Ουγγρο-Οθωμανικοί πόλεμοι
| Ουγγρο-Οθωμανικοί πόλεμοι | |||
|---|---|---|---|
| Μέρος των Οθωμανικών πολέμων στην Ευρώπη | |||
Η πολιορκία του Βελιγραδίου (1456), πίνακας του 19ου αιώνα | |||
| Χρονολογία | 1366 – 1526 | ||
| Τόπος | Βασίλειο της Ουγγαρίας, Μολδαβία, Δεσποτάτο της Σερβίας, Οθωμανική αυτοκρατορία, Βλαχία | ||
| Αντιμαχόμενοι | |||
| |||
Οι Ουγγρο-Οθωμανικοί πόλεμοι είναι μια σειρά στρατιωτικών συγκρούσεων μεταξύ του μεσαιωνικού βασιλείου της Ουγγαρίας και των συμμάχων και υποτελών κρατών κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που έλαβαν χώρα κυρίως μεταξύ 1366 και 1526. Μετά τον Βυζαντινό εμφύλιο πόλεμο, την οθωμανική κατάληψη της Καλλίπολης το 1354 και την πολύνεκρη μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1389, φάνηκε ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία σχεδίαζε να κατακτήσει ολόκληρη τη Βαλκανική χερσόνησο και να επεκταθεί βορειότερα στην Κεντρική Ευρώπη. Η οθωμανική εισβολή στη Σερβία από το 1371 οδήγησε την είσοδο της Ουγγαρίας στον πόλεμο κατά των Οθωμανών, η οποία είχε τα δικά της συμφέροντα στα Βαλκάνια και προτιμούσε η Σερβία, η Βουλγαρία, η Βλαχία και η Μολδαβία να είναι υποτελείς της και όχι οθωμανικές.[1]
Οι Ούγγροι αρχικά οργάνωσαν τη σταυροφορία της Βάρνας, αλλά ηττήθηκαν στη μάχη της Βάρνας το 1444 όπως και στη 2η μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1448. Παρ' όλα αυτά, κατάφεραν να οργανώσουν την άμυνα των Βαλκανίων, κάτι που αναχαίτισε την οθωμανική εξάπλωση: το 1456, οι Τούρκοι πολιόρκησαν ανεπιτυχώς το Βελιγράδι, και στη Βλαχία με τη βοήθεια των Ούγγρων ο Βλαντ Γ΄ Τσέπες αντιστάθηκε σε οθωμανικές επιθέσεις.
Ο Βαγιαζίτ Β΄ και ο Σουλεϊμάν Α΄ κατάφεραν να ανατρέψουν την πορεία των γεγονότων και κατέλαβαν τη Μολδαβία και στη συνέχεια το Βελιγράδι.
Το 1526 οι Οθωμανοί συνέτριψαν τον ουγγρικό στρατό στη μάχη του Μόχατς και μετά από την ήττα, το βασίλειο της Ουγγαρίας τριχοτομήθηκε και μεγάλο τμήμα της χώρας έγινε υποτελές κράτος των Οθωμανών, εμπλεκόμενο συνεχώς σε εμφύλιο πόλεμο με τα εδάφη που κατέλαβαν οι Αψβούργοι στα βορειοδυτικά της χώρας.[2]
Ιστορικό
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τον αιώνα που ακολούθησε τον θάνατο του Οσμάν Α΄ το 1326, η οθωμανική κυριαρχία άρχισε να επεκτείνεται στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, αργά αλλά σταθερά. Η Καλλίπολη καταλήφθηκε το 1354, αποκόπτοντας τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία από τα ηπειρωτικά της εδάφη. Το 1371 η τουρκική νίκη στη μάχη του Έβρου κατέλυσε τη Σερβική Αυτοκρατορία (Οθωμανική Σερβία). Το 1387, η βενετοκρατούμενη Θεσσαλονίκη έγινε φόρου υποτελής και δέχτηκε οθωμανική φρουρά πριν την οριστική κατάληψη το 1430. Η ήττα της Σερβίας του Μοράβα στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1389, σηματοδότησε το οριστικό τέλος της σερβικής κυριαρχίας στην περιοχή και άνοιξε τον δρόμο για την οθωμανική επέκταση στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση μεταξύ Οθωμανών και Ούγγρων ήταν η μάχη της Νικόπολης το 1396, όπου ο συνδυασμένος στρατός των Χριστιανών μοναρχών και των Ιωαννιτών Ιπποτών ηττήθηκε από τον τουρκικό στρατό, στο πλευρό του οποίου πολέμησε και το υποτελές Δεσποτάτο της Σερβίας.[3]
Οι βαλκανικοί και οθωμανικοί πόλεμοι του Λουδοβίκου του Μεγάλου
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το 1344, ο Λουδοβίκος Α΄ της Ουγγαρίας, ο οποίος κυβέρνησε από το 1342 έως το 1382 και κέρδισε το προσωνύμιο «Μέγας», εισέβαλε στη Βλαχία και τη Μολδαβία και εγκαθίδρυσε ένα σύστημα υποτέλειας.
