close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μάχη της Βερσινίκιας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μάχη της Βερσινικίας
Βυζαντινο-Βουλγαρικοί Πόλεμοι
Image
Χάρτης της Βουλγαρίας επί Κρούμου, με τις σημαντικότερες εκστρατείες και μάχες.
Ημερομηνία22 Ιουνίου 813
ΤόποςΒόρεια της Αδριανούπολης, κοντά στο Μαλομίροβο στη σημερινή Βουλγαρία.
ΑποτέλεσμαΒουλγαρική νίκη
Παραιτήθηκε ο Μιχαήλ Α΄
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Αριθμός
6.000–7.000[1] ή 12.000[2]
20.000[3]–30.000[2]
30.000–36.000[4]
Απολογισμός
Άγνωστος αριθμός
2.000–3.000[5]
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Η Βουλγαρική μάχη της Βερσινικίας (βουλγαρ.: Битката при Версиникия) ήταν μία μάχη, που διεξήχθη το 813 μεταξύ τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και τής Βουλγαρικής ηγεμονίας, κοντά στην πόλη της Αδριανούπολης (Εντιρνέ, στη σημερινή ανατ. Θράκη).

Ο βουλγαρικός στρατός, με επικεφαλής τον Κρούμο τής Βουλγαρίας, νίκησε τις Ρωμαϊκές δυνάμεις. Μετά από αυτή την ήττα, ο Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβέ παραιτήθηκε, με τον Λέοντα Ε΄ τον Αρμένιο να αναλαμβάνει τον Ρωμαϊκό θρόνο. Η μάχη ενίσχυσε περαιτέρω τον βουλγαρικό έλεγχο στην περιοχή, μετά και τη νίκη τους επί του Νικηφόρου Α΄ δύο χρόνια νωρίτερα. Μετά τη μάχη, οι Βούλγαροι έλεγχαν ολόκληρη την περιοχή τής Ανατολικής Θράκης (μέχρι τη Ρωμαιο-Βουλγαρική Συνθήκη τού 815), με εξαίρεση μερικά κάστρα, που παρέμειναν υπό Ρωμαϊκό έλεγχο. Ο Κρούμος πέθανε στις 13 Απριλίου 814, αλλά η συγκέντρωσή του από «5.000 σιδερένιες άμαξες [...] για τη μεταφορά πολιορκητικού εξοπλισμού» ανησύχησε τόσο πολύ τη Ρωμαϊκή Αυλή, που ζήτησαν τη βοήθεια τού Καρολίγγειου αυτοκράτορα Λουδοβίκου Α΄ τού Ευσεβούς. Αυτές οι μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές προετοιμασίες, ήταν η προσπάθεια τού Κρούμου να εκδικηθεί την αποτυχία του στη Β΄ Βουλγαρική πολιορκία τής Κωνσταντινούπολης έναν χρόνο νωρίτερα.

Μετά τη βουλγαρική νίκη επί τού Ρωμαϊκού στρατού τού Αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ λογοθέτη στη Μάχη τής Πλίσκας το 811, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Ο γιος τού Νικηφόρου (και νόμιμος κληρονόμος τής αυτοκρατορικής πορφύρας), Αυτοκράτορας Σταυράκιος, τραυματίστηκε σοβαρά και έμεινε παράλυτος στη μάχη, έτσι εκθρονίστηκε το φθινόπωρο τού ίδιου έτους. Μετά από πραξικόπημα στο παλάτι με επικεφαλής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Νικηφόρο Α΄, ο Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβέ, προηγουμένως αυλικός —κουροπαλάτηςπόπτης του Παλατιού)— κατά τη διάρκεια τής βασιλείας τού Νικηφόρου Α΄, ανακηρύχθηκε Αυτοκράτορας.

