Πριγκιπάτο του Σμολένσκ
| (Μεγάλο) Πριγκιπάτο του Σμολένσκ | ||
|---|---|---|
| ||
Πριγκιπάτο του Σμολένσκ (1237) | ||
| Σμολένσκ | ||
Θρησκεία | Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία | |
| μοναρχία | ||
| Βιάτσεσλαβ Γιαροσλάβιτς | ||
| Ανεξαρτησία | 1387-1404 | |
Το Πριγκιπάτο του Σμολένσκ (τελικά Μεγάλο Πριγκιπάτο του Σμολένσκ) ήταν μια ρουθηνική κυριαρχία από τον 11ο έως τον 16ο αιώνα. Μέχρι το 1127, όταν πέρασε στον Ροστισλάβ Μστισλάβιτς, το πριγκιπάτο ήταν μέρος της γης του Κιέβου. Το πριγκιπάτο σταδιακά τέθηκε υπό λιθουανική επιρροή και ενσωματώθηκε στο Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας το 1404. Το πριγκιπάτο αναδιοργανώθηκε στο Βοεβοδάτο του Σμολένσκ το 1508. Το Πριγκιπάτο της Μόσχας έλεγχε την πόλη από το 1514 έως το 1611 και στη συνέχεια ανακαταλήφθηκε από την Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία. Το Τσαρικό Κράτος της Ρωσίας ανακατέλαβε την πόλη το 1654.
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Βρισκόμενο στον άνω ποταμό Δνείπερο, το Σμολένσκ αναδείχθηκε σε κέντρο του λαού των Κριβιτσηνών[1] ελέγχοντας την πρόσβαση από το Βελίκι Νόβγκοροντ και το Πολότσκ στον Δνείπερο κατάντη προς το Κίεβο[2].
Ρως του Κιέβου
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Απόγονοι του πρίγκιπα Γιαροσλάβ Α΄ του Κιέβου (πέθανε το 1054) κυβέρνησαν το πριγκιπάτο μέχρι το 1125, ξεκινώντας με τον Βιατσεσλάβ Γιαροσλάβιτς[3]. Μετά τον θάνατο του πρίγκιπα Βλαδίμηρου Β΄ Μονομάχου του Κιέβου, ο γιος του, Μστισλάβ Α΄ Βλαντιμίροβιτς, έγινε πρίγκιπας του Κιέβου. Ο γιος του Μστισλάβ, Ροστισλάβ Μστισλάβιτς, έγινε πρίγκιπας του Σμολένσκ (1125–1160) και πρίγκιπας του Κιέβου ( 1158–1167 [4]). Ήταν ο γενάρχης των Ροστισλάβιτσι του Σμολένσκ, μιας από τις τέσσερις μεγάλες φυλές των Ρως του Κιέβου[4].
Το Σμολένσκ απέκτησε τη δική του ορθόδοξη επισκοπή υπό τον Επίσκοπο του Σμολένσκ το 1136[5]. Το πριγκιπάτο περιλάμβανε μια σειρά από άλλες σημαντικές πόλεις, που συνήθως κατείχαν υποδεέστερη θέση, αξιοσημείωτες μεταξύ των οποίων το Μπριάνσκ, το Βιάζμα και το Μοζάισκ[6]. Οι Ροστισλάβιτσι ήταν πολύ δραστήριοι στους αγώνες για δυναστική διαδοχή στο Κίεβο και σε άλλες ηγεμονίες των Ρως, καταφέρνοντας να κυριαρχήσουν στη δυτική Ρωσία από το Νόβγκοροντ στα βορειοδυτικά έως τη Γαλικία στα νοτιοδυτικά μέχρι τη δεκαετία του 1210[7]. Ο Μστισλάβ Ρομάνοβιτς και ο Βλαντιμίρ Ριουρίκοβιτς κάθισαν στον θρόνο του Κιέβου από το 1212 έως το 1235, λίγα χρόνια πριν από την μογγολική εισβολή των Ρως του Κιέβου[7].
Χρυσή Ορδή, Λιθουανία και Μοσχοβία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι απόγονοι του Ροστισλάβ κυβέρνησαν το πριγκιπάτο μέχρι το 1404. Γύρω στο 1339, τέθηκε υπό την επιρροή του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας[8]. Η σχέση ήταν περίπλοκη. Το 1355, ο Αλγκίρντας, Μέγας Δούκας της Λιθουανίας, επιτέθηκε στο Σμολένσκ και κατέλαβε το Ρζεφ, το Μπέλι, το Μστσισλάβ και το Τορόπετς. Οι Πρίγκιπες του Σμολένσκ στράφηκαν προς το Πριγκιπάτο της Μόσχας για συμμαχία εναντίον της Λιθουανίας, αλλά το 1368 ενώθηκαν με τον Αλγκίρντας στην εκστρατεία του εναντίον της Μόσχας. Το Σμολένσκ αργότερα πολέμησε στο πλευρό της Μόσχας εναντίον του Μιχαήλ Β΄ του Τβερ το 1372–1374 και εναντίον της Χρυσής Ορδής στη Μάχη του Κουλίκοβο (1380)[8].

