close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πάστρα Κεφαλονιάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Συντεταγμένες: 39°05′31″N 20°45′16″E / 39.0919°N 20.7544°E / 39.0919; 20.7544

Πάστρα Κεφαλονιάς
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Πάστρα Κεφαλονιάς
38°5′39″N 20°45′0″E
ΧώραΕλλάδα
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Κεφαλονιάς
Γεωγραφική υπαγωγήΚεφαλονιά
Πληθυσμός122 (2021)

Το χωριό Πάστρα είναι χωριό στα νοτιοανατολικά της Κεφαλονιάς. Βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Αίνου σε υψόμετρο 150 μέτρων και ο πληθυσμός του ανέρχεται στους 173 κατοίκους (απογραφή 2011). Η Πάστρα πήρε το όνομα της από την οικογένεια Πάστρα, η οποία ήταν η πρώτη οικογένεια που κατοίκησε στο χωριό και αποτελεί την πλειοψηφία των κατοίκων του.

Ο πληθυσμός της Πάστρα
Μόνιμος πληθυσμός
1981199120012011
245200175173

Σύμφωνα με τον Έλληνα γεωγράφο και ιστορικό του 19ου αιώνα, Αντώνιο Μηλιαράκη, το χωριό Πάστρα και η περιοχή των δύο χωριών (Κρεμμύδι και Αϊ Γιώργης) γύρω του, ονομαζόταν Μπάλτα (μετέπειτα Βάλτες) και πήρε την ονομασία της από τα πολλά ρυάκια και τις πηγές που υπάρχουν εκεί. Το όνομα Βάλτες είναι αλβανικής προέλευσης και σημαίνει ακριβώς αυτό, «κατάρρυτος τόπος» ή «βάλτος». Η ευρύτερη περιοχή της Μπάλτας περιελάμβανε και μικρότερους οικισμούς ψηλότερα στα βουνά, όπως τη Φουρνιώτη και τη Θεοδωρίτση. Αυτά τα ορεινά χωριά χρησίμευαν ως αμυντικές θέσεις ενάντια στη διαρκή απειλή πειρατικών επιδρομών και οθωμανικών εισβολών κατά τη Βενετοκρατία. Οι οικισμοί πήραν τα ονόματά τους από τοπικές οικογένειες: ο Μιχαήλ και ο Φράγκος Φουρνιώτης καταγράφονται σε συναλλαγές γης το 1549, και ο Ιωάννης Θεοδωρίτζης εμφανίζεται σε συμφωνίες γης κοντά στην Πάστρα το 1553.[1] Το τοπωνύμιο «Μπάλτα» επιβεβαιώνεται στις ίδιες πρωτογενείς πηγές: το νοταριακό πρωτόκολλο του ιερέα Σταμάτιου ντε Μοντεσάντος (1535–1553), με έδρα το γειτονικό χωριό Μαυράτα, καταγράφει μια συναλλαγή στις 7 Σεπτεμβρίου 1550 για ένα χωράφι στη «θέσιν Μπάλτα στο Κεφαλόβρυσο».[1] Το Κεφαλόβρυσο (κυριολεκτικά «κεφαλή πηγής») είναι μια φυσική πηγή στη σημερινή Πάστρα που εξακολουθεί να ρέει με γάργαρο νερό, και η παρουσία της εξηγεί τόσο την αρχική ονομασία της περιοχής, που παραπέμπει σε βαλτότοπο και καλαμιές, όσο και την καταλληλότητά της για γεωργία.

Μετά τη Βενετική κατάκτηση της Κεφαλονιάς το 1500, η περιοχή αναδιοργανώθηκε υπό ένα φεουδαρχικό διοικητικό πλαίσιο. Τον Σεπτέμβριο του 1503, οι αδελφοί Βιτσέντζο, Μπερναρντίν και Τζουάνε Ντα Κανάλ, μέλη μιας διακεκριμένης Βενετικής πατρικίας οικογένειας, έλαβαν τη capitaneria (διοίκηση) του νησιού για δέκα χρόνια ως αναγνώριση των στρατιωτικών θυσιών της οικογένειάς τους στη Ναύπακτο.[2] Το 1505, ο Βιτσέντζο ντα Κανάλ έλαβε επιπλέον την εκτεταμένη φεουδαρχική Βαρωνία της Πολυξένας Τόκκο (Pulissena di Tocco), η οποία περιελάμβανε τις εύφορες γαίες του Ελειού και της Ποταμάκιας (κοντά στη Σκάλα). Η οικογένεια ενσωματώθηκε βαθιά στην τοπική κοινωνία με την πάροδο του χρόνου, με το όνομα να εξελληνίζεται από Ντα Κανάλ σε Κανάλης (Καναλής). Νοταριακές πράξεις του 1536 αναφέρουν τη γαιοκτήμονα κυράτζα Λένη, χήρα του αποθανόντος ευγενούς σερ Νικόλο ντε Κανάλι, η οποία κατείχε μισθωμένα κτήματα στην περιοχή του Ελειού, ενώ σύνορα ιδιοκτησιών στην περιοχή προσδιορίζονταν με το όνομα «Ντε Καναλένα».[1]

