Πολιορκία του Χαλεπίου (637)
| Πολιορκία του Χαλεπίου (637) | |
|---|---|
| δεδομένα () |
Η πολιορκία του Χαλεπίου, τού Ρωμαϊκού οχυρού, και ενός από τα λίγα εναπομείναντα Ρωμαϊκά κάστρα στο βόρειο Λεβάντε, μετά την αποφασιστική Μάχη τού Ιερομύακος ποταμού, πραγματοποιήθηκε μεταξύ Αυγούστου και Οκτωβρίου 637.
Επισκόπηση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μετά την αποφασιστική Μάχη τού Ιερομύακα ποταμού, οι Μουσουλμάνοι βάδισαν βόρεια, προς τα βαθύτερα μέσα στη Συρία. Αφού κατέλαβαν πολλές μικρές και μεγάλες πόλεις, τόσο ο Αμπού Ουμπάιντα ιμπν αλ-Τζάρα, όσο και ο Χαλίντ ιμπν αλ-Ουαλίντ συναντήθηκαν στο Κινασάριν και βάδισαν προς το Χαλέπιο, όπου μία ισχυρή φρουρά υπό τον Ρωμαίο στρατηγό Ιωακείμ κρατούσε το φρούριο. Το Χαλέπιο αποτελούνταν από μία μεγάλη περιτειχισμένη πόλη, και ένα μικρότερο, αλλά ουσιαστικά απόρθητο, φρούριο έξω από την πόλη, στην κορυφή ενός λόφου, διαμέτρου λίγο περισσότερο από ένα τέταρτο τού μιλίου, περιτριγυρισμένο από μία φαρδιά τάφρο.
Η μάχη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Ρωμαίος διοικητής στο Χαλέπιο, Ιωακείμ, συνάντησε τον μουσουλμανικό στρατό υπό τις εντολές τού Χαλίντ και τού Αμπού Ουμπάιντα σε ανοιχτό χώρο, έξω από το φρούριο. Ηττήθηκε, και υποχώρησε βιαστικά προς το φρούριο. Εξαπέλυσε με τόλμη πολλές εφορμήσεις για να σπάσει την πολιορκία, αλλά αποτύγχανε κάθε φορά. Ο Ιωακείμ δεν έλαβε κάποιο σημάδι βοήθειας από τον Αυτοκράτορα Ηράκλειο (ο οποίος πράγματι δεν μπορούσε να στείλει καμία). Κατά συνέπεια, γύρω στον Οκτώβριο τού 637, οι Ρωμαίοι παραδόθηκαν με όρους, σύμφωνα με τούς οποίους οι στρατιώτες τής φρουράς είχαν τη δυνατότητα να αναχωρήσουν ειρηνικά.
Οι συνέπειες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Ιωακείμ ασπάστηκε το Ισλάμ μαζί με τούς 4.000 Έλληνες στρατιώτες του. Αποδείχθηκε ένας αξιοσημείωτα ικανός και πιστός αξιωματικός στο χαλιφάτο, και πολέμησε γενναία υπό διάφορους Μουσουλμάνους στρατηγούς. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Πίτερ Κρόφορντ, η περιγραφή τής μεταστροφής τού Ιωακείμ με τούς 4.000 στρατιώτες του είναι αμφίβολη. [2] Ο Αμπού Ουμπάιντα ιμπν αλ-Τζάρα έστειλε μία φάλαγγα υπό τον Μαλίκ αλ-Αστάρ για να καταλάβει τι Αζάζιο στο δρόμο προς τη «Ρώμη». Η περιοχή που οι Μουσουλμάνοι ονόμαζαν "Ρώμη" περιλάμβανε την περιοχή που βρίσκεται τώρα στη Νότια Μ. Ασία, ανατολικά των ορέων τού Ταύρου. Ο Μαλίκ, με τη βοήθεια τού Ιωακείμ, κατέλαβε το Αζάζιο, και υπέγραψε συμφωνία με τούς εντόπιους κατοίκους, μετά την οποία επέστρεψε στο Χαλέπιο. Η κατάληψη και η εκκαθάριση τού Αζάζιου ήταν απαραίτητη, για να διασφαλιστεί ότι δεν θα παρέμεναν μεγάλες Ρωμαϊκές δυνάμεις βόρεια τού Χαλεπίου, από όπου θα μπορούσαν να χτυπήσουν τα πλευρά και τα νώτα των Μουσουλμάνων, καθώς θα ξεκινούσε η επόμενη μεγάλη επιχείρηση. Μόλις ο Μαλίκ μπιν Αστάρ επανεντάχθηκε στον στρατό, ο Αμπού Ουμπάιντα βάδισε δυτικά για να καταλάβει την Αντιόχεια, η οποία καταλήφθηκε μετά τη Μάχη τής Σιδεράς Γέφυρας στις 30 Οκτωβρίου 637.[3]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Folio from a Rawdat al-safa (Garden of felicity) by Mirkhwand (d. 1498)». National Museum of Asian Art.
- ↑ Crawford 2013, σελ. 151.
- ↑ Muhammad ibn Jarir al-Tabari. History of the Prophets and Kings, Vol. 3, p. 98.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Α.Ι. Άκραμ, Το Σπαθί του Αλλάχ: Χαλίντ μπιν αλ-Ουαλίντ, Η Ζωή και οι Εκστρατείες του, Εκδόσεις Nat., Ραβαλπίντι (1970).
- Crawford, Peter (2013). The War of the Three Gods: Romans, Persians and the Rise of Islam. Barnsley, Great Britain: Pen & Sword Military. ISBN 978-1-84884-612-8.