Αυτό προέκυψε ως αποτέλεσμα των πολιτικών ελιγμών τής συζύγου τού Μιχαήλ Α΄ και κόρης τού Νικηφόρου Α΄, Προκοπίας. Η Προκοπία απέτυχε να πείσει τον αδελφό της Σταυράκιο, ο οποίος ήθελε να τυφλωθεί ο Μιχαήλ Α΄, να ορίσει τον τελευταίο ως διάδοχό του, ενώ μία ομάδα ανώτερων αξιωματούχων (ο μάγιστρος <i id="mwbQ">Θεόκτιστος</i>, ο δομέστιχος των Σχολών Στέφανος και, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο Πατριάρχης Νικηφόρος Α΄ τής Κωνσταντινούπολης) ανάγκασαν τον Σταυράκιο να παραιτηθεί υπέρ τού Μιχαήλ στις 2 Οκτωβρίου 811. Ο Μιχαήλ Α΄ στη συνέχεια ανακηρύχθηκε Αυτοκράτορας ενώπιον τής Συγκλήτους και των Ταγμάτων.

Η Βουλγαρία είχε επίσης υποστεί βαριές απώλειες και μεγάλες υλικές ζημιές κατά τη διάρκεια τής εκστρατείας τού Νικηφόρου Α΄, και χρειάστηκε να αναδιοργανώσει τον στρατό της και να αναπληρώσει τούς πόρους της. Ως αποτέλεσμα, η Βουλγαρία δεν μπόρεσε να συνεχίσει την προέλασή της μέχρι τον επόμενο χρόνο. Οι βουλγαρικές επιθέσεις επικεντρώθηκαν κυρίως στη Θράκη, και κατά μήκος τής κοιλάδας τού ποταμού Στρυμόνα (Στρούμα). Αρκετές πόλεις λεηλατήθηκαν στην Ανατολική Θράκη, και οι Βούλγαροι προχώρησαν περαιτέρω, και κατέλαβαν την πόλη τής Αδριανούπολη (Εντιρνέ). Η Αδριανούπολη ήταν μία στρατηγικά σημαντική πόλη, δεύτερη μόνο μετά την Κωνσταντινούπολη σε σημασία, για τον Ρωμαϊκό έλεγχο τής περιοχής. Οι Βούλγαροι θα επανεγκαθιστούσαν τούς 10.000 κατοίκους τής Αδριανούπολης στη «Βουλγαρία πέρα από τον Δούναβη». Σε απάντηση στις βουλγαρικές επιδρομές και κατακτήσεις, ο Μιχαήλ Α΄ οργάνωσε πολεμικό στρατό, αλλά αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη λόγω συνωμοσίας.

Εν τω μεταξύ, οι Βούλγαροι συνέχισαν να χτυπούν τη Θράκη και πρόσφεραν ειρήνη το φθινόπωρο τού 812. Η βουλγαρική αντιπροσωπεία είχε επικεφαλής κάποιον Ντομπρομίρ, αλλά ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας απέρριψε την ειρηνευτική συμφωνία, πιθανώς λόγω ανησυχιών που σχετίζονταν με το τρίτο άρθρο τής Ρωμαιο-βουλγαρικής συνθήκης τού 716, το οποίο όριζε ότι «Οι πρόσφυγες και από τις δύο πλευρές, εάν συνομωτούν εναντίον των αρχών, θα παραδίδονταν αμοιβαία». [6] Αυτό το άρθρο ήταν σημαντικό για τούς Ρωμαίους κατά τον 8ο αι., επειδή η εξουσία των Αυτοκρατόρων είχε αποδυναμωθεί, και μετά την κρίση στη Βουλγαρία στα μέσα τού 8ου αι. είχε γίνει άβολο γι' αυτούς. Σε απάντηση στην άρνηση, οι Βούλγαροι πολιόρκησαν τη Μεσημβρία (Νεσέμπαρ). Είχαν πολιορκητικές μηχανές που είχε κατασκευάσει ένας μετανάστης από την Αραβία, και σύντομα κατέλαβαν την πόλη, όπου βρήκαν 36 χάλκινους σίφωνες που χρησιμοποιούνταν για να ρίχνουν ελληνικό πυρ, και μεγάλη ποσότητα χρυσού και αργύρου.