Λίγο νωρίτερα, το 1331, ο Στέφανος Δουσάν στέφθηκε βασιλιάς της Σερβίας. Την αστάθεια που ακολούθησε την άνοδό του εκμεταλλεύτηκε το Βανάτο της Βοσνίας και κατέλαβε αμφισβητούμενα συνοριακά εδάφη. Η Ουγγαρία ήταν προηγουμένως σύμμαχος της Βοσνίας στις διαμάχες της με τη Σερβία και ο Λουδοβίκος παρέμεινε πιστός στην παραδοσιακή σχέση: το 1349, ο στρατός του Λουδοβίκου, που αριθμούσε 80.000 άνδρες, νίκησε τα σερβικά στρατεύματα στη Μάτσβα και την Τερβουνία. Όταν ο Δουσάν εισέβαλε σε βοσνιακό έδαφος το 1354, ηττήθηκε από τον Στέφανο Β΄ της Βοσνίας με τη βοήθεια των Ούγγρων. Το 1355, οι Ούγγροι και οι Σέρβοι μονάρχες υπέγραψαν ειρηνευτική συμφωνία.
Οι τελευταίες εκστρατείες του Λουδοβίκου στα Βαλκάνια δεν στόχευαν στην κατάκτηση και την υποδούλωση, αλλά στο να προσηλυτίσει στη Ρωμαιοκαθολική πίστη τους ορθόδοξους Σέρβους, Βόσνιους, Βλάχους και Βούλγαρους και κυρίως να σχηματίσει ένα ενιαίο μέτωπο εναντίον των Τούρκων, το οποίο υποστηρίζονταν επίσης από τον Πάπα. Ήταν σχετικά εύκολο να υποτάξει τις βαλκανικές ορθόδοξες χώρες με τα όπλα, αλλά ο προσηλυτισμός τους ήταν διαφορετικό ζήτημα. Παρά τις προσπάθειες του Λουδοβίκου, οι λαοί των Βαλκανίων παρέμειναν πιστοί στην Ορθόδοξη Εκκλησία και η στάση τους απέναντι στην Ουγγαρία ασαφής. Ο Λουδοβίκος προσάρτησε τη Μολδαβία το 1352 και ίδρυσε εκεί ένα υποτελές πριγκιπάτο, πριν κατακτήσει το βουλγαρικό βασίλειο του Βίντιν το 1365, το οποίο οργανώθηκε σε ξεχωριστή συνοριακή επαρχία ή βανάτο, υπό τη διοίκηση Ούγγρων άρχοντων. Στα μέσα του 14ου αιώνα, οι ηγεμόνες της Σερβίας, της Βλαχίας, της Μολδαβίας και της Βουλγαρίας ήταν υποτελείς του. Ωστόσο, σε αυτές τις χώρες, μια ισχυρή Ουγγαρία θεωρούνταν απειλή για την εθνική τους ταυτότητα. Για αυτόν τον λόγο, η Ουγγαρία δεν τις θεώρησε ποτέ ως αξιόπιστους συμμάχους στους μεταγενέστερους πολέμους της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.[4]
Το 1366, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Ε΄ επισκέφθηκε την Ουγγαρία για να ζητήσει βοήθεια εναντίον των Οθωμανών Τούρκων, οι οποίοι προήλαυναν ακάθεκτοι στα Βαλκάνια.
Το 1389, σουλτάνος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έγινε ο ισχυρός Βαγιαζήτ Α΄, ο οποίος επικεντρώθηκε στην ολοκλήρωση της κατάκτησης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, και έτσι η Ουγγαρία, η οποία βρισκόταν σε αναταραχή μετά τον θάνατο του Λουδοβίκου το 1382, δεν ήταν στις βλέψεις του εκείνη την εποχή.