Σύμφωνα με τον Μηλιαράκη, Αλβανοί στρατιώτες από την αλβανική αποικία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας κατοίκησαν την περιοχή κατά τον 15ο αιώνα, όταν οι Ενετοί τους παραχώρησαν γη στο «ξώμερο» (τόπος απομακρυσμένος, μακριά από την πρωτεύουσα) για να εγκατασταθούν με τις οικογένειές τους.[3] Οι έποικοι αυτοί ήταν στρατιώτες (stradioti), ελαφρύ ιππικό που συχνά στρατολογούνταν από Αρβανίτες και Έλληνες πρόσφυγες χαμένων Βενετικών φρουρίων όπως η Μεθώνη και η Κορώνη. Τους παραχωρήθηκαν μικρά κομμάτια γης (in feudo) σε αντάλλαγμα μόνιμης στρατιωτικής ετοιμότητας για την προστασία των ακτών του νησιού. Στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης, μέχρι το 1517, οι στρατιώτες αυτοί αμείβονταν μερικές φορές με αλάτι από τις αποθήκες του νησιού αντί για νόμισμα.[4] Η Κεφαλονιά ήταν επίσης την εποχή εκείνη αποικία της Δημοκρατίας της Βενετίας.

Ενώ η περιοχή συχνά χαρακτηρίζεται αποκλειστικά από την άφιξη Αρβανιτών στρατιωτών, οι νοταριακές πράξεις της δεκαετίας του 1530 και 1540 αποκαλύπτουν μια πιο διαστρωματωμένη κοινωνία στην περιοχή της Μπάλτας. Οικογένειες όπως οι Βούθλεψης και Χαλκιάς ήταν σταθερά εγκατεστημένες στην περιοχή του Ελειού πολύ πριν τη Βενετική κατάκτηση του 1500, αντιπροσωπεύοντας τον βαθιά ριζωμένο Ελληνικό αγροτικό πληθυσμό του νησιού.[1] Μεταξύ των ίδιων των στρατιωτικών εποίκων, η ανάλυση της Ζαπάντη στα πρωτότυπα Βενετικά μητρώα (Senato Mar, Registro 15) αποκαλύπτει μια διαδικασία εξελληνισμού: το όνομα «Barasso Isari», καταγεγραμμένο στην πρώτη αποστολή 32 stradioti στην Κεφαλονιά, εμφανίζεται στα τοπικά νοταριακά πρωτόκολλα από τη δεκαετία του 1530 και μετά ως Μπαβάσης Ίσαρης.[2] Η ίδια οικογένεια απέκτησε εξέχουσα θέση στην περιοχή: ο Μάρκος Μπαβάσης έλαβε εκτεταμένα κτήματα στην περιοχή Κατελειού (στη θέση Βασιλικά) το 1505. Άλλες σημαντικές οικογένειες που δραστηριοποιούνταν σε συναλλαγές γης και τοπικές υποθέσεις κατά τον 16ο αιώνα ήταν οι Ρουμαντζάς, Χιόνης, Αμπάτης, Κρασάς, Μαζαράκης, μέλη των οποίων αναγνωρίζονταν ήδη ως πρόκριτοι (primarii) από το 1502, και Κολαΐτης. Η περιοχή συντηρούσε επίσης μια μικρή τάξη επαγγελματιών, συμπεριλαμβανομένου του εμπειρικού γιατρού Ιωάννη Μαρκόπουλου, σημαντικού γαιοκτήμονα και εμπόρου σιταριού στην περιοχή πριν τον τυχαίο θάνατό του γύρω στο 1540. Αυτές οι οικογένειες αποτελούσαν τον πυρήνα των τοπικών αρχόντων (προκρίτων) που διαχειρίζονταν τη στρατηγική νοτιοανατολική ακτή της Κεφαλονιάς.[1]

Η άρδευση από τα ρυάκια της Μπάλτας και την πηγή στο Κεφαλόβρυσο στήριζε μια αγροτική οικονομία με επίκεντρο τη σταφίδα, τα αμπέλια και την κτηνοτροφία. Ώς τον 17ο αιώνα, η περιοχή Ελειού-Πρόννων είχε γίνει μία από τις πιο παραγωγικές ζώνες του νησιού, με την Κεφαλονιά να αναγνωρίζεται ως ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς σταφίδας παγκοσμίως. Η σταφιδεμπορία, που είχε ευημερήσει τη αγροτική Ελλάδα καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, κατέρρευσε μετά το 1893 όταν τα γαλλικά αμπέλια ανέκαμψαν από τη φυλλοξήρα και η Γαλλία επέβαλε προστατευτικούς δασμούς, προκαλώντας κατακόρυφη πτώση των διεθνών τιμών σταφίδας και παρατεταμένη οικονομική ύφεση σε ολόκληρη τη χώρα.[5] Ο σεισμός του 1953 επιδείνωσε αυτή την παρακμή, καταστρέφοντας το μεγαλύτερο μέρος του δομημένου περιβάλλοντος σε ολόκληρη την Κεφαλονιά και ωθώντας πολλές από τις εναπομείνασες οικογένειες της Πάστρας και της ευρύτερης περιοχής του Ελειού να μεταναστεύσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αυστραλία και τον Καναδά. Όσοι παρέμειναν στην περιοχή μετεγκαταστάθηκαν συχνά από τους ορεινότερους οικισμούς της Φουρνιώτης και της Θεοδωρίτσης προς τον κεντρικό δρόμο, αφήνοντας εκείνα τα χωριά σχεδόν εγκαταλειμμένα, με όχι παραπάνω από έναν ή δύο κατοίκους σήμερα.