Το 1386, ο πρίγκιπας Σβιατοσλάβ Δ' του Σμολένσκ σκοτώθηκε στη Μάχη του ποταμού Βίχρα εναντίον των Λιθουανών, όταν υποστήριξε τον Αντρέι του Πολότσκ και την εξέγερσή του εναντίον του νεότερου ετεροθαλή αδελφού του, Γιογκάιλα. Ωστόσο, ο Σκιργκάιλα, ο αρχηγός των λιθουανικών δυνάμεων στη μάχη, παντρεύτηκε την ανιψιά του Σβιατοσλάβ και έδωσε άδεια στον Γιούρι του Σμολένσκ να αναλάβει την ηγεσία, διαδεχόμενος τον πατέρα του[8].
Το 1395, ο Μέγας Δούκας Βιτάουτας της Λιθουανίας κατέλαβε το Σμολένσκ και τοποθέτησε εκεί τον κυβερνήτη του. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Βιτάουτας ηττήθηκε από τους Τατάρους στη Μάχη του ποταμού Βόρσκλα. Το 1401, ο Γιούρι και ο Όλεγκ Κοροτόπολ του Ριαζάν εκμεταλλεύτηκαν την δύσκολη θέση του για να ανακαταλάβουν το Σμολένσκ και το Μπριάνσκ. Ο Βιτάουτας επιχείρησε να ανακαταλάβει το Σμολένσκ το 1401 και το 1403. Το 1404, οι βογιάροι του Σμολένσκ άνοιξαν τις πύλες της πόλης στον Βιτάουτας και παρέδωσαν την πόλη το 1404.
Το Πριγκιπάτο της Μόσχας υπό τον Βασίλειο Γ΄ κατέλαβε το Σμόλενσκ το 1514[9], αλλά το έχασε ξανά το 1611 κατά τη διάρκεια του Πολωνο-Μοσχοβιτικού Πολέμου του 1605-1618 ως αποτέλεσμα της Πολιορκίας του Σμολένσκ (1609-1611). Η περιοχή ενσωματώθηκε στην Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία ως το αναστηλωμένο Βοϊβοδάτο του Σμολένσκ. Τον 17ο αιώνα, οι Ρως υπό ρωσικό έλεγχο προσπάθησαν να επαναφέρουν την πόλη στο αναπτυσσόμενο κράτος τους και, παρά την ήττα στον «Πόλεμο του Σμόλενσκ» (1632-1634), το Τσαρικό Κράτος της Ρωσίας κατέλαβε την πόλη το 1654, σε μια εποχή που η εξέγερση των Κοζάκων του Δνείπερου στην Εξέγερση του Χμελνίτσκι (1648-1657) απέσπασε εν μέρει την προσοχή της Κοινοπολιτείας.
Οικονομία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η περίφημη εμπορική οδός από τους Βαράγγους στους Έλληνες περνούσε από το πριγκιπάτο και αποτελούσε σημαντική πηγή εισοδήματος για τους ηγεμόνες του. Το εμπόριο με τη Ρίγα και το Βίσμπι αναπτύχθηκε στο δεύτερο μισό του 12ου και 13ου αιώνα. Το κερί ήταν το κύριο εξαγώγιμο προϊόν, ακολουθούμενο από το μέλι και τις γούνες. Οι κύριες εισαγωγές από την Ευρώπη ήταν υφάσματα και αργότερα, αλάτι, λιχουδιές και κρασί[10].
Φωτογραφική συλλογή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Martin 2007, σελ. 3.
- ↑ Martin 2007, σελ. 16.
- ↑ Martin 2007, σελ. 29.
- 1 2 Martin 2007.
- ↑ Martin 2007, σελ. 84.
- ↑ Martin 2007, σελ. 171.
- 1 2 Martin 2007, σελ. 109.
- 1 2 3 Baranauskienė, Inga (February 2012). «Onos Vytautienės kilmė ir giminė» (στα lt). Kultūros barai 2: 65–66. ISSN 0134-3106. http://www.lmka.lt/onos-vytautienes-kilme-ir-gimine/.
- ↑ Martin 2007, σελ. xxiv.
- ↑ Алексеев, Л. В. (1980). (στα Russian). Moscow: Наука. σελίδες 64–93. Missing or empty
|title=(βοήθεια)
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Franklin, Simon, and Shepard, Jonathan, The Emergence of Rus, 750–1200, (Longman History of Russia, Harlow, 1996).
- Halperin, Charles J. (1987). Russia and the Golden Horde: The Mongol Impact on Medieval Russian History. Indiana University. σελ. 222. ISBN 9781850430575.
- Martin, Janet (2007). Medieval Russia: 980–1584. Second Edition. E-book. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 978-0-511-36800-4.