Όταν οι Τούρκοι πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη το 1396, η είδηση προκάλεσε αντίδραση στην Ευρώπη και ο αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και βασιλιάς της Ουγγαρίας Σιγισμούνδος οργάνωσε σταυροφορία εναντίον των Τούρκων. Ωστόσο, οι Καθολικοί ευγενείς συμπεριφέρθηκαν σαν όχλος στην πορεία τους προς τα νότια μέσω του Δούναβη, σφαγιάζοντας Τούρκους αιχμαλώτους, κακοποιώντας ντόπιους ορθόδοξους αγρότες και αρνούμενοι να ακολουθήσουν τις εντολές. Όταν συνάντησαν τον Βαγιαζήτ στη μάχη, επανέλαβαν τα λάθη της μάχης του Κρεσί (1346) και του Πουατιέ (1356) και εξαπέλυσαν απερίσκεπτες επιδρομές ιππικού που εξάντλησαν τα άλογά τους. Η μάχη της Νικόπολης το 1396 θεωρείται η πρώτη στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ Ούγγρων και Οθωμανών, όπου η συνασπισμένη δύναμη Χριστιανών μοναρχών και Ευρωπαίων στρατιωτικών διοικητών και ιπποτών, συμπεριλαμβανομένων των Ιωαννιτών Ιπποτών, υπέστη βαριά ήττα από τον αριθμητικά κατώτερο τουρκικό στρατό υπό την ικανή διοίκηση του Βαγιαζήτ Α΄ του επονομαζόμενου Κεραυνού. Μετά τη σφοδρή μάχη, ο Σιγισμούνδος και ό,τι είχε απομείνει από τον στρατό του αναγκάστηκαν να καταφύγουν πίσω στην Ουγγαρία, αφήνοντας πίσω χιλιάδες αιχμαλώτους που εκτελέστηκαν σε αντίποινα για τις προηγούμενες θηριωδίες τους..[5][6]
Ταμερλάνος και Οθωμανική Μεσοβασιλεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κύριο άρθρο: Οθωμανική μεσοβασιλεία
Εκείνη την εποχή, η Ευρώπη σώθηκε από τη μογγολική εισβολή γιατί, παρά τις επιτυχίες τους, οι Οθωμανοί υπέστησαν σημαντική ήττα όταν το 1402, ο Ταμερλάνος εισέβαλε στη Μικρά Ασία και στη μάχη της Άγκυρας νίκησε τον τουρκικό στρατό και αιχμαλώτισε τον Βαγιαζήτ, ο οποίος αυτοκτόνησε στην αιχμαλωσία. Ακολούθησε 11ετής εμφύλιος πόλεμος για την εξουσία μεταξύ των γιων του Βαγιαζήτ - η Οθωμανική μεσοβασιλεία - από τον οποίο αναδείχθηκε νικητής το 1413 ο Μωάμεθ Α΄.[7]
Εκστρατείες του Μουράτ Β΄ 1421–1451
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κύριο άρθρο: Βυζαντινο-Οθωμανικοί Πόλεμοι
Το 1421 ανέλαβε την εξουσία ο Μουράτ Β΄ και αποδείχθηκε άξιος διάδοχος του πατέρα του Μωάμεθ Α΄, ο οποίος είχε αποκαταστήσει το βασίλειό τους μετά το τέλος της οθωμανικής μεσοβασιλείας. Ο Μουράτ Β' ξεκίνησε και πάλι επεκτατική πολιτική και προχώρησε στην κατάκτηση νέων εδαφών τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην Ανατολία, προσθέτοντάς τα στην αναδυόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αρχικά, το 1422 πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη. Αν και δεν κατόρθωσε να την καταλάβει, κατέλαβε εδάφη γύρω από την πόλη. Το Βυζάντιο μαστίζονταν πλέον από σοβαρά οικονομικά προβλήματα και έλλειψη στρατευμάτων και υπογράφηκε ειρήνη με όρους ευνοϊκούς για τους Τούρκους.[8]
Καθώς το Βυζάντιο δεν αποτελούσε πλέον απειλή, ο Μουράτ βάδισε δυτικά και το 1430 κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη που κατείχε η Βενετική Δημοκρατία. Ακολούθησε λεηλασία και σφαγή των κατοίκων και ο σουλτάνος εγκατέστησε Τούρκους στην κατεστραμμένη πόλη. Το 1435-1436, οι Οθωμανοί εισέβαλαν στην Αλβανία, αλλά η χώρα σώθηκε από την ολοκληρωτική ήττα χάρη στην παρέμβαση του Βασιλείου της Ουγγαρίας, του οποίου τα σύνορα πλησίαζαν πλέον εκείνα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Οι εκστρατείες του Ιωάννη Ουνιάδη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στις δεκαετίες του 1440 