Το χωριό μετονομάστηκε σε Πάστρα το 1890, ονομασία που διατηρεί μέχρι σήμερα.[3] Μέχρι το 2010 ήταν η πρωτεύουσα του δήμου Ελειού-Πρόννων.

Ιερός Ναός Παναγίας Γραβαλιώτισσας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποκαλείται και η «Παναγία με τα κρινάκια», καθώς οι ξεροί κρίνοι που τοποθετούνται στην εικόνα της Παναγίας ανθίζουν στις εορτή της για δεύτερη φορά μέσα στον χρόνο. Στο χωριό αυτό, λοιπόν, παρουσιάζεται κάθε χρόνο ένα θαύμα το οποίο συντελείτε κάθε Δεκαπενταύγουστο στην εκκλησία αυτή. Στο προαύλιο χώρο του ιερού ναού της «Παναγίας με τα κρινάκια», στα διάφορα παρτέρια που βρίσκονται σ' αυτό, οι γυναίκες του χωριού φυτεύουν βολβούς «παρθενόκρινων». Όταν φτάσει ο Μάης και αρχίζουν ν' ανθίζουν οι κρίνοι, τους κόβουν και τους τοποθετούν σε ανθοδέσμες μπροστά από την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας και μετά το πέρας λίγων ημερών, αυτοί ξεραίνονται.Όταν έλθει η πρώτη Αυγούστου και ξεκινήσουν οι Παρακλήσεις στην Παναγία και μέχρι τις δεκαπέντε Αυγούστου, ήμερα κοιμήσεως της Θεοτόκου, ανθίζουν ξανά οι ξεραμένοι κρίνοι και μπουμπουκιάζουν. Μόλις τελειώσει η Θεία Λειτουργία της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο ιερέας τα μοιράζει σαν ευλογία σε όλους. Στο ναό βρίσκεται αποθησαυρισμένη η ιερή εικόνα της Παναγίας της «Γραβαλιωτίσσης» που βρέθηκε το έτος 1720. Το οικόπεδο που χτίστηκε η εκκλησία αυτή, ήταν δωρεά της οικογένειας Σαρλή.

Πολιτιστικός Σύλλογος Πάστρας Κεφαλλονιάς «το Παλιόκαστρο»

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πολιτιστικός σύλλογος Πάστρας ιδρύθηκε το 1985. Πήρε την ονομασία του, Παλιόκαστρο, από το μεσαιωνικό κάστρο της περιοχής που βρίσκεται ΒΑ του χωριού Πάστρα στο ομώνυμο βουνό. Σκοπός του συλλόγου είναι η ανάπτυξη του πολιτιστικού και μορφωτικού επιπέδου καθώς και η βελτίωση των κοινωνικών σχέσεων των κατοίκων της περιοχής και διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς μας. Μέσα από τις δράσεις του συλλόγου επιδιώκουμε να δώσουμε διεξόδους στην ζωή του χωριού, πέρα από τις συνηθισμένες, και τρόπους δημιουργικής εκμετάλλευσης του ελεύθερου χρόνου των κατοίκων. Στα πλαίσια αυτά δημιουργήθηκε το 1996 τμήμα εκμάθησης παραδοσιακών χορών και το 2000 τμήμα καντρίλιες. Το διοικητικό συμβούλιο είναι οκταμελές και εκλέγεται για τέσσερα χρόνια.[6]

  1. 1 2 3 4 5 Ζαπάντη, Σταματούλα (2002). Montesantos (de) Ιερέας Σταμάτιος: Νοτάριος Ελειού, Κατάστιχο 1535-1553. Αργοστόλι: Γενικά Αρχεία του Κράτους.
  2. 1 2 Ζαπάντη, Σταματούλα (1999). Κεφαλονιά 1500-1571: Η Διαμόρφωση της Κοινωνίας. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
  3. 1 2 Μηλιαράκης, Αντώνιος (1890). Γεωγραφία πολιτικὴ νέα καὶ ἀρχαία τοῡ Νομοῡ Κεφαλληνίας.
  4. Σάθας, Κωνσταντίνος Ν. (1883). Documents inédits relatifs à l'histoire de la Grèce au Moyen Âge. 5. Παρίσι: Maisonneuve.
  5. Kasimis, Charalambos; Kassimi, Chryssa (1 June 2004). «Greece: A History of Migration». Migration Information Source (Migration Policy Institute). https://www.migrationpolicy.org/article/greece-history-migration.
  6. «Πολιτιστικός Σύλλογος Πάστρας Κεφαλλονιάς «το Παλιόκαστρο»».[νεκρός σύνδεσμος]