close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πολιορκία της Έμεσας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πολιορκία της Έμεσας
δεδομένα (π  σ  ε )

Η πολιορκία της Έμεσας πραγματοποιήθηκε από τις δυνάμεις του χαλιφάτου Ρασιντούν από τον Δεκέμβριο τού 635 έως τον Μάρτιο τού 636. Αυτό οδήγησε στην ισλαμική κατάκτηση τής Έμεσας, η οποία ήταν μία σημαντική εμπορική πόλη τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Μετά από μία αποφασιστική νίκη στη Μάχη τού Ατζνανταΐν, ο μουσουλμανικός στρατός κατέκτησε τη Δαμασκό μετά από σχεδόν 13μηνη πολιορκία, τον Σεπτέμβριο τού 634. Ο στρατός συνέχισε την πορεία του προς τα βόρεια, και στα τέλη τού 635 ο Αμπού Ουμπάιντα ιμπν αλ-Τζαράχ έστειλε τον Χαλίντ ιμπν αλ-Ουαλίντ με την κινητή φρουρά του να ξεκινήσει την πολιορκία τής Έμεσας, και αργότερα ενώθηκε μαζί του με το κύριο σώμα τού στρατού. Οι Ρωμαϊκές φρουρές τής Έμεσας και της Κινασρίν έκαναν ανακωχή με τον μουσουλμανικό στρατό. Συμφωνήθηκε ότι η Έμεσα θα πλήρωνε 10.000 δηνάρια, και θα παρέδιδε 100 ενδύματα από μπροκάρ, και σε αντάλλαγμα ο μουσουλμανικός στρατός δεν θα επιτίθετο στην Έμεσα για έναν χρόνο. Ωστόσο εάν έφθαναν Ρωμαϊκές ενισχύσεις για να ενισχύσουν τις φρουρές τής Έμεσας, τότε η ανακωχή θα έπαυε να ισχύει. Οι πύλες τής Έμεσας άνοιξαν, μόλις υπογράφηκε η ανακωχή, και στη συνέχεια υπήρξε ελεύθερη κυκλοφορία μουσουλμάνων μέσα και έξω από τις αγορές τής Έμεσας, προωθώντας τις οικονομίες των μεγάλων Ρωμαϊκών πόλεων. Η φρουρά τού Κινασρίν έκανε την εκεχειρία με τούς ίδιους όρους. Ωστόσο, οι κυβερνήτες τής Έμεσας και τού Κινασρίν έκαναν την εκεχειρία για λόγους σκοπιμότητας. Και οι δύο ήλπιζαν, ότι οι φρουρές τους θα ενισχύονταν από τον Αυτοκράτορα Ηράκλειο, και μόλις αυτό συνέβαινε, θα αποκήρυτταν τον εκβιασμό των Μουσουλμάνων. Μουσουλμανικοί στρατοί έκαναν επιδρομές σε πολλές πόλεις στη βόρεια Συρία, καθώς και στις μεγάλες πόλεις Αρέθουσα, Χάμα, Σαϊζάρ, Απάμεια (γνωστή σήμερα ως Καλαάτ αλ-Μαντίκ) και Αλ Μααρά (τώρα Μααράτ αλ-Νουμάν). Μία προς μία, κάθε πόλη και κωμόπολη που έπεφτε στα χέρια τού μουσουλμανικού στρατού παραδιδόταν ειρηνικά, και συμφώνησε να πληρώσει jizya.

Ενώ οι Μουσουλμάνοι βρίσκονταν στη Σαϊζάρ, άκουσαν για Ρωμαϊκές ενισχύσεις που κινούνταν προς την Κιννασρίν και την Έμεσα. Αυτό φυσικά οδήγησε στην ακύρωση τής εκεχειρίας, που είχε επικυρώσει η πόλη τής Έμεσας. Η άφιξη τού χειμώνα έδωσε στη Ρωμαϊκή φρουρά μία περαιτέρω διαβεβαίωση επιτυχίας. Στα φρούριά τους θα ήταν καλύτερα προστατευμένοι από το κρύο από τούς Μουσουλμάνους Άραβες, οι οποίοι δεν ήταν συνηθισμένοι στο έντονο κρύο, και με μόνο τις σκηνές τους για να τούς παρέχουν καταφύγιο θα υπέφεραν σοβαρά από τον συριακό χειμώνα. Ο Ηράκλειος έγραψε στον Χαρμπή, τον στρατιωτικό κυβερνήτη τής Έμεσας: «η τροφή αυτών των ανθρώπων είναι η σάρκα τής καμήλας, και το ποτό τους το γάλα της. Δεν αντέχουν το κρύο. Πολεμήστε τους κάθε κρύα μέρα, ώστε να μην μείνει κανένας τους μέχρι την άνοιξη».

