Μανωλάκης Καστοριανός
| Εμμανουήλ Φιλίππου | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | Μανωλάκης Καστοριανός (Ελληνικά) |
| Γέννηση | 1610 Καστοριά |
| Θάνατος | 1699 Κωνσταντινούπολη |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | έμπορος |
| Οικογένεια | |
| Οικογένεια | Οικογένεια Μάνου |
Ο Εμμανουήλ Φιλίππου (περ. 1620 – 1699), ευρύτερα γνωστός ως Μανωλάκης Καστοριανός, υπήρξε εξέχουσα προσωπικότητα της ελληνικής διανόησης και παιδείας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ως αρχιγουναράς, υπηρέτησε στην Κωνσταντινούπολη, όπου απέκτησε σημαντικό κύρος και καταξίωση εντός της Οθωμανικής διοίκησης, καθιστώντας τον έναν από τους πιο επιδραστικούς Έλληνες της εποχής του. Διακρίθηκε όχι μόνο για τη θέση του, αλλά και για το αμείωτο ενδιαφέρον του για την πρόοδο της ελληνικής εκπαίδευσης και την ενίσχυση της θρησκευτικής ζωής της σκλαβωμένης Ρωμιοσύνης.
Με την αρωγή του, ο Μανωλάκης χρηματοδότησε διάφορα εκπαιδευτικά και θρησκευτικά ιδρύματα, προσφέροντας σημαντική στήριξη στους Έλληνες υπό οθωμανική εξουσία, που αγωνίζονταν να διατηρήσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα και την εθνική τους συνείδηση. Η προσφορά του στην ενδυνάμωση της παιδείας τον καθιστά ως τον πρώτο εθνικό ευεργέτη στην ελληνική ιστορία, καθώς το έργο του υπήρξε θεμέλιος λίθος για τις μετέπειτα προσπάθειες ανάτασης της ελληνικής κοινωνίας και της πνευματικής αναγέννησης.
Βίος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Γεννήθηκε στις αρχές του 17ου αιώνα στην Καστοριά, από όπου και έλαβε το προσωνύμιο «Καστοριανός».[1] Η ενασχόλησή του με το εμπόριο γουναρικών, παραδοσιακό και ακμαίο κλάδο της ιδιαίτερης πατρίδας του, υπήρξε το εφαλτήριο για τη μετέπειτα κοινωνική και οικονομική του άνοδο. Μεταναστεύσας στην Κωνσταντινούπολη, εγκαταστάθηκε στη συνοικία Ορτάκιοϊ του Βοσπόρου, όπου εδραιώθηκε επαγγελματικά και αναδείχθηκε σε εξέχουσα φυσιογνωμία του κλάδου. Στην οθωμανική πρωτεύουσα ίδρυσε τη συντεχνία των γουναράδων,[2] γνωστή ως «εν Κωνσταντινουπόλει ρουφέτι»,[α] και ανήλθε ταχύτατα στην εσωτερική της ιεραρχία. Η τεχνική του δεινότητα, σε συνδυασμό με την ικανότητά του να οικοδομεί σχέσεις εμπιστοσύνης με σημαίνοντες αξιωματούχους της Υψηλής Πύλης, μεταξύ των οποίων ο Μεγάλος Βεζίρης Αϊνατζή Σουλεϊμάν Πασάς, του εξασφάλισαν τον τίτλο του κορυφαίου γουναρά της πόλεως. Εντέλει ορίστηκε προσωπικός προμηθευτής του Σουλτάνου Μωάμεθ Δ΄, γεγονός που παγίωσε την κοινωνική του επιρροή και ενίσχυσε περαιτέρω την οικονομική του επιφάνεια. Το έτος 1660 σηματοδοτεί την ακμή του.
Ως ευεργέτης με έντονη παιδευτική μέριμνα, ο Μανωλάκης διέθεσε σημαντικό μέρος της περιουσίας του για την ίδρυση και ενίσχυση σχολείων στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Πρώτιστα ευεργέτησε την ιδιαίτερη πατρίδα του, ενώ παράλληλα χρηματοδότησε σχολικές μονάδες στην Κωνσταντινούπολη, στη Χίο, στην Άρτα και στο Αιτωλικό.[3] Καθοριστικής σημασίας υπήρξε η συμβολή του στην επανίδρυση, το 1661, της Πατριαρχικής Σχολής της Κωνσταντινουπόλεως, για την οποία προμηθεύθηκε ιδιόκτητο κτίριο στη συνοικία του Φαναρίου. Στη Σχολή αυτή μερίμνησε να διορισθούν τρεις διδάσκαλοι με διαβαθμισμένα καθήκοντα: ο πρώτος για την παροχή στοιχειώδους παιδείας σε άπορα παιδιά, ο δεύτερος για τη διδασκαλία γραμματικής, ρητορικής και λογικής, και ο τρίτος για την καλλιέργεια φιλοσοφικών και θεολογικών γνώσεων. Πέραν τούτων, εξασφάλισε την πλήρη σίτιση και ένδυση δώδεκα μαθητών, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στη διαμόρφωση ενός συμπεριληπτικού και υψηλού επιπέδου εκπαιδευτικού ιδρύματος στον πυρήνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.[4]
Άλλες δραστηριότητες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]τούς ἐν Καστορία τιμιωτάτους ἄρχοντας... ὅπως γράψωσι ἐπιστολήν πρός τόν ἐν Κωνστανουπόλει Καστοριέα Μανωλάκην, ἵνα συνεργήσῃ ὑπέρ ἱδρύσεως σχολής ἐν Καστορίᾳ, ὡς εὖμοιρούσι τοιούτων τά Ιωάννινα, ἡ Άρτα, τό Ἀνατολικόν, ἡ Ἀθήνα κι ἡ Θεσσαλονίκη.