και του 1450, ο Ούγγρος στρατιωτικός ηγέτης κατά των Τούρκων ήταν ο Ιωάννης Ουνιάδης, οι νίκες του γιορτάστηκαν σε όλη τη Χριστιανοσύνη. Το 1441 νίκησε τον Ισάκ Μπέη στο Σμεντέρεβο, πρωτεύουσα του δεσποτάτου της Σερβίας και το 1442 εξολόθρευσε στο Σιμπίου μια οθωμανική δύναμη που εισέβαλε στην Τρανσυλβανία, αποκαθιστώντας την ουγγρική επικυριαρχία στη Βλαχία. Τον Ιούλιο του 1442, ο Ουνιάδης, με 15.000 Ούγγρους και Σίκουλοι, νίκησε το τρίτο κύμα της τουρκικής εισβολής, που αποτελούνταν από 80.000 άνδρες υπό τον κυβερνήτη της Ρούμελης μπεηλέρμπεη Σεχαμπεντίν, κοντά στις Σιδηρές πύλες του Δούναβη, πετυχαίνοντας μία από τις πιο διάσημες νίκες στην ουγγρική στρατιωτική ιστορία.[9]
Αυτές οι νίκες έκαναν τον Ουνιάδη διάσημο στον Χριστιανικό κόσμο και το όνομά του γνωστό στους Τούρκους. Επηρεασμένος από αυτές τις νίκες, ο βασιλιάς της Πολωνίας και της Ουγγαρίας Βλαδίσλαος Γ΄ το 1443 ετέθη επικεφαλής της Σταυροφορίας της Βάρνας που είχε συγκαλέσει ο Πάπας Ευγένιος Δ΄. Ο Ουνιάδης, που ήταν στην εμπροσθοφυλακή, με τη βοήθεια ιπποτών από τη δυτική Ευρώπη, κατέλαβε τη Νις, νίκησε τρεις Τούρκους πασάδες, κατέλαβε τη Σόφια και, ενωμένος με τον βασιλικό στρατό, νίκησε τον σουλτάνο Μουράτ Β΄ κοντά στο Σναΐμ. Ο σουλτάνος, ο οποίος έπρεπε να αντιμετωπίσει την εξέγερση στην Καραμανία, τον Σκεντέρμπεη στην Αλβανία και τον αδελφό του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ιωάννη και Δεσπότη του Μορέως Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να συμβιβαστεί. Τους κάλεσε και τους τρεις στην αυλή του στην Αδριανούπολη και συνήψαν 10ετή εκεχειρία.
Όταν τα νέα έφτασαν στη Ρώμη, ο Πάπας Ευγένιος Δ΄ και το συμβούλιό του τρομοκρατήθηκαν και έστειλαν τον καρδινάλιο Τζουλιάνο Τσεζαρίνι στην αυλή του Βλαδίσλαου στο Σέγκεντ, όπου απάλλαξε επίσημα τον βασιλιά από τον όρκο του προς τον σουλτάνο και έτσι ουσιαστικά υποκίνησε την επανάληψη της σταυροφορίας εναντίον των Τούρκων. Μέχρι εκείνη την εποχή, πολλοί από τους σταυροφόρους είχαν ήδη επιστρέψει στην πατρίδα τους, και ο δεσπότης της Σερβίας Γεώργιος Μπράνκοβιτς, στον οποίο επιστράφηκαν οι κτήσεις του, ήταν ικανοποιημένος με την εκεχειρία και αποφάσισε να μην συμμετάσχει. Ωστόσο, ο νεαρός βασιλιάς αποφάσισε να συνεχίσει.[10]
Μάχη της Βάρνας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κύριο άρθρο: Μάχη της Βάρνας
Το φθινόπωρο του 1444, ο Βλαδίσλαος, με ό,τι είχε απομείνει από τον στρατό του, πέρασε από όλη τη Βουλγαρία και έφτασε στη Βάρνα. Ο Μουράτ, μόλις άκουσε για την παραβίαση της συνθήκης από τον Ούγγρο βασιλιά, κινήθηκε από την Ανατολία με τεράστιο στρατό. Αφού πέρασε τον Βόσπορο, έσπευσε στη Βάρνα, όπου έλαβε χώρα η μάχη της Βάρνας στις 10 Νοεμβρίου 1444. Λέγεται ότι ο σουλτάνος διέταξε να αναρτηθεί στη σημαία τους ένα έγγραφο που περιείχε το κείμενο της παραβιασμένης συνθήκης και αναφώνησε: «Χριστέ! Αν είσαι πραγματικά Θεός, όπως ισχυρίζονται οι πιστοί σου, τότε τιμώρησέ τους για την ψευδορκία τους!» Στη μάχη, ο στρατός των σταυροφόρων καταστράφηκε ολοσχερώς, ο βασιλιάς Βλαδίσλαος Γ΄ και ο καρδινάλιος Τσεζαρίνι σκοτώθηκαν στη μάχη. Μόνο ο Ιωάννης Ουνιάδης και λίγοι Σταυροφόροι επέζησαν από τη μάχη.[11]