Ο Αμπού Ουμπάιντα αποφάσισε να καταλάβει πρώτα την Έμεσα, και έτσι εκκαθάρισε το πίσω μέρος του από τον εχθρό, πριν αναλάβει πιο σοβαρές επιχειρήσεις στη βόρεια Συρία. Κατά συνέπεια ο μουσουλμανικός στρατός βάδισε προς την Έμεσα με επικεφαλής την κινητή φρουρά τού Χαλίντ. Μόλις έφθασε στην πόλη, δόθηκε μία σύντομη μάχη μεταξύ τής κινητής φρουράς τού Χαλίντ ιμπν αλ-Ουαλίντ και τής Ρωμαϊκής φρουράς τής Έμεσας. Οι Μουσουλμάνοι απώθησαν τη Ρωμαϊκή φρουρά, γεγονός που ανάγκασε τούς Ρωμαίους να υποχωρήσουν στο φρούριο, και να κλείσουν τις πύλες. Ο Αμπού Ουμπάιντα ιμπν αλ-Τζάρα έφθασε με τον υπόλοιπο στρατό, και τον ανέπτυξε σε τέσσερις ομάδες, απέναντι από τις τέσσερις πύλες τής Έμεσας:

  1. Πύλη Μασντούντ (στα νοτιοδυτικά)
  2. Πύλη Ταντμούρ (στα βορειοανατολικά)
  3. Πύλη Ντουραΐμπ (στα ανατολικά)
  4. Πύλη Χουντ (στα δυτικά)

Η Έμεσα ήταν μία οχυρωμένη κυκλική πόλη, με διάμετρο μικρότερη από ένα μίλι, και περιβαλλόταν από τάφρο. Υπήρχε επίσης μία ακρόπολη στην κορυφή ενός λόφου μέσα στο φρούριο. Έξω από την πόλη εκτεινόταν μία εύφορη πεδιάδα, που διακόπτονταν μόνο δυτικά από τον ποταμό Ορόντη. Ο ίδιος ο Αμπού Ουμπάιντα, μαζί με τον Χαλίντ και την κινητή φρουρά του, στρατοπέδευσαν στη βόρεια πλευρά, σε μικρή απόσταση από την Πύλη Ραστάν. Ο Αμπού Ουμπάιντα άφησε την πολιορκία στα χέρια τού Χαλίντ, ο οποίος έτσι ενήργησε ως ο ουσιαστικά διοικητής των Μουσουλμάνων γι' αυτή την επιχείρηση. Ήταν πλέον τέλη Νοεμβρίου ή αρχές Δεκεμβρίου, και ο χειμώνας ήταν στο αποκορύφωμά του. Η πολιορκία συνεχιζόταν, και κάθε ημέρα υπήρχε ανταλλαγή τοξοβολιών, αλλά δεν έλαβε χώρα κάποια σημαντική ενέργεια, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάποια απόφαση. Οι προσδοκίες των Ρωμαίων ότι οι Μουσουλμάνοι δεν θα μπορούσαν να αντέξουν το κρύο της Έμεσας, αποδείχθηκαν σωστές σε κάποιο βαθμό, αλλά όχι όπως φαντάζονταν. Ήταν περίπου στα μέσα Μαρτίου τού 636, όταν πέρασαν τα χειρότερα τού χειμώνα, που ο Χαρμπής αποφάσισε να κάνει μία αιφνιδιαστική επίθεση, και να νικήσει τούς Μουσουλμάνους σε μάχη έξω από το φρούριο, καθώς η Ρωμαϊκή ελπίδα ότι το κρύο θα έδιωχνε τούς Μουσουλμάνους, εξαφανίστηκε. Οι προμήθειες λιγόστευαν, και με την έλευση τής άνοιξης και τον καλύτερο καιρό οι Μουσουλμάνοι θα λάμβαναν περαιτέρω ενισχύσεις, και θα βρίσκονταν σε ακόμη πιο ισχυρή θέση. Νωρίς ένα πρωί η Πύλη Ραστάν άνοιξε διάπλατα, και ο Χαρμπής οδήγησε 5.000 άνδρες σε μία γρήγορη επίθεση στον ανυποψίαστο μουσουλμανικό στρατό, που αντιμετώπιζε την πύλη. Η ταχύτητα και η βία τής επίθεσης αιφνιδίασαν τούς Μουσουλμάνους, και παρόλο που αυτή ήταν η μεγαλύτερη από τις τέσσερις ομάδες που ήταν τοποθετημένες στις τέσσερις πύλες, απωθήθηκε από τη θέση, όπου είχε βιαστικά παραταχθεί για μάχη. Σε μικρή απόσταση πίσω, οι Μουσουλμάνοι ανασυγκρότησαν το μέτωπό τους, και συγκράτησαν την επίθεση των Ρωμαίων, αλλά η πίεση γινόταν ολοένα και πιο έντονη, και ο κίνδυνος μίας διάσπασης έγινε σαφώς εμφανής. Ο Αμπού Ουμπάιντα έστειλε τον Χαλίντ ιμπν αλ-Ουαλίντ για να αποκαταστήσει την κατάσταση. Ο Χαλίντ προχώρησε με την κινητή φρουρά, πήρε υπό τις εντολές του τούς πιεσμένους Μουσουλμάνους, και αναδιέταξε τον μουσουλμανικό στρατό για μάχη. Μετά από όλα αυτά τα αμυντικά μέτρα, ο Χαλίντ ανέλαβε την επίθεση, και απώθησε σταθερά τούς Ρωμαίους, αν και μόλις κοντά στη δύση τού ηλίου οι Ρωμαίοι τελικά εκδιώχθηκαν πίσω στο φρούριο. Η εφορμή είχε αποδειχθεί ανεπιτυχής.

