close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σουλεϊμάν ιμπν Αμπί Τζαφάρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Σουλεϊμάν ιμπν Αμπί Τζαφάρ
Γενικές πληροφορίες
Χώρα πολιτογράφησηςΧαλιφάτο των Αββασιδών
Πληροφορίες ασχολίας
ΙδιότηταΒαλής
στρατιωτικός ηγέτης
Οικογένεια
Γονείςαλ-Μανσούρ και Fatimah bint Muhammad al-Taymi
ΑδέλφιαΤζαφάρ ιμπν Αμπνταλάχ αλ-Μανσούρ
Αλ-Μαχντί
Salih al-Miskin
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχεςFourth Fitna

Ο Σουλεϊμάν ιμπν αλ-Μανσούρ (αραβ.: سليمان بن المنصور ), περισσότερο γνωστός ως Σουλεϊμάν ιμπν Αμπί Τζαφάρ (αραβ.: ), ήταν Αββασίδης πρίγκιπας. Υπηρέτησε ως κυβερνήτης τής Βασόρας, τής αλ-Τζαζίρα και τής Συρίας κατά τη διάρκεια τής βασιλείας τού ανιψιού του, χαλίφη Χαρούν αλ-Ρασίντ (βασ. 786–809). Υπηρέτησε επίσης στη Συρία υπό τον γιο και διάδοχο τού αλ-Ρασίντ, αλ-Αμίν.

Ο Σουλεϊμάν ήταν γιος τού χαλίφη των Αββασιδών αλ-Μανσούρ (βασ. 754–775 ) (το άλλο όνομα τού οποίου ήταν «Αμπού Τζαφάρ») και μίας από τις συζύγους του, τής Φατίμα μπιντ Μουχαμάντ αλ-Ταϊμί, εγγονής τού Ισά ιμπν Ταλχά αλ-Ταϊμί, ο οποίος ήταν γιος ενός από τούς κορυφαίους συντρόφους τού προφήτη τού Ισλάμ Μωάμεθ, τού Ταλχά ιμπν Ουμπαϊνταλά. [1] [2] Η κόρη τού Σουλεϊμάν, Αμπασά, ήταν σύζυγος τού χαλίφη Χαρούν αλ-Ρασίντ (βασ. 786–809 ), [1] γιού τού αδελφού τού Σουλεϊμάν, χαλίφη αλ-Μαχντί (βασ. 775–785 ). Υπό τον άλλο γιο και άμεσο διάδοχο τού αλ-Μαχντί, χαλίφη αλ-Χαντί (βασ. 785–786 ), ο Σουλεϊμάν ηγήθηκε τού προσκυνήματος τού Χατζ στη Μέκκα. [3] Κατά τη διάρκεια τής βασιλείας τού αλ-Ρασίντ, ο Σουλεϊμάν ηγήθηκε τού Χατζ το 793, [4] και υπηρέτησε ως κυβερνήτης τού χαλίφη στη Βασόρα, την αλ-Τζαζίρα και τη Συρία. [1]

Ο Σουλεϊμάν ανέλαβε από τον γιο και διάδοχο τού αλ-Ρασίντ, αλ-Αμίν, να εξασφαλίσει τούς όρκους πίστης στο χαλιφάτο του από τούς αντιφρονούντες τής ελίτ. [5] Ο αλ-Αμίν, ο οποίος ήταν επίσης συγγενής τού Σουλεϊμάν μέσω τής μητέρας του, [6] επαναδιόρισε τον Σουλεϊμάν για να κυβερνήσει τη Συρία γύρω στο 809-810, σε απάντηση στις αναταραχές στη Δαμασκό, που προκλήθηκαν από την κλοπή μίας πολύτιμης κρυστάλλινης κανάτας από το τζαμί των Ομεϋαδών από τον νυν κυβερνήτη, ανιψιό τού Σουλεϊμάν, Μανσούρ ιμπν αλ-Μαχντί. Η οργή ώθησε τούς κατοίκους τής Δαμασκού να αρνηθούν στην προσευχή την ηγεσία των Αββασιδών. [1] Ως κυβερνήτης τής Συρίας, ο Σουλεϊμάν ήταν «στύλος τού καθεστώτος των Αββασιδών», σύμφωνα με τον ιστορικό Βίλφερντ Μάντελουνγκ. [1]

