close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πετρελαϊκός αιθέρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πετρελαϊκός αιθέρας[1][2][3]
Ονόματα
ΆλλαΟνόματα
Βενζίνη, Ελαφριά λιγροΐνη, Ελαφρύ πετρέλαιο
Αναγνωριστικά
8032-32-4 ΝαιY
8030-30-6 ΝαιY
ChemSpider κανένα
Αριθμός_EC 232-453-7
UNII 5OQ4BMR99T ΝαιY
O3L624621X ΝαιY
Ιδιότητες
Μοριακή μάζα 82,2 g/mol
Εμφάνιση Πτητικό, διαυγές, άχρωμο και μη φθορίζον υγρό
Πυκνότητα 0,653 g/mL
Σημείο τήξης < −73 °C (−99 °F; 200 K)
Σημείο βρασμού 42–62 °C (108–144 °F; 315–335 K)
Διαλυτότητα στο νερό αδιάλυτο
Διαλυτότητα σε αιθανόλη διαλυτό
Τάση ατμών 31 kPa (20 °C)
1,370
Ιξώδες 0,46 mPa•s
Κίνδυνοι
Εικονογράμματα GHS Το εικονόγραμμα της φλόγας στο GHS Το εικονόγραμμα θαυμαστικού στο GHS Το εικονόγραμμα κινδύνου υγείας στο GHS Το εικονόγραμμα περιβάλλοντος στο GHS
Λέξη συμβόλου GHS ΚΙΝΔΥΝΟΣ
Δηλώσεις κινδύνου GHS
H225, H304, H315, H336, H411
Προληπτικές δηλώσεις GHS
P210, P243, P273, P301+310, P303+361+353, P301+330+331, P403+235
NFPA 704
NFPA 704 four-colored diamondΑναφλεξιμότητα κωδικός 4: Θα εξατμιστεί γρήγορα ή πλήρως σε κανονική ατμοσφαιρική πίεση και θερμοκρασία, ή , θα διασκορπιστεί εύκολα στον αέρα και θα καεί εύκολα. Σημείο ανάφλεξης κάτω από 23 °C (73 °F). Π.χ., προπάνιοΥγεία κωδικός 2: Έντονο ή παρατεταμένο, αλλά όχι χρόνια έκθεση μπορεί να προκαλέσει προσωρινή ανικανότητα ή ενδεχόμενη παραμένουσα βλάβη. Π.χ., το χλωροφόρμιοΔραστικότητα κωδικός 0: Κανονικά σταθερό, ακόμα και κάτω από συνθήκες έκθεσης σε φωτιά και δεν είναι δραστικό με το νερό. Π.χ., το υγρό άζωτοΕιδικοί κίνδυνοι (λευκό): χωρίς κωδικό
4
2
0
Σημείο ανάφλεξης < 0 °C (32 °F; 273 K)
24,611 °C (44,332 °F; 24,884 K)
Όρια έκρηξης 1,4–5,9 %
Οριακή τιμή έκθεσης
300 ppm (1370 mg/m3) 8 ώρες TWA (TWA)
Θανάσιμη δόση ή συγκέντρωση (LD, LC):
3400 ppm (αρουραίος, 4 ώρες)
Όρια έκθεσης υγείας ΗΠΑ (NIOSH):
100 ppm (400 mg/m3) 8 ώρες TWA
100 ppm (400 mg/m3) 10 ώρες TWA
IDLH (Άμεσος κίνδυνος)
1000 ppm
Σχετικές ενώσεις
Σχετικές ενώσεις
Λιγροΐνη, Πετρελαϊκή βενζίνη, Πετρελαϊκό πνεύμα, Νέφτι, Νάφθα
Εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά, τα δεδομένα αφορούν υλικά υπό κανονικές συνθήκες (25°C, 100 kPa).
Infobox references

Ο πετρελαϊκός αιθέρας (petroleum ether) είναι το κλάσμα του πετρελαίου που αποτελείται από αλειφατικούς υδρογονάνθρακες και βράζει στην περιοχή 35–60 °C και χρησιμοποιείται συνήθως ως εργαστηριακός διαλύτης.[4]. Παρά το όνομα, ο πετρελαϊκός αιθέρας δεν είναι αιθέρας. Ο όρος χρησιμοποιείται μόνο μεταφορικά, υποδηλώνοντας εξαιρετική ελαφρότητα και πτητικότητα.