Η κατάκτηση της Έμεσας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το επόμενο πρωί ο Αμπού Ουμπάιντα συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο, και εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του, για τον τρόπο με τον οποίο οι Μουσουλμάνοι είχαν υποχωρήσει εμπρός στη Ρωμαϊκή επίθεση, οπότε ο Χαλίντ σχολίασε: «Αυτοί οι Ρωμαίοι ήταν οι πιο γενναίοι, που είχα γνωρίσει ποτέ».

Ο Αμπού Ουμπάιντα ζήτησε τη συμβουλή τού Χαλίντ, και ο Χαλίντ τού είπε το σχέδιό του. Το επόμενο πρωί θα έκαναν μία ψεύτικη υποχώρηση τού στρατού από την Έμεσα, δίνοντας στους Ρωμαίους την εντύπωση, ότι οι Μουσουλμάνοι άρουν την πολιορκία, και υποχωρούν προς τα νότια. Οι Ρωμαίοι σίγουρα θα επιτίθεντο στην οπισθοφυλακή τού υποχωρούντος μουσουλμανικού στρατού, και εκείνη τη στιγμή ο στρατός θα γύριζε πίσω, θα περικύκλωνε τον Ρωμαϊκό στρατό, και θα τον εξολόθρευε.

Σύμφωνα με το σχέδιο, νωρίς το επόμενο πρωί, οι Μουσουλμάνοι έλυσαν την πολιορκία και υποχώρησαν προς τα νότια. Θεωρώντας το ως μία λαμπρή στρατιωτική ευκαιρία, ο Χαρμπής συγκέντρωσε αμέσως 5.000 Ρωμαίους πολεμιστές, και τούς οδήγησε έξω από το φρούριο, για να κυνηγήσουν τούς Μουσουλμάνους. Έσπρωξε την ιππική του δύναμη σε γρήγορη καταδίωξη, για να προλάβει τις υποχωρούσες μουσουλμανικές δυνάμεις, και να τις συντρίψει καθώς έφευγαν. Ο Ρωμαϊκός στρατός πρόλαβε τούς Μουσουλμάνους λίγα μίλια από την Έμεσα. Τα ηγετικά στοιχεία τού Ρωμαϊκού ιππικού ήταν έτοιμα να ορμήσουν στους «υποχωρούντες Μουσουλμάνους», όταν οι Μουσουλμάνοι ξαφνικά γύρισαν και χτύπησαν τούς Ρωμαίους με αγριότητα. Καθώς οι Μουσουλμάνοι στράφηκαν εναντίον των Ρωμαίων, ο Χαλίντ φώναξε μία εντολή, στην οποία δύο ομάδες ιππέων αποσπάστηκαν από τον μουσουλμανικό στρατό, καλπάζοντας γύρω από τα πλευρά των έκπληκτων Ρωμαίων, και όρμησαν από τα νώτα. Σταθερά και συστηματικά οι Μουσουλμάνοι πλησίασαν από παντού. Λέγεται ότι ο Χαλίντ με μία μικρή ομάδα επίλεκτων ιππέων πολεμιστών κινητής φρουράς έφθασε στο κέντρο τού Ρωμαϊκού στρατού, και εκεί είδε τον Χαρμπή να εξακολουθεί να μάχεται. Ο Χαλίντ κατευθύνθηκε προς τον Χάρμπή, αλλά αναχαιτίστηκε από έναν μεγαλόσωμο Ρωμαίο στρατηγό, ο οποίος σκοτώθηκε από τον Χαλίντ μετά από μία μονομαχία. Την ώρα που οι Μουσουλμάνοι ξεκίνησαν την επίθεσή τους στους περικυκλωμένους Ρωμαίους, μία ομάδα 500 ιππέων υπό τον Μαάζ ιμπν Τζαμπάλ είχε καλπάσει πίσω στην Έμεσα, για να βεβαιωθεί ότι κανένας Ρωμαίος που διέφυγε, δεν