Παρά τη στρατηγική απώλεια τής Μεσημβρίας, οι Ρωμαίοι αρνήθηκαν να διαπραγματευτούν μία διευθέτηση. Κατά τη διάρκεια τού χειμώνα τού 812–813 ο χαν Κρούμος ξεκίνησε έντονες συγκεντρώσεις για επίθεση εναντίον τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ ο Μιχαήλ Α΄ προετοιμαζόταν για άμυνα. Τον Φεβρουάριο τού 813 οι βουλγαρικές δυνάμεις πραγματοποίησαν αρκετές αναγνωριστικές επιδρομές στη Θράκη, αλλά γρήγορα υποχώρησαν μετά από αρκετές συγκρούσεις με τούς Ρωμαίους. Ο Μιχαήλ Α΄ ερμήνευσε τις υποχωρήσεις ως νίκη, χαρακτηρίζοντάς την «σύμφωνα με την πρόνοια τού Θεού», και ενθάρρυνε μία αντεπίθεση.

Οι Ρωμαίοι κάλεσαν ξανά στρατό από όλα τα θέματα τής Αυτοκρατορίας τους, συμπεριλαμβανομένων των φρουρών των συριακών περασμάτων. Λόγω αναταραχής στον στρατό, η εκστρατεία καθυστέρησε, αλλά αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη τον Μάιο. Η αναχώρηση σημαδεύτηκε από δημόσια συγκέντρωση με τον πληθυσμό τής πόλης, συμπεριλαμβανομένης τής αυτοκράτειρας Προκοπίας, να συνοδεύει τα στρατεύματα έξω από τα τείχη τής πόλης. Έδωσαν δώρα στους στρατιωτικούς διοικητές (στρατηγούς) και τούς επικαλέστηκαν να φυλάνε τον Αυτοκράτορα και να πολεμούν για τούς Χριστιανούς.

Image
Εξέλιξη τής μάχης τής Βερσινίκιας.

Ο Ρωμαϊκός στρατός βάδισε προς τα βόρεια, αλλά δεν προσπάθησε να ανακαταλάβει τη Μεσημβρία. Στις 4 Μαΐου μία ηλιακή έκλειψη φόβισε τούς Ρωμαίους στρατιώτες, ρίχνοντας το ηθικό τους. Στρατοπέδευσαν κοντά στην Αδριανούπολη, όπου ο στρατός λεηλάτησε τούς τοπικούς οικισμούς.[6] Τον Μάιο ο χαν Κρούμος πήγε επίσης στην Αδριανούπολη. Τον Ιούνιο και οι δύο στρατοί έστησαν τα στρατόπεδά τους κοντά ο ένας στον άλλον, κοντά στο μικρό φρούριο Βερσινικία στα βόρεια τής Αδριανούπολης. Ο Ιωάννης Σκυλίτζης, στο βιβλίο του "Σύνοψη Ιστοριών", ανέφερε ότι ο Ρωμαϊκός στρατός ήταν 10 φορές μεγαλύτερος από τούς βουλγαρικούς στρατούς. Ως αποτέλεσμα, οι Βούλγαροι υιοθέτησαν αμυντική θέση. Παρά το αριθμητικό τους πλεονέκτημα, και τούς μεγαλύτερους υλικοτεχνικούς πόρους, ο Ρωμαϊκός στρατός δεν ενεπλάκη με τον εχθρό. Και οι δύο στρατοί περίμεναν 13 ημέρες το θρακικό καλοκαίρι. Τελικά, οι Ρωμαίοι διοικητές αποφάσισαν να περάσουν στην επίθεση. Μερικοί διοικητές υποστήριξαν την επίθεση, και στις 22 Ιουνίου ο στρατηγός τής Μακεδονίας, ονόματι Ιωάννης Απλάκης, απευθύνθηκε στον Μιχαήλ Α΄ και είπε: «Πόσο θα περιμένουμε και θα πεθάνουμε; Θα επιτεθώ πρώτος στο όνομα τού Θεού, και εσύ θα με ακολουθήσεις γενναία. Και η νίκη θα είναι δική μας, επειδή είμαστε δέκα φορές περισσότεροι από αυτούς [τούς Βουλγάρους]».

