Μάχη των Φιλίππων
| Μάχη των Φιλίππων | |||
|---|---|---|---|
| Μέρος του εμφυλίου πολέμου των Απελευθερωτών | |||
Η τοποθεσία των Φιλίππων | |||
| Χρονολογία | 3 και 23 Οκτωβρίου 42 π.Χ. | ||
| Τόπος | Φίλιπποι, Μακεδονία | ||
| Έκβαση | Νίκη του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντωνίου | ||
| Ηγετικά πρόσωπα | |||
| Δυνάμεις | |||
| |||
Η μάχη των Φιλίππων πραγματοποιήθηκε το 42 π.Χ. στους Φιλίππους της Καβάλας. Αντίπαλοι ήταν από τη μια πλευρά ο Οκταβιανός και ο Μάρκος Αντώνιος και από την άλλοι ο Βρούτος και ο Κάσσιος, δηλαδή οι δολοφόνοι του Ιούλιου Καίσαρα.
Προοίμιο
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 44 π.Χ. ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρας είχε αποκτήσει τεράστια δύναμη κατακτώντας τη Γαλατία και νικώντας στον Ρωμαϊκό Εμφύλιο τον Πομπήιο. Αναγορεύθηκε δικτάτορας και προς τιμήν του οι Ρωμαίοι μετονόμασαν το μήνα Κουιντίλιο σε Ιούλιο. Όμως ακουγόταν ότι ο Καίσαρας ήθελε να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα. Είχε αποφασίσει να επιτεθεί κατά των Πάρθων και των Γετών, αλλά πριν αναχωρήσει εκδηλώθηκε κίνημα εναντίον του. Δύο από αυτούς που ήταν στο κίνημα, ο Γάιος Κάσσιος Λογγίνος και ο Βρούτος, δολοφόνησαν τον Ιούλιο Καίσαρα στις 15 Μαρτίου στο κτήριο της Συγκλήτου. Ο Μάρκος Αντώνιος έθεσε υπό τον έλεγχο του την αναταραχή. Ο Καίσαρας είχε πλέον εκλείψει, ενώ ο Κάσσιος και ο Βρούτος, τους οποίους ο Καίσαρας είχε ορίσει διοικητές (τον πρώτο στη Συρία και τον δεύτερο στη Μακεδονία), φοβούμενοι το λαό έφυγαν από τη Ρώμη. Η Σύγκλητος όμως τους ανέθεσε την προμήθεια της Ρώμης με σιτηρά[Σημ. 1] Τότε στη Ρώμη ήρθε ο Οκταβιανός, θετός γιος του Καίσαρα ζητώντας από τον Αντώνιο την τιμωρία των δολοφόνων. Τελικώς ο Οκταβιανός, ο Μάρκος Αντώνιος και ο Λέπιδος σχημάτισαν τη Δεύτερη Τριανδρία και συμφώνησαν για την τιμωρία των δολοφόνων.
Στρατεύματα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αντώνιος και Οκταβιανός
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο στρατός της Τριανδρίας που ήταν παρών στη μάχη περιλάμβανε δεκαεννέα λεγεώνες. Οι πηγές αναφέρουν ρητά το όνομα μόνο μίας λεγεώνας, της IV, αλλά άλλες λεγεώνες που συμμετείχαν ήταν οι III, VI, VII, VIII, X Equestris, XII, XXVI, XXVIII, XXIX και XXX, καθώς οι βετεράνοι τους έλαβαν μέρος στις διανομές γαιών μετά τη μάχη. Ο Αππιανός αναφέρει ότι οι λεγεώνες των στρατών της Τριανδρίας ήταν σχεδόν πλήρεις σε δύναμη. Επιπλέον, διέθεταν ισχυρή συμμαχική ιππική δύναμη 13.000 ιππέων.