θα έμπαινε στο φρούριο. Καθώς αυτοί οι ιππείς πλησίαζαν την Έμεσα, οι τρομοκρατημένοι κάτοικοι και τα υπολείμματα τής Ρωμαϊκής φρουράς που δεν είχαν ενταχθεί στην καταδίωξη, υποχώρησαν βιαστικά στο φρούριο και έκλεισαν τις πύλες. Ο Μαάζ ανέπτυξε τούς άνδρες του μπροστά από τις πύλες, για να εμποδίσει τούς Ρωμαίους στην Έμεσα να βγουν, και τούς Ρωμαίους έξω από την Έμεσα να μπουν. Έχει καταγραφεί ότι μόνο περίπου 100 Ρωμαίοι διέφυγαν. Οι Μουσουλμάνοι, από την άλλη πλευρά, έχασαν περίπου 235 νεκρούς σε ολόκληρη την επιχείρηση εναντίον τής Έμεσας, από την αρχή τής πολιορκίας μέχρι το τέλος τής τελευταίας επιχείρησης. Μόλις τελείωσε αυτή η επιχείρηση, οι Μουσουλμάνοι επέστρεψαν στην Έμεσα, και επανέλαβαν την πολιορκία. Οι εντόπιοι κάτοικοι προσφέρθηκαν να παραδοθούν υπό όρους, και ο Αμπού Ουμπάιντα αποδέχτηκε την προσφορά. Αυτό συνέβη γύρω στα μέσα Μαρτίου τού 636. Οι κάτοικοι πλήρωσαν την τζίζια με ισοτιμία ενός δηναρίου ανά άτομο, και η ειρήνη επέστρεψε στην Έμεσα.

Λίγο μετά την παράδοση τής Έμεσας, οι Μουσουλμάνοι ξεκίνησαν ξανά προς τα βόρεια, σκοπεύοντας να καταλάβουν ολόκληρη τη Βόρεια Συρία αυτή τη φορά, συμπεριλαμβανομένου τού Χαλεπίου και τής Αντιόχειας. Πέρασαν από τη Χάμα και έφθασαν στη Σαϊζάρ. Εκεί μία ρωμαϊκή νηοπομπή, που μετέφερε προμήθειες στην Κινασρίν και συνοδευόταν από ένα μικρό σώμα στρατιωτών, αναχαιτίστηκε και συνελήφθη από τον Χαλίντ. Οι κρατούμενοι ανακρίθηκαν, και παρείχαν πληροφορίες σχετικά με το σχέδιο τού Ηρακλείου, και τη συγκέντρωση ενός μεγάλου Ρωμαϊκού στρατού στην Αντιόχεια. Ο Ρωμαϊκός στρατός συνάντησε τούς Μουσουλμάνους τον Αύγουστο τού 636 στην πεδιάδα τού Γιαρμούκ, όπου οι Μουσουλμάνοι κέρδισαν μία αποφασιστική νίκη εναντίον των Ρωμαίων στη Μάχη τού Γιαρμούκ.

Ίδρυμα Γιουντ Χιμς

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη μουσουλμανική κατάκτηση τής Συρίας τον 7ο αι., ο χαλίφης Ουμάρ (βασ. 634–644 ) χώρισε τη Συρία σε τέσσερις περιοχές, στις οποίες η Τζουντ Χιμς έγινε η βορειότερη περιοχή. Αρχικά περιλάμβανε την περιοχή τής Τζουντ Χιμς, την περιοχή τής μελλοντικής περιοχής Τζουντ Κινασρίν στη βόρεια Συρία και την Τζαζίρα (δηλαδή την Άνω Μεσοποταμία). [1] Κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την μουσουλμανική κατάκτηση τής πόλης Χομς (Έμεσα για τούς Ρωμαίους), η πόλη έγινε έδρα σημαντικής συγκέντρωσης νοτιοαραβικών φυλών από τις ομάδες Χιμυάρ, Χαμντάν, Κιντά, Χαουλάν, Αλχάν και Χαντραμαούτ. [2] [3]