Ο στρατηγός Ιωάννης Απλάκης, επικεφαλής τού δεξιού Ρωμαϊκού πλευρού, ξεκίνησε μάχη εναντίον τού αριστερού βουλγαρικού πλευρού. Κατάφερε να προκαλέσει απώλειες στο αριστερό βουλγαρικό πλευρό και να το απωθήσει, αλλά το κέντρο και το αριστερό Ρωμαϊκό πλευρό δεν ενεπλάκησαν στη μάχη, αφήνοντας έτσι την επίθεση τού Απλάκη χωρίς υποστήριξη. Όταν ο Κρούμος είδε την αδράνεια μεταξύ τού κέντρου και τού αριστερού Ρωμαϊκού στρατού, ανέλαβε δράση. Ο Κρούμος διέταξε μία δεύτερη γραμμή σλαβικού πεζικού να εμπλακεί με το απόσπασμα τού Απλάκη, ενώ μία μονάδα Βουλγάρων ιπποτοξοτών και βαρέως ιππικού επιτέθηκε και στα δύο πλευρά τού αποσπάσματος τού Απλάκη. Το θέμα των Ανατολικών ήταν το πρώτο που υποχώρησε, ακολουθούμενο από ολόκληρο τον στρατό. Οι στρατιώτες τού Απλάκη έμειναν πίσω, και οι περισσότεροι από αυτούς χάθηκαν, συμπεριλαμβανομένου τού διοικητή τους. Όταν οι Βούλγαροι είδαν ότι ο εχθρός, που βρισκόταν στις υψηλότερες θέσεις, υποχωρούσε, αρχικά υποψιάστηκαν παγίδα. Επίσης δεν περίμεναν να επιτύχουν, και έτσι δεν τούς κατεδίωξαν στην αρχή. Αλλά όταν οι Βούλγαροι ήταν σίγουροι ότι ο εχθρός έφευγε, το βαρύ ιππικό τους όρμησε πίσω από τούς Ρωμαίους. Μερικοί από αυτούς χάθηκαν κατά τη διάρκεια τής φυγής. Άλλοι κρύφτηκαν σε διάφορα φρούρια, μερικά από τα οποία καταλήφθηκαν από τούς Βουλγάρους, και οι υπόλοιποι κατάφεραν να φθάσουν στην Κωνσταντινούπολη. Μεταξύ των πρώτων διοικητών που υποχώρησαν ήταν ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβές και ο Λέων ο Αρμένιος. Οι Βούλγαροι κατέλαβαν το Ρωμαϊκό στρατόπεδο, το οποίο περιλάμβανε χρυσό και όπλα.

Οι μεταγενέστεροι Ρωμαίοι χρονογράφοι Γενέσιος και Συνεχιστής τού Θεοφάνη κατηγόρησαν τον Λέοντα τον Αρμένιο ως τον κύριο υπεύθυνο για την ήττα, ισχυριζόμενοι ότι διέταξε σκόπιμα την φυγή των μονάδων, που δεν είχαν ακόμη εμπλακεί στη μάχη. Μερικοί μελετητές, συμπεριλαμβανομένων των J.B. Bury και Στήβεν Ράνσιμαν, υποστηρίζουν αυτή την άποψη, ενώ άλλοι, όπως ο Vasil Zlatarski και ορισμένοι Έλληνες μελετητές, αμφισβητούν την ευθύνη τού Λέοντα, επικαλούμενοι εναλλακτικές αφηγήσεις, δείχνοντας μία εναλλακτική ιστορία που ο Γενέσιος και ο Συνεχιστής τού Θεοφάνη συμπεριέλαβαν επίσης στα κείμενά τους.

