close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ο δολοφόνος με την κάμερα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο δολοφόνος με την κάμερα
Image
Ο συγγραφέας Τόμας Γκλάβινιτς
ΣυγγραφέαςΤόμας Γκλάβινιτς
ΤίτλοςDer Kameramörder
ΓλώσσαΓερμανικά
Ημερομηνία δημοσίευσης2001
Μορφήμυθιστόρημα

Ο δολοφόνος με την κάμερα (γερμανικά: Der Kameramörder) είναι αστυνομικό μυθιστόρημα του Αυστριακού συγγραφέα Τόμας Γκλάβινιτς που εκδόθηκε το 2001 και κέρδισε το βραβείο Φρίντριχ Γκλάουζερ το 2002.[1]

Δύο ζευγάρια περνούν τις διακοπές τους σε ένα αγρόκτημα στη δυτική Στυρία. Αυτό που αρχίζει σαν μια ήσυχη, χαλαρωτική απόδραση επισκιάζεται από την είδηση ​​μιας άνευ προηγουμένου φρικιαστικής δολοφονίας δύο μικρών παιδιών, την οποία ο δολοφόνος κατέγραψε σε βίντεο που στη συνέχεια μεταδίδεται από την τηλεόραση. Ο δράστης συλλαμβάνεται σε ζωντανή μετάδοση. [2]

Το μυθιστόρημα είναι μια κυνική σάτιρα για τη σχέση μεταξύ ριάλιτι και τηλεθεατών και, παράλληλα με την πλοκή, αναφέρεται στην ανηθικότητα του τηλεοπτικού ρεπορτάζ και στην ακόρεστη όρεξη των τηλεθεατών για ακραία γεγονότα. Όπως δήλωσε ο συγγραφέας: «Όλοι παραπονιούνται για τα κακά ιδιωτικά κανάλια. Και κανείς - εκτός από μερικές λογικές φωνές - δεν επισημαίνουν το ορθό: ότι οι κακοί δεν είναι τα κανάλια. Είμαστε εμείς, καθώς, όπως παντού, την προσφορά καθορίζει η ζήτηση. Και όσο είμαστε εμμονικοί με το να παρακολουθούμε δολοφονίες, χάος, σεξ και εκτελέσεις ζωντανά στην τηλεόραση, θα υπάρχει πάντα κάποιος να ικανοποιήσει αυτή την ανάγκη».[3]

Ο αφηγητής περιγράφει τις ολιγοήμερες πασχαλινές του διακοπές με έναν ρεαλιστικό, χωρίς συναισθήματα και σχολαστικά λεπτομερή τρόπο. Η αφήγησή του, χωρίς παραγράφους ή υποδιαιρέσεις κεφαλαίων, περιγράφει τη διαμονή με τη σύντροφό του Σόνια, σε ένα αγρόκτημα στη δυτική Στυρία, όπου τους φιλοξενούν οι φίλοι τους Χάινριχ και Εύα Στούμπενραουχ. Τα δύο ζευγάρια ασχολούνται με διάφορα χόμπι: βόλτες, μπάντμιντον, πινγκ πονγκ και χαρτιά. Αναφέρονται αναλυτικά ασήμαντες λεπτομέρειες όπως το περιεχόμενο κάθε γεύματος, τα σκορ στα παιχνίδια, ακόμη και οι σφήκες πάνω στο τραπέζι.[3]