Πολιορκία της Έμεσας το 638

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 637-638, ο Ηράκλειος κατέφυγε στη στρατολόγηση τού μεγάλου αριθμού Αράβων Χριστιανών συμμάχων που κατοικούσαν στην περιοχή αλ-Τζαζίρα (Άνω Μεσοποταμία), για να εξαπολύσουν αντεπίθεση εναντίον των εισβαλόντων δυνάμεων τού χαλιφάτου. Έτσι οι μαζικές δυνάμεις των αραβικών χριστιανικών συνασπισμών βάδισαν αμέσως προς τη Συρία, πολιορκώντας την Έμεσα . Ωστόσο καθώς το μεγαλύτερο μέρος των συνασπιστικών δυνάμεων υφίστατο την πολιορκία, ο ευφυής Αμπού Ουμπάιντα διέταξε τις δυνάμεις φρουράς εντός τής Έμεσας να παραμείνουν σταθερές, ενώ έστειλε τις δυνάμεις τού χαλιφάτου αλλού υπό τον Ιγιάντ ιμπν Γκανμ, για να εισβάλουν κατευθείαν στην πατρίδα των συνασπιστικών δυνάμεων. Οι πόλεις Χιτ, Κιρκήσιον, Άμιδα, Μαγιαφαρικίν, Νίσιβις, Τουρ Αμπντίν, Μαρντίν, Δάρα, Καρντά και Μπαζαμπντά έπεσαν θύματα τής κατάκτησης τού Ιγιάδ, η οποία αξιοποίησε την κατάσταση, όπου αυτές οι πόλεις ήταν υποστελεχωμένες. [4] [5] [6] [7] Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί πανικός στις συμμαχικές δυνάμεις που είχαν βαλτώσει έξω από το τείχος τής Έμεσας, γεγονός που τις ώθησε να εγκαταλείψουν την πολιορκία, και να μεταβούν βιαστικά στην απειλούμενη πατρίδα τους. Ωστόσο ο Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ πήρε το ιππικό του, για να καταδιώξει τις υποχωρούσες συμμαχικές δυνάμεις, και τούς προκάλεσε βαριές απώλειες. [8] [6]

Ο Χαρμπής τάφηκε στο Aλ-Καραμπίς, γειτονιά που πήρε το όνομά του. [9]

  1. Hinds 1993, σελ. 264.
  2. Madelung 1986.
  3. Crone 1994, σελ. 45.
  4. Ibrahim Akram, Agha· Ibn Kathir, Abu al-Fiḍā ‘Imād Ad-Din Ismā‘īl (18 Οκτωβρίου 2017). The Sword of Allah Khalid Bin Al-Waleed, His Life and Campaigns. American Eagle Animal Rescue. σελ. 310. ISBN 9781948117272. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2021.
  5. Zakkar, Suhayl (1971). The Emirate of Aleppo: 1004–1094. Aleppo: Dar al-Amanah.
  6. 1 2 Ibn Kathir, Abu al-Fiḍā ‘Imād Ad-Din Ismā‘īl. «Al Bidayah wa Nihayah». Waqfeya. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2021.
  7. El Hareir, Idris· Mbaye, Ravane (2011). The Spread of Islam Throughout the World. UNESCO Pub. σελ. 949. ISBN 978-92-3-104153-2. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2021.
  8. ibn al-Ḥasan ibn Hibat Allāh ibn `Abd Allāh, Ibn Asakir Ali (1921). «Ibn 'Asākir Tārīkh Dimashq. 8vo. Vol. I, 7 and 479 pp.; Vol. II, 464 and 11 pp.; Vol. III, 463 and 7 pp.; Vol. IV, 464 and 14 pages; Vol. V, 464 and 11 pp. Cairo: Raudat ash-Shām Press, a.h.1329–1332.». Journal of the Royal Asiatic Society (Cambridge university) 53 (4): 612–614. doi:10.1017/S0035869X00149494. https://www.cambridge.org/core/journals/journal-of-the-royal-asiatic-society/article/abs/ibn-asakir-tarikh-dimashq-8vo-vol-i-7-and-479-pp-vol-ii-464-and-11-pp-vol-iii-463-and-7-pp-vol-iv-464-and-14-pages-vol-v-464-and-11-pp-cairo-raudat-ashsham-press-ah13291332/6A1DDE11D16AC90FC1AADDF06E9631C2. Ανακτήθηκε στις 12 October 2021.
  9. Akram, A. I. The Sword of Allah: Khalid bin al-Waleed, His Life and Campaigns. Rawalpindi: National Publishing House, 1970. (ISBN 0-7101-0104-X)