Η νίκη στη Βερσινίκια αποδυνάμωσε περαιτέρω τη Ρωμαϊκή θέση, και έδωσε στους Βουλγάρους Κανασουμπίγκι την ευκαιρία να εξαπολύσουν επιθέσεις κοντά στην ίδια τη Ρωμαϊκή πρωτεύουσα. Επίσης, σφράγισε την τύχη τού Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβέ, ο οποίος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να αποσυρθεί σε ένα μοναστήρι. Τον Ρωμαϊκό θρόνο ανέλαβε ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (813–Δεκέμβριος 820), ο οποίος ήταν γνωστός για την σταθερή του ηγεσία, και τις αποφασιστικές του ενέργειες. Αμέσως έλαβε βιαστικές προφυλάξεις για την άμυνα τής Κωνσταντινούπολης, επειδή περίμενε βουλγαρική επίθεση.

Image
Οι Βούλγαροι νικούν τον Ρωμαϊκό στρατό στη Βερσινικία.
Image
Η μάχη της Βερσινικίας από το βουλγαρικό αντίγραφο τού Χρονικού τού Μανασσή, τού 14ου αι.

Ο δρόμος προς την Κωνσταντινούπολη ήταν ανοικτός, και ο βουλγαρικός στρατός κατευθύνθηκε προς την πόλη χωρίς αντίσταση. Υπήρχαν ακόμη αρκετά φρούρια στη Θράκη που παρέμεναν σε Ρωμαϊκά χέρια, ιδιαίτερα η Αδριανούπολη, η οποία πολιορκούνταν από τον αδελφό τού Κρούμου. Στις 17 Ιουλίου 813 ο ίδιος ο Κρούμος έφθασε στα τείχη τής Κωνσταντινούπολης, και έστησε το στρατόπεδό του χωρίς εμπόδια. Μπροστά στα μάτια των πολιτών τής Κωνσταντινούπολης, ο Κρούμος, ο οποίος ήταν και ο αρχιερέας, έκανε θυσία στον βουλγαρικό θεό Τάνγκρα, εκτέλεσε ορισμένες παγανιστικές τελετουργίες, έκτισε τάφρους κατά μήκος των τειχών τής Πόλης, και πρόσφερε ειρήνη.[7]

Ο Λέων Ε΄ συμφώνησε σε διαπραγματεύσεις, αλλά σκόπευε να σκοτώσει τον χαν Κρούμο και να εξαλείψει την απειλή για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, οι Ρωμαίοι έριξαν βέλη στη βουλγαρική αντιπροσωπεία. Αυτό σκότωσε μερικούς από αυτούς, συμπεριλαμβανομένου τού καβχάν και άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων, αλλά ο ίδιος ο Κρούμος παρέμεινε αλώβητος.

Σε απάντηση στη Ρωμαϊκή επίθεση στην αντιπροσωπεία, ο Κρούμος διέταξε την καταστροφή όλων των εκκλησιών, των μοναστηριών και των παλατιών έξω από την Κωνσταντινούπολη, τούς αιχμαλώτους Ρωμαίους να δολοφονηθούν, και τα πλούτη από τα παλάτια να σταλούν στη Βουλγαρία με κάρα. Στη συνέχεια, τα εχθρικά φρούρια στα περίχωρα τής Κωνσταντινούπολης και τής Θάλασσας τού Μαρμαρά καταλήφθηκαν και ισοπεδώθηκαν. Τα κάστρα και οι οικισμοί στην ενδοχώρα τής Ανατολικής Θράκης λεηλατήθηκαν, και η περιοχή υπέστη σημαντικές καταστροφές. Ο Κρούμος επέστρεψε αργότερα στην Αδριανούπολη και ενίσχυσε τις πολιορκητικές δυνάμεις. Με τη βοήθεια καταπελτών και πολιορκητικών κριών ανάγκασε την πόλη να παραδοθεί. Οι Βούλγαροι αιχμαλώτισαν 10.000 ανθρώπους, που επανεγκαταστάθηκαν στη Βουλγαρία πέρα από τον Δούναβη.

