Μάχη του Μοντεπελόζο
Η Μάχη του Μοντεπελόζο διεξήχθη στις 3 Σεπτεμβρίου 1041 μεταξύ των Λομβαρδικών - Νορμανδικών επαναστατικών δυνάμεων και της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κοντά στο Μοντεπελόζο στη νότια Ιταλία. Οι Ρωμαίοι, με επικεφαλής τον Εξακουστό Βοϊωάννη, αναγκάστηκαν σε μάχη από τους επαναστάτες, και -μετά από μία ολοήμερη μάχη- οι επαναστάτες νίκησαν τον Ρωμαϊκό στρατό και αιχμαλώτισαν τον Βοϊωάννη. Η αποφασιστική νίκη των επαναστατών ανάγκασε τους Ρωμαίους να υποχωρήσουν στις παράκτιες πόλεις, αφήνοντας τους Νορμανδούς και τους Λομβαρδούς να ελέγχουν ολόκληρη την ενδοχώρα της νότιας Ιταλίας.
Η εποχή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η μάχη του Μοντεπελόζο ήταν μέρος μίας Λομβαρδικής-Νορμανδικής εξέγερσης εναντίον τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη νότια Ιταλία, με προηγούμενες μάχες στο Ολιβέντο τον Μάρτιο και στο Μοντεματζόρε τον Μάιο, και οι δύο νίκες των επαναστατών. [1] Πριν από τη μάχη, οι Νορμανδοί και οι Λομβαρδοί συμφώνησαν να επιλέξουν τον Ατενούλφο, αδελφό του Πανδόλφου Γ΄ του Μπενεβέντο, ως νέο ηγέτη τους, ενώ ο Ρωμαίος κατεπάνω Μιχαήλ Δοκειανός αντικαταστάθηκε από τον Εξακουστό Βοϊωάννη. [1] [2]
Ο νέος γενικός ηγέτης της εξέγερσης, ο Ατενούλφος, ήταν μέλος της άρχουσας οικογένειας των Βενεβεντάν και αντίπαλος του Νορμανδού χορηγού Γουαϊμάρ Δ΄ του Σαλέρνο, αλλά παρόλο που ο επαναστατικός στρατός καθοδηγούνταν από Νορμανδούς στρατιωτικούς ηγέτες, οι Νορμανδοί δεν είχαν ακόμη την πολυτέλεια να σπάσουν τους δεσμούς τους με τους Λομβαρδούς συμμάχους τους. [2]
Η μάχη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μετά τη μάχη του Μοντεματζόρε, ο Βοϊωάννης επιχείρησε να πολιορκήσει το Μέλφι, το οποίο είχε καταληφθεί από τους επαναστάτες. Σε απάντηση, οι Νορμανδοί και οι Λομβαρδοί αντεπιτέθηκαν στο στρατόπεδο του Βοϊωάννη στο Μόντε Σιρικόλο, [3] κοντά στο Μοντεπελόζο (σύγχρονη Ιρσίνα) στον ποταμό Μπραντάνο. [1] Ο Ρωμαϊκός στρατός υπό τον Βοϊωάννη ήταν ασφαλής μέσα στο οχυρό του Μοντεπελόζο, αλλά καθώς οι επαναστάτες ήθελαν να αποφύγουν τις πιέσεις που σχετίζονταν με την πολιορκία, ανάγκασαν τους Ρωμαίους και τη Βαράγγεια Φρουρά [1] σε μάχη κλέβοντας τα ζώα τους. Η μάχη διήρκεσε σχεδόν όλη την ημέρα με έντονες μάχες, αλλά το Νορμανδικό ιππικό, με επικεφαλής τον Γουλιέλμο Α΄ τον Σιδηρόχειρα, κατάφερε να εξασφαλίσει μία αποφασιστική νίκη για τους επαναστάτες. Ο Βοϊωάννης συνελήφθη από τους επαναστάτες κατά τη διάρκεια της μάχης, και κρατήθηκε έναντι λύτρων. [4]
Η συνέπεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η νίκη των επαναστατών ανάγκασε τον Ρωμαϊκό στρατό να υποχωρήσει στις παράκτιες πόλεις, αφήνοντας ολόκληρη την ενδοχώρα της νότιας Ιταλίας στους Νορμανδούς και Λομβαρδούς επαναστάτες. Μετά τη νίκη, η πόλη της Ματέρα έστρεψε την υποστήριξή της στην επανάσταση, ενώ οι παράκτιες πόλεις Μπάρι, Μονόπολι και Τζιοβινάτσο παραιτήθηκαν από το να αποτελούν μέρος τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, προκειμένου να αποφύγουν τις επιδρομές των Νορμανδών. [5]
Μετά τη μάχη, ο ηγέτης των επαναστατών Ατενούλφος στάλθηκε πίσω στην πατρίδα του, αφού διαπιστώθηκε ότι είχε κρατήσει τα χρήματα, που είχε λάβει για τα λύτρα του Βοϊωάννη για τον εαυτό του. Αν και οι Νορμανδοί ιππότες πίεζαν ο επόμενος ηγέτης να είναι Νορμανδός, τελικά ηττήθηκαν από τους Λομβαρδούς, και αναγκάστηκαν να συμβιβαστούν με τον Αργυρό από το Μπάρι. [5]
Η μάχη του Μοντεπελόζο ήταν η τελευταία μάχη, που διεξήχθη μεταξύ Νορμανδών και Ρωμαίων στην ιταλική χερσόνησο. [6]
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 4 Rogers 2010, "Cannae, Battle of", pp. 321–322.
- 1 2 Brown 2003, σελ. 43.
- ↑ Jacques 2007, σελ. 681.
- ↑ Brown 2003, σελίδες 43–44.
- 1 2 Brown 2003, σελ. 44.
- ↑ Brown 2003, σελ. 45.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Brown, Gordon S. (2003). The Norman Conquest of Southern Italy and Sicily. Jefferson, NC: McFarland & Company Inc., Publishers. ISBN 978-0-7864-1472-7.
- Jacques, Tony (2007). Dictionary of Battles and Sieges: A Guide to 8,500 Battles from Antiquity through the Twenty-first Century. Westport, CT: Greenwood Press. ISBN 978-0-313-33538-9.
- Rogers, Clifford J. (2010). The Oxford Encyclopedia of Medieval Warfare and Military Technology. 1. New York, NY: Oxford University Press. ISBN 978-0-19-533403-6.