα τής δυναστείας των Ομεϋαδών, η οποία ανατράπηκε από το χαλιφάτο των Αββασιδών το 750, και οι υποστηρικτές τους, με επικεφαλής τον Αμπού αλ-Ουμαϊτίρ αλ-Σουφιανί, επιτέθηκαν στην κατοικία τού Σουλεϊμάν, το παλάτι τού αλ-Χατζάτζ ιμπν Γιουσούφ. Κατά την προετοιμασία για την εξέγερση, ο Σουλεϊμάν είχε φυλακίσει έναν πιστό των Αββασιδών, τον εξέχοντα αρχηγό των Καϊσί, Ιμπν Μπαϊχάς αλ-Κιλαμπί, στο ίδιο παλάτι. Ο Ιμπν Μπαϊχάς ήταν αντίπαλος των -κυρίως Γιαμανί- υποστηρικτών των Ομεϋαδών, αντιπάλων των Καϊσί. Ο Σουλεϊμάν απελευθέρωσε τον Ιμπν Μπαϊχάς κατά τη διάρκεια τής επίθεσης των Ομεϋαδών, και ο Ιμπν Μπαϊχάς τον βοήθησε να δραπετεύσει. Ο αρχηγός των Καϊσί τον συνόδευσε μέσω τού Χαουράν μέχρι το Θανιγιάτ αλ-Ουκάμπ. Από εκεί, ο Σουλεϊμάν κατευθύνθηκε προς την Κούφα στο Ιράκ. Κατά τη διαφυγή τους από τη Συρία, τα στρατεύματα των Αββασιδών δέχθηκαν επίθεση και λεηλασία από τους όχλους τής Δαμασκού. [8]
Μετά την επιστροφή του στο Ιράκ, ο Σουλεϊμάν παρέμεινε ανάμεσα στους κορυφαίους αντάρτες τού αλ-Αμίν, παραμένοντας μαζί του και με τα πιστά του στρατεύματα από την παράταξη αλ-αμπνά, καθώς οχυρώνονταν στην Πόλη τής Ειρήνης τής Βαγδάτης, καθώς ο στρατηγός τού αλ-Μαμούν, Ταχίρ ιμπν αλ-Χουσεΐν, τον περικύκλωνε. Σύμφωνα με μία αφήγηση που αναφέρεται στην ιστορία τού αλ-Ταμπαρί (απεβ. 937), ο Σουλεϊμάν ήταν ανάμεσα σε εκείνους που προσέγγισε ο Ταχίρ, για να πείσει τον αλ-Αμίν να παραδοθεί στον αλ-Μαμούν. [9]
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 4 5 Madelung 2000, σελ. 328.
- ↑ Kennedy 1990.
- ↑ Bosworth 1989, σελ. 23.
- ↑ Bosworth 1989, σελ. 138.
- ↑ Fishbein 1992, σελ. 3.
- ↑ Fishbein 1992, σελ. 239, note 805.
- ↑ Madelung 2000, σελ. 330, 333–334.
- ↑ Madelung 2000, σελ. 331.
- ↑ Fishbein 1992.
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Bosworth, C. E., ed. (1989). The History of al-Ṭabarī, Volume XXX: The ʿAbbāsid Caliphate in Equilibrium: The Caliphates of Mūsā al-Hādī and Hārūn al-Rashīd, A.D. 785–809/A.H. 169–192. SUNY Series in Near Eastern Studies. Albany, New York: State University of New York Press. ISBN 978-0-88706-564-4.
- Kennedy, Hugh, ed. (1990). The History of al-Ṭabarī, Volume XXIX: Al-Mansūr and al-Mahdī, A.D. 763–786/A.H. 146–169. SUNY Series in Near Eastern Studies. Albany, New York: State University of New York Press. ISBN 978-0-7914-0142-2.
- Fishbein, Michael, ed. (1992). The History of al-Ṭabarī, Volume XXXI: The War Between Brothers: The Caliphate of Muḥammad al-Amīn, A.D. 809–813/A.H. 193–198. SUNY Series in Near Eastern Studies. Albany, New York: State University of New York Press. ISBN 978-0-7914-1085-1.
- Madelung, Wilferd (2000). «Abūʾl ʿAmayṭar the Sufyānī». Jerusalem Studies in Arabic and Islam 24: 327–343. https://books.google.com/books?id=AI5tAAAAMAAJ.
- Cobb, Paul M. (2001). White Banners: Contention in 'Abbasid Syria, 750–880. SUNY Press. ISBN 978-0-7914-4880-9.