Image
φιάλη λίτρου

IΟι ελαφρύτεροι, πιο πτητικοί υγροί διαλύτες υδρογονανθράκων που μπορούν να αγοραστούν από προμηθευτές χημικών εργαστηρίων, μπορούν επίσης να προσφερθούν με την ονομασία πετρελαϊκός αιθέρας. Ο πετρελαϊκός αιθέρας αποτελείται κυρίως από αλειφατικούς υδρογονάνθρακες και έχει συνήθως χαμηλή περιεκτικότητα σε αρωματικές ενώσεις. Συνήθως υδρογονοαποθειώνεται και μπορεί να υδρογονωθεί για να μειωθεί η ποσότητα αρωματικών και άλλων ακόρεστων υδρογονανθράκων. Ο πετρελαϊκός αιθέρας φέρει συνήθως ένα περιγραφικό επίθημα που δίνει το εύρος βρασμού. Έτσι, από τους κορυφαίους διεθνείς προμηθευτές χημικών εργαστηρίων είναι δυνατή η αγορά διαφόρων πετρελαϊκών αιθέρων με περιοχές βρασμού όπως 30–50 °C, 40–60 °C, 50–70 °C, 60–80 °C, κ.λπ. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι αλειφατικοί υδρογονανθρακικοί διαλύτες εργαστηριακής ποιότητας με περιοχές βρασμού έως και 100–140 °C μπορούν να ονομάζονται πετρελαϊκός αιθέρας, αντί για πετρελαϊκό απόσταγμα.[5]

Δεν συνιστάται η χρήση κλάσματος με μεγαλύτερο εύρος σημείου βρασμού από 20 °C, λόγω της πιθανής απώλειας του πιο πτητικού τμήματος κατά τη χρήση του στην ανακρυστάλλωση κ.λπ., και των συνεπακόλουθων διαφορετικών ιδιοτήτων διαλυτοποίησης του υπολείμματος με υψηλότερο σημείο βρασμού.[6]

Οι περισσότεροι ακόρεστοι υδρογονάνθρακες μπορούν να απομακρυνθούν με ανακίνηση δύο ή τρεις φορές με 10% του όγκου πυκνού θειικού οξέος. Η έντονη ανακίνηση συνεχίζεται στη συνέχεια με διαδοχικές δόσεις πυκνού διαλύματος υπερμαγγανικού καλίου σε 10% θειικό οξύ μέχρι το χρώμα του υπερμαγγανικού να παραμείνει αμετάβλητο. Ο διαλύτης στη συνέχεια πλένεται καλά με διάλυμα ανθρακικού νατρίου και στη συνέχεια με νερό, ξηραίνεται πάνω από άνυδρο χλωριούχο ασβέστιο και αποστάζεται. Εάν απαιτείται, μπορεί να αφεθεί να στεγνώσει εντελώς, πάνω από σύρμα νατρίου ή υδριδίου του ασβεστίου.[6]

Η λιγροΐνη έχει τον αριθμό μητρώου CAS 8032-32-4, ο οποίος εφαρμόζεται επίσης σε πολλά άλλα προϊόντα, ιδιαίτερα σε εκείνα με χαμηλά σημεία βρασμού, που ονομάζονται αποστάγματα πετρελαίου, πετρελαϊκός αιθέρας και βενζίνη πετρελαίου. Η νάφθα έχει τον αριθμό μητρώου CAS 8030-30-6, ο οποίος καλύπτει επίσης τη βενζίνη πετρελαίου και τον πετρελαϊκό αιθέρα: δηλαδή, τους μη αρωματικούς υδρογονανθρακικούς διαλύτες με χαμηλότερο σημείο βρασμού.[5]

Το DIN 51630 προβλέπει το πετρελαϊκό απόσταγμα (που ονομάζεται επίσης ειδική βενζίνη ή πετρελαϊκός αιθέρας) το οποίο περιγράφεται ως απόσταγμα ειδικού σημείου βρασμού (special boiling-point spirit, SBPS) που χρησιμοποιείται συνήθως σε εργαστηριακές εφαρμογές, με υψηλή πτητικότητα και χαμηλή περιεκτικότητα σε αρωματικές ουσίες. Το αρχικό σημείο βρασμού του είναι πάνω από 25 °C, ενώ το τελικό σημείο βρασμού του φτάνει τους 80 °C.[5]

Οι πετρελαϊκοί αιθέρες είναι εξαιρετικά πτητικοί, έχουν πολύ χαμηλά σημεία ανάφλεξης και παρουσιάζουν σημαντικό κίνδυνο πυρκαγιάς.[5] Οι πυρκαγιές πρέπει να καταπολεμώνται με αφρό, διοξείδιο του άνθρακα, ξηροί χημικοί ή τετραχλωράνθρακα.[2]