Ελευθερωτές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο στρατός των Ελευθερωτών διέθετε δεκαεπτά λεγεώνες· οκτώ υπό τον Βρούτο και εννέα υπό τον Κάσσιο. Μόνο δύο από τις λεγεώνες ήταν πλήρους δύναμης, αλλά ο στρατός ενισχύθηκε με επιστρατεύσεις από τα ανατολικά συμμαχικά βασίλεια. Ο Αππιανός αναφέρει ότι ο στρατός ανερχόταν συνολικά σε περίπου 80.000 πεζούς στρατιώτες. Το συμμαχικό ιππικό αριθμούσε 20.000 ιππείς, εκ των οποίων 5.000 ήταν τοξότες έφιπποι κατά τον ανατολικό τρόπο.
Αυτός ο στρατός περιλάμβανε τις παλαιές Καισαρικές λεγεώνες που βρίσκονταν στην Ανατολή, πιθανώς μεταξύ αυτών τις λεγεώνες XXVII, XXXVI, XXXVII, XXXI και XXXIII· έτσι, οι περισσότεροι από αυτούς τους λεγεωνάριους ήταν βετεράνοι του Καίσαρα. Ωστόσο, τουλάχιστον η λεγεώνα XXXVI αποτελούνταν από παλαιούς Πομπηιανούς βετεράνους, οι οποίοι είχαν ενταχθεί στον στρατό του Καίσαρα μετά τη Μάχη των Φαρσάλων. Η αφοσίωση των στρατιωτών που επρόκειτο να πολεμήσουν εναντίον του κληρονόμου του Καίσαρα αποτελούσε λεπτό ζήτημα για τους Ελευθερωτές. Ο Κάσσιος επιχείρησε να ενισχύσει την πίστη των στρατιωτών τόσο με δυναμικούς λόγους («Ας μη δίνει σε κανέναν ανησυχία το ότι υπήρξε στρατιώτης του Καίσαρα. Τότε δεν ήμασταν στρατιώτες του, αλλά της πατρίδας μας») όσο και με τη χορήγηση δώρου 1.500 δηναρίων σε κάθε λεγεωνάριο και 7.500 σε κάθε εκατόνταρχο.
Οι αρχαίες πηγές δεν αναφέρουν τον συνολικό αριθμό ανδρών των δύο στρατών, αλλά φαίνεται ότι διέθεταν παρόμοια δύναμη. Ο Άντριαν Γκόλντσγουόρθι εκτιμά ότι, σε πλήρη ανάπτυξη, οι 19 λεγεώνες των στρατών της Τριανδρίας θα μπορούσαν να ανέρχονται σε 95.000 άνδρες και οι 17 λεγεώνες των Ελευθερωτών σε 85.000. Πιθανότατα, κάθε πλευρά διέθετε στην πραγματικότητα μόνο 40.000–50.000 λεγεωνάριους. Δεδομένου ότι η εκστρατεία διήρκεσε μήνες, είναι απίθανο οποιαδήποτε από τις δύο πλευρές να μπορούσε να υποστηρίξει από πλευράς εφοδιασμού τη διατήρηση τόσο μεγάλου αριθμού ανδρών, ίππων και υποζυγίων, αν και οι δύο στρατοί αριθμούσαν περίπου 100.000 άνδρες ο καθένας.
Πρώτη μάχη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αντώνιος προσπάθησε αρκετές φορές να δώσει μάχη, αλλά οι Ελευθερωτές δεν παγιδεύτηκαν και δεν εγκατέλειψαν τη θέση άμυνάς τους. Ο Αντώνιος επιχείρησε μυστικά να παρακάμψει τη θέση των Ελευθερωτών μέσω των βάλτων στα νότια. Με μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να ανοίξει διάδρομο μέσα από τους βάλτους, κατασκευάζοντας έναν δρόμο πάνω από αυτούς. Η κίνηση αυτή έγινε τελικά αντιληπτή από τον Κάσσιο, ο οποίος αντέδρασε μετακινώντας μέρος του στρατού του προς τα νότια μέσα στους βάλτους και κατασκευάζοντας ένα εγκάρσιο τείχος, με σκοπό να αποκόψει την εκτεινόμενη δεξιά πτέρυγα του Αντωνίου. Αυτό οδήγησε σε γενική μάχη στις 3 Οκτωβρίου 42 π.Χ.