Ωστόσο, οι διακοπές των δύο ζευγαριών σύντομα κατακλύζονται από τα μέσα ενημέρωσης, που ασχολούνται με μια παράξενη δολοφονία εκεί κοντά. Είναι ένα εξωφρενικό έγκλημα που συγκλόνισε όχι μόνο την περιοχή αλλά και όλη την Αυστρία και τη Γερμανία. Δημοσιογράφοι, φωτογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία καταφθάνουν από παντού και μεταδίδουν ζωντανά από την πόλη καταγωγής των θυμάτων. Ένα τεράστιο πλήθος έχει συγκεντρωθεί, που βράζει από οργή και απαιτεί εκδίκηση. Τα θύματα ήταν παιδιά. Ένας άγνωστος απήγαγε τρία μικρά αγόρια και τα βασάνιζε για ώρες, μέχρι που τελικά με κτηνώδεις απειλές ανάγκασε δύο από αυτά να πηδήσουν από ένα δέντρο και να σκοτωθούν. Επίσης, βιντεοσκόπησε τη δολοφονία με βιντεοκάμερα. Η εγγύτητα του τόπου του εγκλήματος, η βιαιότητα της δολοφονίας και η εντυπωσιακή κάλυψη των μέσων ενημέρωσης προκαλούν περιέργεια και φόβο στους τέσσερις φίλους που παρακολουθούν συνέχεια την τηλεόραση. Ένα γερμανικό ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι έλαβε ένα αντίγραφο του βίντεο και πρόκειται να το μεταδώσει. Το ερώτημα κατά πόσον αυτό είναι ηθικά δικαιολογημένο συζητείται ευρέως. Πολιτικοί απηύθυναν έκκληση στον σταθμό να μην το μεταδώσει και στον δρόμο έξω από το τηλεοπτικό στούντιο γίνονται διαδηλώσεις κατά του προγράμματος. Παρ' όλα αυτά, η μετάδοση ξεκινά ακριβώς στις 11:30 μ.μ., και τα δύο ζευγάρια κάθονται μπροστά στην οθόνη ενώ τρώνε πατατάκια και πίνουν κρασί. Ο αφηγητής περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τι προβάλλεται στο βίντεο, ακόμη και τις διαφημίσεις που το διακόπτουν επανειλημμένα.[4]

Στο κλίμα κυνηγιού του δολοφόνου που τροφοδοτείται από τα μέσα ενημέρωσης, αθώοι άνθρωποι γλιτώνουν οριακά το λιντσάρισμα, ολόκληρες επαγγελματικές ομάδες καταδικάζονται και όσοι έχουν όπλο ετοιμάζονται να το χρησιμοποιήσουν.

Οι αστυνομικοί ερευνητές πλησιάζουν την περιοχή όπου διαμένουν τα δύο ζευγάρια, μέχρι που τελικά, στην οθόνη της τηλεόρασης, το σπίτι των Στούμπενραουχ και οι τέσσερις πρωταγωνιστές εμφανίζονται σε ζωντανά πλάνα. Το βλέμμα του αφηγητή εναλλάσσεται μεταξύ του πραγματικού κόσμου, όπου αρκετοί αστυνομικοί συνωστίζονται γύρω τους, και της οθόνης που προβάλλει αυτή τη σκηνή. Στο τέλος, ένας αστυνομικός πλησιάζει τον αφηγητή και τον συλλαμβάνει για τη δολοφονία των παιδιών. Τελειώνει με τη φράση του αφηγητή: «Δεν το αρνούμαι».[5]

  • Το 2010 το μυθιστόρημα διασκευάστηκε σε ταινία αυστριακής-ελβετικής-ουγγρικής συμπαραγωγής με τον ίδιο τίτλο σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ-Άντριαν Πέχο [6]
  • Το 2010 μια θεατρική διασκευή σε σκηνοθεσία της Εύας Χόζεμαν ως μονόλογος παρουσιάστηκε στο Θέατρο Ράμπε της Στουτγκάρδης.
  1. . «iomarmi.home.blog/2020/11/04/rezension-der-kameramorder/».
  2. . «onsem.info/yajin-medienproblematik/der kameramörder».
  3. 1 2 . «deutschlandfunk.de/der-kameramoerder».
  4. . «krimi-couch.de/titel/der-kameramoerder/».
  5. . «literaturhaus-wien.at/review/der-kameramoerder/».
  6. . «imdb.com/Ο δολοφόνος με την κάμερα/Πρωτότυπος τίτλος: Der Kameramörder».