— Βαφείδου, Κώδιξ «Εκκλησιαστική Αλήθεια» 20 (1900)
Στα 1666, κατόπιν προτροπής του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Νεκταρίου, ο Μανωλάκης Καστοριανός συνέστησε στη Χίο νέα σχολή πλησίον του ναού του Αγίου Βίκτωρος. Η ίδρυση αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική και πνευματική της συνέχεια, δεν αποκλείεται να αποτελεί την άμεση διάδοχο μορφή του παλαιότερου Φροντιστηρίου των Αγίων Αναργύρων,[5] θεσμού με βαθιές ρίζες στην τοπική παιδεία. Στο πλαίσιο των δωρεών του προς την Εκκλησία, ο Καστοριανός προσέφερε στον πατριαρχικό ναό ένα μεγαλοπρεπές, καλλιτεχνικώς επεξεργασμένο ελεφαντοκόλλητο παγκάρι, το οποίο φέρει την επιγραφή: «Μανουήλ υιός Πέτρου εκ Καστορίας αφοσιοί έτει ΑΧΞΘ’» (1669). Η πράξη αυτή δεν συνιστούσε μεμονωμένο δείγμα ευλάβειας· αντιθέτως, εντασσόταν σε ένα ευρύτερο πλέγμα γενναίων χορηγιών προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα μοναστήρια του Αγίου Όρους και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων.
Ιδιαίτερης μνείας χρήζει η συμβολή του στην ανακατασκευή του ναού της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ, για την οποία όχι μόνο κάλυψε το σύνολο των δαπανών, αλλά και προμήθευσε τα απαιτούμενα οικοδομικά υλικά. Η εκτεταμένη αυτή ευεργετική δράση αποτυπώνεται εύγλωττα σε πατριαρχικό σιγίλιο του 1663, όπου ο Μανωλάκης χαρακτηρίζεται «ως άλλον τινά χρυσορρόαν Νείλον, τοις της ελεημοσύνης ρεύμασι την οικουμένη καταρδεύοντα»,[6] μεταφορική εξύψωση που αναδεικνύει το μέγεθος και την εμβέλεια της φιλανθρωπίας του.
Ενδεικτικό του κοινωνικού κύρους και της επιρροής που είχε αποκτήσει στην οθωμανική πρωτεύουσα είναι το γεγονός ότι η εκλογή του Πατριάρχη Καλλινίκου το 1688 πραγματοποιήθηκε εντός της οικίας του εύπορου γουναρά,[7] απόδειξη του ιδιαίτερου δεσμού του με το εκκλησιαστικό κατεστημένο, αλλά και της περίοπτης θέσης που κατείχε στο ευρύτερο ομογενειακό σώμα.
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Χρύσανθος Νοταράς, [χειρ. αρ.27] στη βιβλιοθήκη του Αγιοτ. Μετοχίου.
- Κωνσταντίνος Α΄ Σιναίος, Περί της Πατριαρχικής Σχολής.
Υποσημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Μέχρι σήμερα υπάρχει σε κρήνη του Γαλατά αφιερωματική επιγραφή του ρουφετιού των Καστοριαίων γουνοποιών.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Σχεδίασμα περί τῆς ἐν τῷ ἑλληνικῷ ἔθνει καταστάσεως τῶν γραμμάτων ἀπό αλώσεως μέχρι τῶν αρχῶν τῆς ἐνεστώσης (ΙΘ) ἑκατονταετηρίδος ἐν Κωνσταντινοπόλει (1867). Σχεδίασμα.. σ. 53.
- ↑ Αγγελική Χατζημιχάλη, Μορφές από τη συντεχνιακή οργάνωση των Ελλήνων στην Οθωμανική αυτοκρατορία
- ↑ Ζαχαρίας Μαθάς, Κατάλογος Πατριαρχών σελ. 217, 218, 238
- ↑ Ματθαίος Παρανίκας, ο.π. σελ. 54
- ↑ Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ελληνικά σχολεία στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας (1453-1821), εκδ.Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1991, σελ. 133-134
- ↑ Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1992 σ.448
- ↑ Ν. Iorga, Το βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, μτφρ. Γιάννης Καράς, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 1985, σελ. 239