Ο Αντώνιος διέταξε επίθεση εναντίον του Κάσσιου, με στόχο τα οχυρώματα μεταξύ του στρατοπέδου του Κάσσιου και των βάλτων. Ταυτόχρονα, οι στρατιώτες του Βρούτου, προκληθέντες από τον στρατό της Τριανδρίας, επιτέθηκαν κατά του στρατού του Οκταβιανού χωρίς να περιμένουν την εντολή επίθεσης, η οποία θα δινόταν με το σύνθημα «Ελευθερία». Αυτή η αιφνιδιαστική επίθεση στέφθηκε με πλήρη επιτυχία: τα στρατεύματα του Οκταβιανού διασκορπίστηκαν και καταδιώχθηκαν μέχρι το στρατόπεδό τους, το οποίο καταλήφθηκε από τους άνδρες του Βρούτου, υπό την ηγεσία του Μάρκου Βαλέριου Μεσάλλα Κορβίνου. Τρεις λεγεώνες του Οκταβιανού έχασαν τις σημαίες τους, σαφές σημάδι ήττας. Ο Οκταβιανός δεν βρέθηκε στη σκηνή του: η κλίνη του ήταν διατρυπημένη και κομμένη σε κομμάτια. Οι περισσότεροι αρχαίοι ιστορικοί αναφέρουν ότι είχε προειδοποιηθεί σε όνειρο να προσέχει εκείνη την ημέρα, όπως σημείωσε και στα απομνημονεύματά του. Ο Πλίνιος αναφέρει απερίφραστα ότι ο Οκταβιανός κρύφτηκε στους βάλτους.
Ωστόσο, στην απέναντι πλευρά της Εγνατίας Οδού, ο Αντώνιος κατάφερε να καταλάβει τα οχυρώματα του Κάσσιου, κατεδαφίζοντας το τείχος και γεμίζοντας την τάφρο. Στη συνέχεια κατέλαβε εύκολα το στρατόπεδο του Κάσσιου, που υπερασπιζόταν μόνο από λίγους άνδρες. Φαίνεται ότι μέρος του στρατού του Κάσσιου είχε προχωρήσει προς τα νότια· όταν αυτοί οι άνδρες προσπάθησαν να επιστρέψουν, απωθήθηκαν εύκολα από τον Αντώνιο.
Φαίνεται ότι η μάχη είχε λήξει ισόπαλη. Ο Κάσσιος είχε χάσει 8.000 άνδρες, ενώ ο Οκταβιανός περίπου 16.000. Το πεδίο της μάχης ήταν πολύ εκτεταμένο και σύννεφα σκόνης καθιστούσαν αδύνατη μια σαφή εκτίμηση του αποτελέσματος, με αποτέλεσμα κάθε πλευρά να αγνοεί την τύχη της άλλης. Ο Κάσσιος ανέβηκε στην κορυφή ενός λόφου, αλλά δεν μπορούσε να δει τι συνέβαινε στη μεριά του Βρούτου. Πιστεύοντας ότι είχε υποστεί συντριπτική ήττα, διέταξε τον απελευθερωμένο δούλο του, Πινδάρο, να τον σκοτώσει. Ο Βρούτος θρήνησε πάνω από το σώμα του Κάσσιου, αποκαλώντας τον «ο τελευταίος των Ρωμαίων». Απέφυγε δημόσιο ταφικό τελετουργικό, φοβούμενος τις αρνητικές επιπτώσεις στη μαχητική ηθική του στρατού.