Μετά τη Βάρνα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Ουνιάδης επέστρεψε στην Ουγγαρία, όπου έγινε αντιβασιλέας του νεαρού βασιλιά Λαδίσλαου Ε΄ της Ουγγαρίας. Ο Μουράτ έσπευσε στο Βυζάντιο για να αντιμετωπίσει τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Έχοντας καταστρέψει τον Μοριά, ο σουλτάνος έστρεψε την προσοχή του στην Αλβανία, της οποίας ο άρχοντας Σκεντέρμπεης, κάποτε όμηρος των Οθωμανών, ήταν τώρα δημοφιλής ηγέτης της αντίστασης. Εν τω μεταξύ, ο Ουνιάδης, μετά τη συμφωνία του σε διετή εκεχειρία με έναν άλλο εχθρό του, τον Φρειδερίκο Γ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κινήθηκε με περίπου 24.000 Ούγγρους προς βοήθεια του Αλβανού συμμάχου του. Για να αποτρέψει την ένωση των δύο στρατευμάτων, ο Μουράτ Β΄ κινήθηκε για να αναχαιτίσει τους Ούγγρους και τους νίκησε στη δεύτερη μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1448.[6]
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κύριο λήμμα: Άλωση της Κωνσταντινούπολης, Πολιορκία του Βελιγραδίου (1456)

Στις 13 Φεβρουαρίου 1451, ο σουλτάνος Μουράτ Β΄ πέθανε. Τον διαδέχθηκε ο τρίτος γιος του, ο οποίος έμεινε στην ιστορία ως Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής. Χωρίς να χάσει χρόνο, συγκέντρωσε μεγάλο στρατό στη Θράκη και την άνοιξη του 1453 κινήθηκε προς την Κωνσταντινούπολη. Στις 29 Μαΐου 1453, η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έπεσε.
Η είδηση της πτώσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προκάλεσε σοκ σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο. Τώρα η Ουγγαρία έγινε το μόνο φράγμα που προστάτευε την Ευρώπη από την αυξανόμενη οθωμανική επεκτασιμότητα και το κλειδί για την Ουγγαρία ήταν το φρούριο του Βελιγραδίου, το οποίο προστάτευε τη νότια Ουγγαρία. Το 1456, ο Μωάμεθ Β', έχοντας συγκεντρώσει μεγάλες δυνάμεις, έσπευσε να πολιορκήσει την πόλη με σκοπό να υποτάξει την Ουγγαρία. Ο Ιωάννης Ουνιάδης προετοίμασε την άμυνα του φρουρίου. Η πολιορκία κλιμακώθηκε σε μια σφοδρή μάχη, κατά την οποία οι Ούγγροι κατάφεραν να διαπεράσουν το τουρκικό στρατόπεδο και ο ίδιος ο σουλτάνος τραυματίστηκε και υποχώρησε με τον στρατό του στα εδάφη του. Αυτή η νίκη των Ούγγρων σταμάτησε την προέλαση των Τούρκων στην Κεντρική Ευρώπη για αρκετές δεκαετίες. Ο Ιωάννης Ουνιάδης σχεδίαζε να μεταφέρει τον πόλεμο στην Τουρκία, αλλά πέθανε από πανώλη λίγο μετά τη μάχη.[12]
Οθωμανικοί πόλεμοι του Ματθία Κορβίνου (1458–1490)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο γιος του Ουνιάδη, Ματθίας Κορβίνος, στέφθηκε βασιλιάς στη Βούδα το 1458 σε ηλικία 15 ετών. Το 1471 ο Ματθίας ανανέωσε στον Βουκ Γκργκούρεβιτς τον τίτλο του δεσπότη του υπό Οθωμανική κατοχή Δεσποτάτου της Σερβίας για να συμμετέχει στη νότια Ουγγαρία στην προστασία των συνόρων από τους Οθωμανούς. Το 1479, ένας οθωμανικός στρατός, κατά την επιστροφή του από την καταστροφή της Τρανσυλβανίας, εξοντώθηκε στο τωρινό Οράστιε της Ρουμανίας στη μάχη του Πεδίου του Άρτου. Επικεφαλής του ουγγρικού στρατού ήταν οι Παλ Κινίτσκι, Στέφανος Ε΄ Μπάτορυ, Βουκ Μπράνκοβιτς και Βασάραβας Γ΄ της Βλαχίας.Την επόμενη χρονιά, ο Ματθίας ανακατέλαβε το Γιάιτσε του Βασιλείου της Βοσνίας, απώθησε τους Οθωμανούς από τη βόρεια Σερβία και ίδρυσε δύο νέα στρατιωτικά βανάτα, το Γιάιτσε και το Σρέμπερνικ, από τα ανακτημένα βοσνιακά εδάφη. Το 1480, ένας οθωμανικός στόλος κατέλαβε το Οτράντο στο Βασίλειο της Νάπολης. Μετά από ένθερμη παράκληση του πάπα, ο Ματθίας έστειλε τον Ούγγρο στρατηγό Μάγκιαρ Μπάλας να ανακτήσει το φρούριο, το οποίο ελευθερώθηκε στις 10 Μαΐου 1481. Και πάλι το 1488, ο Ματθίας πήρε την Ανκόνα υπό την προστασία του για ένα διάστημα, ανακαταλαμβάνοντάς την με μια ουγγρική φρουρά.