Τα μείγματα νάφθας που αποστάζονται σε χαμηλότερη θερμοκρασία βρασμού έχουν υψηλότερη πτητικότητα και, γενικά, υψηλότερο βαθμό τοξικότητας από τα κλάσματα με υψηλότερο σημείο βρασμού.[7]

Η έκθεση σε πετρελαϊκό αιθέρα συμβαίνει συχνότερα είτε με εισπνοή είτε μέσω επαφής με το δέρμα. Ο πετρελαϊκός αιθέρας μεταβολίζεται από το ήπαρ με βιολογικό χρόνο ημιζωής 46-48 ώρες.[3]

Η υπερβολική έκθεση μέσω εισπνοής προκαλεί κυρίως επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) (πονοκέφαλοι, ζάλη, ναυτία, κόπωση και έλλειψη συντονισμού). Γενικά, η τοξικότητα είναι πιο έντονη με τους πετρελαϊκούς αιθέρες που περιέχουν υψηλότερες συγκεντρώσεις αρωματικών ενώσεων. Το n-εξάνιο είναι γνωστό ότι προκαλεί αξονική βλάβη στα περιφερικά νεύρα.[3]

Η επαφή με το δέρμα μπορεί να προκαλέσει αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής.[3]

Η από του στόματος κατάποση υδρογονανθράκων σχετίζεται συχνά με συμπτώματα ερεθισμού των βλεννογόνων, εμέτου και καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος. Κυάνωση, ταχυκαρδία και ταχύπνοια μπορεί να εμφανιστούν ως αποτέλεσμα της εισρόφησης, με επακόλουθη ανάπτυξη χημικής πνευμονίας. Άλλα κλινικά ευρήματα περιλαμβάνουν λευκωματουρία, αιματουρία, διαταραχή των ηπατικών ενζύμων και καρδιακές αρρυθμίες. Δόσεις ακόμη και 10 ml από το στόμα έχουν αναφερθεί ως δυνητικά θανατηφόρες, ενώ ορισμένοι ασθενείς έχουν επιβιώσει από την κατάποση 60 ml αποσταγμάτων πετρελαίου. Ιστορικό βήχα ή πνιγμού σε συνδυασμό με έμετο υποδηλώνει έντονα εισρόφηση και πνευμονία από υδρογονάνθρακες. Η πνευμονία από υδρογονάνθρακες είναι μια οξεία αιμορραγική νεκρωτική νόσος που μπορεί να αναπτυχθεί εντός 24 ωρών μετά την κατάποση. Η πνευμονία μπορεί να χρειαστεί αρκετές εβδομάδες για πλήρη υποχώρηση.[8]

Η ενδοφλέβια χορήγηση προκαλεί πυρετό και τοπική βλάβη στους ιστούς.[9]

Τα αποστάγματα που προέρχονται από πετρέλαιο δεν έχουν αποδειχθεί καρκινογόνα για τον άνθρωπο.[7] Ο πετρελαϊκός αιθέρας αποικοδομείται ταχέως στο έδαφος και το νερό.[3]

  1. Dieter Stoye (2007), «Solvents», Ullmann's Encyclopedia of Industrial Chemistry (7th έκδοση), Wiley, σελ. 41
  2. 1 2 N. Irving Sax, επιμ.. (1957), Dangerous Properties of Industrial Materials, Reinhold, σελ. 996–997, https://archive.org/details/dangerousproperOOsaxn
  3. 1 2 3 4 5 Patricia J Beattie (2005), «Petroleum Ether», Encyclopedia of Toxicology, 3 (2nd έκδοση), Elsevier, σελ. 375–376
  4. David R. Lide, επιμ.. (2010), CRC Handbook of Chemistry and Physics (90th έκδοση), CRC Press, σελ. 2–60
  5. 1 2 3 4 Alan Phenix (2007), «Generic Hydrocarbon Solvents: a Guide to Nomenclature», WAAC Newsletter 29 (2), http://cool.conservation-us.org/waac/wn/wn29/wn29-2/wn29-204.pdf
  6. 1 2 Arthur I. Vogel (1989), Practical Organic Chemistry (5th έκδοση), Longman, σελ. 397–398, https://archive.org/details/TextbookOfPracticalOrganicChemistry5thEd
  7. 1 2 Stephen R Clough (2005), «Petroleum Distillates», Encyclopedia of Toxicology, 3 (2nd έκδοση), Elsevier, σελ. 372–375
  8. Shayne C Gad (2005), «Petroleum Hydrocarbons», Encyclopedia of Toxicology, 3 (2nd έκδοση), Elsevier, σελ. 377–379
  9. Jerrold B. Leikin, επιμ.. (2008), Poisoning and Toxicology Handbook (4th έκδοση), Informa, σελ. 836–837