Άλλες πηγές αποδίδουν την αποτυχία της οριστικής νίκης των στρατευμάτων του Βρούτου στις 3 Οκτωβρίου στην απληστία τους. Η πρόωρη λεηλασία και η συγκέντρωση θησαυρών από τις προελαύνουσες δυνάμεις του Βρούτου επέτρεψε στα στρατεύματα του Οκταβιανού να ανασυνταχθούν. Στη μετέπειτα βασιλεία του Οκταβιανού ως αυτοκράτορα, μια κοινή κραυγή μάχης έγινε το «Ολοκληρώστε τη μάχη που ξεκίνησε!».
Δεύτερη μάχη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Την ίδια ημέρα με την πρώτη μάχη, ο ρεπουμπλικανικός στόλος κατόρθωσε να αναχαιτίσει και να καταστρέψει τις ενισχύσεις των στρατών της Τριανδρίας — δύο λεγεώνες καθώς και άλλα στρατεύματα και εφόδια υπό τον Γναίο Δομίτιο Καλβίνο. Έτσι, η στρατηγική θέση του Αντωνίου και του Οκταβιανού κατέστη επισφαλής, καθώς οι ήδη εξαντλημένες περιοχές της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας δεν μπορούσαν να τροφοδοτούν τον στρατό τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ ο Βρούτος μπορούσε εύκολα να λαμβάνει εφόδια διά θαλάσσης. Οι στρατοί της Τριανδρίας αναγκάστηκαν να αποστείλουν μία λεγεώνα νότια προς την Αχαΐα για τη συλλογή περισσότερων προμηθειών. Το ηθικό των στρατευμάτων ενισχύθηκε με την υπόσχεση επιπλέον 5.000 δηναρίων για κάθε στρατιώτη και 25.000 για κάθε εκατόνταρχο.
Από την άλλη πλευρά, ο στρατός των Ελευθερωτών έμεινε χωρίς το ικανότερο στρατηγικό του μυαλό. Ο Βρούτος είχε λιγότερη στρατιωτική εμπειρία από τον Κάσσιο και, το χειρότερο, δεν μπορούσε να επιβάλει τον ίδιο σεβασμό στους συμμάχους και στους στρατιώτες του, αν και μετά τη μάχη προσέφερε ακόμη ένα δώρο 1.000 δηναρίων σε κάθε στρατιώτη.
Κατά τις επόμενες τρεις εβδομάδες, ο Αντώνιος κατόρθωσε να προωθήσει σταδιακά τις δυνάμεις του νότια του στρατού του Βρούτου, οχυρώνοντας έναν λόφο κοντά στο πρώην στρατόπεδο του Κασσίου, το οποίο είχε μείνει αφύλακτο από τον Βρούτο.
Για να αποφύγει την υπερφαλάγγιση, ο Βρούτος αναγκάστηκε να εκτείνει τη γραμμή του προς νότον και κατόπιν προς ανατολάς, παράλληλα με την Οδό Εγνατία, κατασκευάζοντας αρκετά οχυρωμένα φυλάκια. Παρότι εξακολουθούσε να κατέχει τα υψώματα, επιθυμούσε να τηρήσει το αρχικό του σχέδιο, δηλαδή να αποφύγει ανοιχτή σύγκρουση και να αναμένει έως ότου η ναυτική του υπεροχή εξαντλήσει τον εχθρό.
Η παραδοσιακή ερμηνεία υποστηρίζει ότι ο Βρούτος, παρά την καλύτερη κρίση του, εγκατέλειψε τελικά αυτή τη στρατηγική, διότι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες του είχαν κουραστεί από την τακτική των καθυστερήσεων και απαιτούσαν να δώσει νέα ανοιχτή μάχη. Ο ίδιος και οι αξιωματικοί του ίσως φοβούνταν ότι οι άνδρες τους θα αυτομολούσαν προς τον εχθρό, εάν φαινόταν πως είχαν χάσει την πρωτοβουλία. Ο Πλούταρχος αναφέρει επίσης ότι ο Βρούτος δεν είχε πληροφορηθεί την ήττα του Δομίτιου Καλβίνου στο Ιόνιο Πέλαγος.