Οθωμανικοί πόλεμοι της Βλαχίας και της Μολδαβίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Βλαντ ο Ανασκολοπιστής και ο οθωμανικός πόλεμος με τη Βλαχία, 1456–1475
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τα προβλήματα του Μωάμεθ Β΄ μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης κλιμακώθηκαν περαιτέρω όταν το πριγκιπάτο της Βλαχίας υπό τον Βλαντ Γ΄ Τσέπες, τον επιλεγόμενο κόμη Δράκουλα, επαναστάτησε εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανακήρυξε τον βασιλιά της Ουγγαρίας επικυρίαρχό του. Ο Βλαντ, που παλαιότερα ήταν εξόριστος ως όμηρος του Οθωμανού σουλτάνου, είχε ανεβεί στον θρόνο της Βλαχίας το 1456 με την υποστήριξη των Ούγγρων. Το 1461, πέντε χρόνια μετά την επιστροφή του, αρνήθηκε να πληρώσει φόρο υποτέλειας στον σουλτάνο, ανασκολόπισε τους Τούρκους πρέσβεις και κατέλαβε το φρούριο της οχυρωμένης πόλης Τζιούρτζιου. Τον Ιούνιο του 1462 ανάγκασε τον τουρκικό στρατό 30.000 ανδρών υπό τη διοίκηση του ίδιου του Μωάμεθ Β΄ να υποχωρήσει από την εισβολή στη Βλαχία. Στη συνέχεια, ο Βλαντ ξεκίνησε μια αιματηρή επίθεση στον Δούναβη προς τη Μαύρη Θάλασσα, καταστρέφοντας τα περισσότερα λιμάνια για να αποτρέψει οθωμανικές ναυτικές επιθέσεις.
Οι προσπάθειες των Οθωμανών να υποτάξουν τον Βλαντ στρατιωτικά απέτυχαν, αλλά η σκληρότητά του, η οποία είχε τρομοκρατήσει εχθρούς και υπηκόους του, αποδείχθηκε η καταστροφή του. Όταν ο Μωάμεθ Β' πρόσφερε στον πληθυσμό την επιλογή μεταξύ του Βλαντ ή του αδελφού του Ράντου, ο πληθυσμός επέλεξε τον Ράντου και ο Βλαντ αναγκάστηκε να καταφύγει στην Ουγγαρία όπου φυλακίστηκε καθώς οι Ούγγροι σταμάτησαν να υποστηρίζουν.[13]
Στέφανος ο Μέγας και ο οθωμανικός πόλεμος κατά της Μολδαβίας, 1475–1476
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Εν τω μεταξύ, ξεκίνησε η άνοδος της Ηγεμονίας της Μολδαβίας, με τον Στέφανο Γ΄ τον Μέγα να στέφεται ηγεμόνας το 1457. Σε πολέμους με τους γείτονές της, η ηγεμονία επέκτεινε τα σύνορα και τελικά αρνήθηκε να πληρώσει φόρο υποτέλειας στον σουλτάνο. Το 1475, ένας τουρκικός στρατός 120.000 ανδρών κινήθηκε εναντίον της Μολδαβίας. Ο μολδαβικός στρατός των 40.000 ανδρών κατάφερε να παρασύρει τους Τούρκους σε παγίδα, η τακτική των Μολδαβών «χτύπημα και φυγή» αποδείχθηκε αποτελεσματική, οι κακοί δρόμοι επιβράδυναν περαιτέρω τους Οθωμανούς που τελικά υπέστησαν ολοκληρωτική ήττα. Ωστόσο, το 1476 οι Οθωμανοί επέστρεψαν, αυτή τη φορά