Κατά τη διάρκεια τής Τέταρτης Φιτνά, τού εμφύλιου πολέμου που ξεκίνησε το 811 λόγω τής διαμάχης για τη διαδοχή μεταξύ τού αλ-Αμίν και τού αδελφού του αλ-Μαμούν, φυλές και τοπικοί μεγιστάνες σε πολλές περιοχές και πόλεις τής Συρίας απέλασαν εκπροσώπους των Αββασιδών. [7] Στη Δαμασκό, υπολείμματα τής δυναστείας των Ομεϋαδών, η οποία ανατράπηκε από το χαλιφάτο των Αββασιδών το 750, και οι υποστηρικτές τους, με επικεφαλής τον Αμπού αλ-Ουμαϊτίρ αλ-Σουφιανί, επιτέθηκαν στην κατοικία τού Σουλεϊμάν, το παλάτι τού αλ-Χατζάτζ ιμπν Γιουσούφ. Κατά την προετοιμασία για την εξέγερση, ο Σουλεϊμάν είχε φυλακίσει έναν πιστό των Αββασιδών, τον εξέχοντα αρχηγό των Καϊσί, Ιμπν Μπαϊχάς αλ-Κιλαμπί, στο ίδιο παλάτι. Ο Ιμπν Μπαϊχάς ήταν αντίπαλος των -κυρίως Γιαμανί- υποστηρικτών των Ομεϋαδών, αντιπάλων των Καϊσί. Ο Σουλεϊμάν απελευθέρωσε τον Ιμπν Μπαϊχάς κατά τη διάρκεια τής επίθεσης των Ομεϋαδών, και ο Ιμπν Μπαϊχάς τον βοήθησε να δραπετεύσει. Ο αρχηγός των Καϊσί τον συνόδευσε μέσω τού Χαουράν μέχρι το Θανιγιάτ αλ-Ουκάμπ. Από εκεί, ο Σουλεϊμάν κατευθύνθηκε προς την Κούφα στο Ιράκ. Κατά τη διαφυγή τους από τη Συρία, τα στρατεύματα των Αββασιδών δέχθηκαν επίθεση και λεηλασία από τους όχλους τής Δαμασκού. [8]

Μετά την επιστροφή του στο Ιράκ, ο Σουλεϊμάν παρέμεινε ανάμεσα στους κορυφαίους αντάρτες τού αλ-Αμίν, παραμένοντας μαζί του και με τα πιστά του στρατεύματα από την παράταξη αλ-αμπνά, καθώς οχυρώνονταν στην Πόλη τής Ειρήνης τής Βαγδάτης, καθώς ο στρατηγός τού αλ-Μαμούν, Ταχίρ ιμπν αλ-Χουσεΐν, τον περικύκλωνε. Σύμφωνα με μία αφήγηση που αναφέρεται στην ιστορία τού αλ-Ταμπαρί (απεβ. 937), ο Σουλεϊμάν ήταν ανάμεσα σε εκείνους που προσέγγισε ο Ταχίρ, για να πείσει τον αλ-Αμίν να παραδοθεί στον αλ-Μαμούν. [9]

  1. 1 2 3 4 5 Madelung 2000, σελ. 328.
  2. Kennedy 1990.
  3. Bosworth 1989, σελ. 23.
  4. Bosworth 1989, σελ. 138.
  5. Fishbein 1992, σελ. 3.
  6. Fishbein 1992, σελ. 239, note 805.
  7. Madelung 2000, σελ. 330, 333–334.
  8. Madelung 2000, σελ. 331.
  9. Fishbein 1992.
  • Bosworth, C. E., ed. (1989). The History of al-Ṭabarī, Volume XXX: The ʿAbbāsid Caliphate in Equilibrium: The Caliphates of Mūsā al-Hādī and Hārūn al-Rashīd, A.D. 785–809/A.H. 169–192. SUNY Series in Near Eastern Studies. Albany, New York: State University of New York Press. ISBN 978-0-88706-564-4.
  • Kennedy, Hugh, ed. (1990). The History of al-Ṭabarī, Volume XXIX: Al-Mansūr and al-Mahdī, A.D. 763–786/A.H. 146–169. SUNY Series in Near Eastern Studies. Albany, New York: State University of New York Press. ISBN 978-0-7914-0142-2.
  • Fishbein, Michael, ed. (1992). The History of al-Ṭabarī, Volume XXXI: The War Between Brothers: The Caliphate of Muḥammad al-Amīn, A.D. 809–813/A.H. 193–198. SUNY Series in Near Eastern Studies. Albany, New York: State University of New York Press. ISBN 978-0-7914-1085-1.
  • Madelung, Wilferd (2000). «Abūʾl ʿAmayṭar the Sufyānī». Jerusalem Studies in Arabic and Islam 24: 327–343. https://books.google.com/books?id=AI5tAAAAMAAJ. 
  • Cobb, Paul M. (2001). White Banners: Contention in 'Abbasid Syria, 750–880. SUNY Press. ISBN 978-0-7914-4880-9.