Όταν ορισμένοι από τους ανατολικούς συμμάχους και μισθοφόρους άρχισαν να λιποτακτούν, ο Βρούτος αναγκάστηκε να επιτεθεί το απόγευμα της 23ης Οκτωβρίου. Όπως είπε ο ίδιος: «Φαίνεται πως διεξάγω τον πόλεμο όπως ο Πομπήιος ο Μέγας — όχι τόσο διοικώντας όσο διοικούμενος».
Στην πραγματικότητα, όμως, ο Βρούτος δεν είχε άλλη επιλογή παρά να πολεμήσει, καθώς ολόκληρη η θέση του κινδύνευε πλέον να απομονωθεί και να καταστεί αβάστακτη. Εάν επιτρεπόταν στους στρατούς της Τριανδρίας να συνεχίσουν ανενόχλητοι να εκτείνουν τις γραμμές τους προς ανατολάς, θα απέκοπταν τελικά τη γραμμή ανεφοδιασμού του προς τη Νεάπολη και θα τον παγίδευαν στα βουνά. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι όροι θα αντιστρέφονταν: ο Βρούτος είτε θα λιμοκτονούσε και θα υποχρεωνόταν σε παράδοση είτε θα εξαναγκαζόταν σε υποχώρηση, μετακινώντας ολόκληρο τον στρατό του μέσω της επικίνδυνης βόρειας οδού από την οποία είχε φθάσει στους Φιλίππους.
Η μάχη που ακολούθησε κατέληξε σε σκληρή σύγκρουση εκ του συστάδην ανάμεσα σε δύο στρατούς καλά εκπαιδευμένων βετεράνων. Τα εκηβόλα όπλα, όπως τόξα και ακόντια, σε μεγάλο βαθμό παραμερίστηκαν· αντίθετα, οι στρατιώτες παρατάχθηκαν σε πυκνούς σχηματισμούς και πολέμησαν πρόσωπο με πρόσωπο με τα ξίφη τους, και η σφαγή υπήρξε τρομερή.
Σύμφωνα με τον Κάσσιο Δίωνα, οι δύο πλευρές είχαν μικρή ανάγκη από εκηβόλα όπλα, «καθώς δεν κατέφυγαν στους συνήθεις ελιγμούς και τις τακτικές των μαχών», αλλά προχώρησαν αμέσως σε μάχη εκ του συστάδην, «επιδιώκοντας να διασπάσουν τις γραμμές αλλήλων».
Κατά την αφήγηση του Πλουτάρχου, ο Βρούτος υπερείχε στο δυτικό άκρο της παράταξής του και πίεσε σθεναρά την αριστερή πτέρυγα των στρατών της Τριανδρίας, η οποία υποχώρησε και διαλύθηκε, καταδιωκόμενη από το ρεπουμπλικανικό ιππικό, που επιχείρησε να εκμεταλλευθεί το πλεονέκτημα βλέποντας τον εχθρό σε αταξία. Ωστόσο, η ανατολική πτέρυγα της γραμμής του Βρούτου διέθετε λιγότερες δυνάμεις, καθώς είχε εκταθεί για να αποφευχθεί η υπερκέραση. Αυτό σήμαινε ότι οι λεγεώνες του είχαν απλωθεί υπερβολικά στο κέντρο και ήταν τόσο αποδυναμωμένες ώστε δεν μπόρεσαν να αντέξουν την αρχική έφοδο των στρατών της Τριανδρίας.