με τη βοήθεια των συμμάχων τους Τατάρων της Κριμαίας και του υποτελούς τους πριγκιπάτου της Βλαχίας. Ο Στέφανος Γ' έχασε τη μάχη και αναγκάστηκε να υποχωρήσει στα βουνά. Μετά από μια αποτυχημένη επίθεση στην οθωμανική εμπροσθοφυλακή, ο Στέφανος φαινόταν στα πρόθυρα της ήττας όταν ο βασιλιάς της Ουγγαρίας Ματθίας Κορβίνος του προσέφερε βοήθεια. Οι Οθωμανοί υποχώρησαν και δεν επέστρεψαν στη Μολδαβία μέχρι το 1484.[14]
Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η πρώιμη βασιλεία του Βαγιαζήτ Β΄ καθορίστηκε από τη διεκδίκηση του θρόνου από τον αδελφό του Τζεμ, ο οποίος διέφυγε στη δύση. Ευρωπαίοι ηγέτες διαπραγματεύονταν την ιδέα για την εγκατάσταση ενός φιλοδυτικού σουλτάνου, ενώ παράλληλα θα έστελναν μια σταυροφορία στα Βαλκάνια. Κατά συνέπεια, ο Βαγιαζήτ δεν υποκίνησε κανένα σοβαρό πόλεμο με τους Χριστιανούς αντιπάλους του μέχρι τον θάνατο του αδελφού του το 1495. Εν τω μεταξύ, ο Βαγιαζήτ υπέγραψε 10ετή ειρήνη με την Ουγγαρία το 1484, αν και αυτό δεν εμπόδισε τις συγκρούσεις μεταξύ ουγγρικών και οθωμανικών στρατευμάτων. Μεταξύ 1484 και 1486, ο Βαγιαζήτ εξαπέλυσε ετήσιες εκστρατείες εναντίον της Μολδαβίας σε μια προσπάθεια να την υποτάξει και να συνδεθεί με την Κριμαία, μουσουλμανική υποτελή και σύμμαχό της περιοχή. Παρά τις δύο ήττες της το 1485 και το 1486, η Μολδαβία υποτάχθηκε. Καθώς η βασιλεία του Βαγιαζίτ πλησίαζε στο τέλος της, ενεπλάκη σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των γιων του. Ο Σελίμ τελικά ανέλαβε τον θρόνο το 1512 και για τα επόμενα οκτώ χρόνια συνέχισε μικρές κατακτήσεις στη δύση, αν και το κύριο επίτευγμά του ήταν η κατάκτηση του Χαλιφάτου των Μαμελούκων του Καΐρου. Ο διάδοχος του Σελίμ, ο Σουλεϊμάν, συνέχισε τον πόλεμο εναντίον της Ουγγαρίας.[15]
Σουλεϊμάν Α΄
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η τουρκική επέκταση στην Ευρώπη συνεχίστηκε όταν ο Σουλεϊμάν Α΄ ανέβηκε στο θρόνο το 1520. Το 1521, τα στρατεύματά του κατέλαβαν το ισχυρό φρούριο του Σάμπατς στον Δούναβη και πολιόρκησαν το Βελιγράδι, που είχε αντισταθεί στον Μωάμεθ Β΄ το 1456. Παρά την σθεναρή αντίσταση, η πόλη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Από το καλοκαίρι μέχρι τον χειμώνα του 1522, ο Σουλεϊμάν πολιόρκησε και κατέλαβε τη Ρόδο αναγκάζοντας τους Ιωαννίτες Ιππότες να εγκαταλείψουν το νησί. Αν και οι Τούρκοι υπέστησαν τεράστιες απώλειες, η Ρόδος και τα γύρω νησιά έγιναν κτήσεις της Πύλης.