Τοποθεσία της μάχης

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ακριβής τοποθεσία τού φρουρίου Βερσινικία είναι άγνωστη. Σύμφωνα με τον Θεοφάνη, το φρούριο βρισκόταν 60 χλμ. (περίπου 37,3 μίλια) από το στρατόπεδο τού Μιχαήλ Α΄ στην Αδριανούπολη. Σε αυτή την απόσταση βόρεια βρίσκεται το χωριό Μαλομίροβο, όπου ανακαλύφθηκε μία αρχαία βουλγαρική επιγραφή από τη βασιλεία τού χαν Κρούμου. Η επιγραφή περιγράφει τη διαίρεση τού βουλγαρικού στρατού κατά τη διάρκεια τής εκστρατείας τού 813, σημειώνοντας ότι το αριστερό πλευρό, υπό τον καβχάν Ιρταΐς, ήταν συγκεντρωμένο κατά μήκος τής ακτής στην Αγχίαλο (Πομόριε) και τη Σωζόπολη, ενώ το αρχηγείο τού δεξιού πλευρού βρισκόταν στην περιοχή Βερόη (Στάρα Ζαγόρα) υπό τη διοίκηση τού ιτσιργκού-μποΐλ Τουκ. Μερικοί μελετητές υποστηρίζουν, ότι το κέντρο τού στρατού, υπό την προσωπική διοίκηση τού Κρούμου, βρισκόταν κοντά στη σύγχρονη πόλη Έλχοβο, κοντά στο Μαλαμίροβο. Μερικοί μελετητές διατυπώνουν επίσης τη θεωρία, ότι ο Ρωμαϊκός στρατός τοποθετήθηκε κατά μήκος των Υψωμάτων Ντερβέντσκι, κοντά στα σύγχρονα βουλγαρο-τουρκικά σύνορα.

  1. Panos, p. 37
  2. 1 2 Haldon 2001, σσ. 76–77
  3. Panos, p. 237
  4. Hupchick, p. 96
  5. Hupchick, p. 101
  6. 1 2 Pratsch, Thomas (2022), «Theophanes the Confessor, Chronographia», The Bloomsbury Reader in Christian-Muslim Relations, 600–1500 (Bloomsbury Academic), doi:10.5040/9781350214132.ch-32, ISBN 978-1-350-21410-1, https://doi.org/10.5040/9781350214132.ch-32, ανακτήθηκε στις 2025-01-24
  7. Theophanes Confessor, Chronographia, p. 503
  • Θεοφάνης ο Ομολογητής, Χρονικό, Επιμ. Carl de Boor, Λειψία.
  • Theophanes Continuatus, Chronographia, in Patrologia Graeca vol. 109, επιμ. JP Migne, Παρίσι 1863.
  • Josephus Genesius, Vasiliai (Historia de Rebus Constantinopolitanis), στο Patrologia Graeca vol. 109, επιμ. JP Migne, Παρίσι 1863. Αυτό το έργο είναι επίσης γνωστό ως Reges .
  • Τζον Σκυλίτζης, Ιστορική Σύνοψη, μετάφραση Πολ Στίβενσον.
  • Βασίλ Ν. Златарски (Vasil N. Zlatarski), История на българската държава преку средните векове, Част I, II изд., Наука и изкуство, София 1970.
  • Атанас Пейчев и колектив, 1300 χρόνια на стража, Военно издателство, София 1984.
  • Йордан Андреев, Милчо Лалков, Българските ханове и царе, Велико Търново, 1996.
  • Θεόδωρος Κορρές, Λέων Ε' ο Αρμένιος και η εποχή του – Μια κρίσιμη δεκαετία για το Βυζάντιο (811–820), εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1996.
  • Τζον Χάλντον, Οι Βυζαντινοί Πόλεμοι, Tempus, 2001. ISBN 0-7524-1795-9 .
  • Γουόρεν Τρέντγκολντ, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους και Κοινωνίας, Stanford University Press 1997, .
  • Μάχη της Βερσινίκιας (στην Βουλγαρική)

Περαιτέρω ανάγνωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]