Αφού διέσπασαν τις γραμμές, οι στρατοί της Τριανδρίας στράφηκαν προς τα αριστερά για να πλήξουν τον Βρούτο στα πλευρά και στα νώτα. Ο Αππιανός αναφέρει ότι οι λεγεώνες των στρατών της Τριανδρίας «απώθησαν τη γραμμή του εχθρού σαν να έστρεφαν μια πολύ βαριά μηχανή». Οι λεγεώνες του Βρούτου υποχωρούσαν βήμα προς βήμα, αρχικά αργά, αλλά καθώς οι γραμμές τους κατέρρεαν υπό την πίεση, άρχισαν να υποχωρούν ταχύτερα. Η δεύτερη και η τρίτη εφεδρική γραμμή στα μετόπισθεν δεν κατόρθωσαν να ακολουθήσουν τον ρυθμό της υποχώρησης, και έτσι και οι τρεις γραμμές περιπλέχθηκαν μεταξύ τους. Οι στρατιώτες του Οκταβιανού κατόρθωσαν να καταλάβουν τις πύλες του στρατοπέδου του Βρούτου προτού ο διαλυόμενος στρατός φθάσει σε αυτήν την αμυντική θέση.
Ο στρατός του Βρούτου δεν μπόρεσε να ανασυνταχθεί, γεγονός που κατέστησε πλήρη τη νίκη των στρατών της Τριανδρίας. Ο Βρούτος κατόρθωσε να αποσυρθεί στους γειτονικούς λόφους με δύναμη που αντιστοιχούσε μόλις σε τέσσερις λεγεώνες. Βλέποντας ότι η παράδοση και η αιχμαλωσία ήταν αναπόφευκτες, ο Βρούτος έθεσε τέλος στη ζωή του.
Οι συνολικές απώλειες της δεύτερης μάχης των Φιλίππων δεν καταγράφηκαν, αλλά η μάχη εκ του συστάδην πιθανότατα προκάλεσε βαριές απώλειες και στις δύο πλευρές.
Μετά τη μάχη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Αντώνιος κάλυψε το σώμα του Βρούτου με πορφυρό ένδυμα ως ένδειξη σεβασμού. Αν και δεν υπήρξαν στενοί φίλοι, θυμόταν ότι ο Βρούτος είχε θέσει ως όρο για τη συμμετοχή του στη συνωμοσία δολοφονίας του Καίσαρα να διαφυλαχθεί η ζωή του Αντωνίου.
Πολλοί άλλοι νεαροί Ρωμαίοι αριστοκράτες έχασαν τη ζωή τους στη μάχη ή αυτοκτόνησαν μετά την ήττα, μεταξύ αυτών ο γιος του μεγάλου ρήτορα Ορτένσιου, ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων, γιος του Κάτωνα του Νεότερου, και ο Μάρκος Λίβιος Δρούσος Κλαυδιανός, πατέρας της Λιβίας, που έγινε σύζυγος του Οκταβιανού. Ορισμένοι από τους ευγενείς που κατάφεραν να διαφύγουν διαπραγματεύτηκαν την παράδοσή τους στον Αντώνιο και εισήλθαν στην υπηρεσία του. Ανάμεσά τους ήταν ο Λεύκιος Καλπούρνιος Βίβουλος και ο Μάρκος Βαλέριος Μεσάλλας Κορινός. Προφανώς, οι ευγενείς δεν επιθυμούσαν να συνδιαλλαγούν με τον νεαρό και αμείλικτο Οκταβιανό.
Τα υπολείμματα του στρατού των Ελευθερωτών συγκεντρώθηκαν και περίπου 14.000 άνδρες εντάχθηκαν στον στρατό της Τριανδρίας. Οι παλαιοί βετεράνοι αποστρατεύθηκαν και επέστρεψαν στην Ιταλία, αλλά ορισμένοι παρέμειναν στην πόλη των Φιλίππων, η οποία κατέστη ρωμαϊκή αποικία με την ονομασία Colonia Victrix Philippensium.