Η πτώση του βασιλείου της Ουγγαρίας - 1526
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κύριο άρθρο: Μάχη του Μόχατς

Στις 29 Αυγούστου 1526, κοντά στην πόλη Μόχατς στη νότια Ουγγαρία, στη δεξιά όχθη του Δούναβη, έλαβε χώρα μάχη μεταξύ του στρατού του Σουλεϊμάν Α΄ (100.000 άνδρες και 300 πυροβόλα) και του στρατού του βασιλιά της Ουγγαρίας, Βοημίας και Κροατίας Λουδοβίκου Β΄ (25.000 άνδρες και 80 πυροβόλα). Ο στρατός του βασιλιά Λουδοβίκου υπέστη συντριπτική ήττα και ο 26χρονος βασιλιάς Λουδοβίκος σκοτώθηκε κατά την υποχώρηση. Μετά τη μάχη, και καθώς ο βασιλιάς ήταν άτεκνος, η διχασμένη Ουγγρική αριστοκρατία εξέλεξε δύο βασιλιάδες. Ο βοεβόδας της Τρανσυλβανίας Γιάνος Ζαπόλια εξελέγη βασιλιάς στο Τοκάι και στέφθηκε το 1526. Αντίπαλός του ήταν ο Φερδινάνδος Α΄, αδελφός του Καρόλου Ε΄ και μελλοντικός αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο οποίος εξελέγη το 1527. Το 1527-1528, ο στρατός του Φερδινάνδου εισέβαλε στην Ουγγαρία, νίκησε τα στρατεύματα του Ζαπόλια και τον εκδίωξε από τη χώρα στην Πολωνία. Ενώ βρισκόταν στην εξορία, ο Γιάνος Ζαπόλια στράφηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για βοήθεια το 1528. Στις 10 Μαΐου 1529 ξεκίνησε η εισβολή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς στην Ουγγαρία. Κατά τη διάρκεια της εισβολής, τα οθωμανικά στρατεύματα έδιωξαν τις δυνάμεις των Αψβούργων από τη χώρα και αποκατέστησαν την κυριαρχία του Γιάνος σε μεγάλο τμήμα της Ουγγαρίας. Τον Ιούλιο του 1529, ο Γιάνος Ζαπόλια ορκίστηκε πίστη στον σουλτάνο και αναγνωρίστηκε από αυτόν ως βασιλιάς της Ουγγαρίας.[16]
Ως αποτέλεσμα, το πρώην Βασίλειο της Ουγγαρίας χωρίστηκε σε τρία μέρη:
- Οθωμανική Ουγγαρία, η κεντρική περιοχή (το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Ουγγαρίας, η πρωτεύουσα Βούδα έπεσε το 1541) έγινε επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το 1526 έως το 1699, εφαλτήριο για την κατάκτηση νέων εδαφών και την περαιτέρω εξάπλωση στην Ευρώπη. Μετά την ήττα τους το 1699, οι Οθωμανοί αναγνώρισαν την απώλεια της Οθωμανικής Ουγγαρίας με τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς.
- Ανατολικό Ουγγρικό Βασίλειο, υποτελές κράτος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με βασιλιά τον Γιάνος Ζάπολια. Το 1570 ο Ιωάννης Β΄ Σιγισμούνδος, γιος του Ιωάννη Ζαπόλια, παραιτήθηκε από την αξίωσή του στον τίτλο του Βασιλιά της Ουγγαρίας υπέρ του Μαξιμιλιανού Β΄.
- Βασιλική Ουγγαρία, η δυτική περιοχή με πρωτεύουσα το Πρεσβούργο, σημερινή Μπρατισλάβα, η οποία αναγνώρισε τους Αψβούργους ως βασιλείς της. Από το 1526 έως το 1867. Μετά την κατάκτηση της Οθωμανικής Ουγγαρίας από τους Αψβούργους το 1699, ο όρος Βασιλική Ουγγαρία έπαψε να χρησιμοποιείται και ο Αυτοκράτορας άρχισε να αποκαλεί τις ουγγρικές κτήσεις του Βασίλειο της Ουγγαρίας. Το 1867 δημιουργήθηκε η Αυστροουγγαρία.[17]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ . «ebsco.com/research-starters/history/hungarian-turkish-wars».
- ↑ . «wienerkongress1515.at/en/1526-battle-of-mohacs/».
- ↑ . «historytoday.com/archive/battle-kossovo-1389».
- ↑ . «britannica.com/biography/Louis-I-king-of-Hungary».
- ↑ . «deremilitari.org/2025/01/the-battle-of-nicopolis-1396».
- 1 2 . «warfarehistorynetwork.com/article/the-battle-of-varna-let-us-fight-with-bravery/».
- ↑ . «almuqaddima.com/post/the-ottoman-civil-war».
- ↑ . «byzantium.gr/battle./Siege of Constantinople (1422)».
- ↑ . «warfantasy.wordpress.com/2024/05/23/campaigns-of-john-hunyadi/».
- ↑ . «https://sciendo-parsed.s3.eu-central//John Hunyadi in Hungarian Folklore and Historiography» (PDF).
- ↑ . «lovecpokladu.cz/en/home/10-11-1444-battle-of-varna».
- ↑ . «historytoday.com/archive/ottomans-defeated-belgrade».
- ↑ . «medievalists.net/2022/10/vlad-impaler-timeline/».
- ↑ . «warhistory.org/@msw/article/battle-of-vaslui-1475».
- ↑ . «ebsco.com/research-starters/biography/bayezid-ii».
- ↑ . «offlinepost.gr/2024/12/07/Η μάχη του Μόχατς (1526): Το τέλος της αυτόνομης Ουγγαρίας».
- ↑ . «newworldencyclopedia.org/entry/Kingdom_of_Hungary#Ottoman_occupation».