Ο Αντώνιος παρέμεινε στην Ανατολή, ενώ ο Οκταβιανός επέστρεψε στην Ιταλία, με το δύσκολο έργο της εξεύρεσης επαρκών γαιών για την εγκατάσταση μεγάλου αριθμού βετεράνων. Παρότι ο Σέξτος Πομπήιος έλεγχε τη Σικελία και ο Δομίτιος Αηνόβαρβος διοικούσε ακόμη τον ρεπουμπλικανικό στόλο, η ρεπουμπλικανική αντίσταση είχε οριστικά συντριβεί στους Φιλίππους.
Η Μάχη των Φιλίππων σηματοδότησε το αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας του Αντωνίου: εκείνη την εποχή ήταν ο διασημότερος Ρωμαίος στρατηγός και ο ανώτερος εταίρος του Δεύτερου Τριανδρικού Καθεστώτος.
Παραθέματα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Πλούταρχος αναφέρει περίφημα ότι ο Βρούτος είχε μια οπτασία λίγους μήνες πριν από τη μάχη. Ένα βράδυ είδε μπροστά του μια τεράστια και σκοτεινή μορφή· όταν ρώτησε «Ποιος είσαι και από πού έρχεσαι;», εκείνη απάντησε: «Το κακό σου πνεύμα, Βρούτε· θα με ξαναδείς στους Φιλίππους». Συνάντησε ξανά το φάντασμα τη νύχτα πριν από τη μάχη. Το επεισόδιο αυτό είναι από τα διασημότερα στο έργο του Σαίξπηρ Ιούλιος Καίσαρ.
Ο Κάσσιος Δίων αναφέρει ότι, στο τέλος, ο Βρούτος παρέθεσε στίχο από ελληνική τραγωδία: «Ω δυστυχισμένη Αρετή, ήσουν μόνο ένα όνομα, κι όμως σε λάτρευα ως κάτι αληθινό· τώρα όμως φαίνεται πως ήσουν απλώς δούλη της τύχης.»
Η εκδοχή του ίδιου του Αυγούστου για τη Μάχη των Φιλίππων ήταν η εξής: «Εξόρισα τους δολοφόνους του πατέρα μου, τιμωρώντας τα εγκλήματά τους με νόμιμα δικαστήρια· και κατόπιν, όταν έκαναν πόλεμο κατά της Δημοκρατίας, τους νίκησα δύο φορές σε μάχη.»
Λαϊκή κουλτούρα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η μάχη απεικονίζεται στις Πράξεις IV και V του έργου Ιούλιος Καίσαρ του Σαίξπηρ, όπου οι δύο μάχες συγχωνεύονται σε γεγονότα μιας και μόνης ημέρας.
Μια μυθοποιημένη εκδοχή της μάχης παρουσιάζεται στο έκτο επεισόδιο της δεύτερης σεζόν της τηλεοπτικής σειράς Rome του HBO. Εκεί εμφανίζεται μόνο μία μάχη και τόσο ο Κάσσιος όσο και ο Βρούτος πέφτουν στη σύγκρουση αντί να αυτοκτονήσουν. Ωστόσο, ο θάνατος του Βρούτου αποδίδεται ως μια μοναχική, αυτοκτονική επίθεση εναντίον των προελαυνόντων δυνάμεων της τριανδρίας, οι οποίοι τον μαχαιρώνουν επανειλημμένα, κατά τρόπο που θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος και άλλοι συγκλητικοί είχαν μαχαιρώσει τον Ιούλιο Καίσαρα.
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Η Σύγκλητος φοβόταν την αυξανόμενη δύναμη του Καίσαρα και προσπαθούσε να αναδείξει τους δολοφόνους του.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Στρατιωτική Ιστορία, εκδόσεις Περισκόπιο, τεύχος 162, Φεβρουάριος 2010
- Πλούταρχος, Βιοι Παράλληλοι, Δίων και Βρούτος
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Μάχη των Φιλίππων στο Wikimedia Commons