Μάνιος Ακίλιος Γλαβρίων (ύπατος το 191 π.Χ.)
| Μάνιος Ακίλιος Γλαβρίων (ύπατος το 191 π.Χ.) | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | Manius Acilius Glabrio (Λατινικά) |
| Γέννηση | 228 π.Χ. (περίπου)[1] |
| Χώρα πολιτογράφησης | Αρχαία Ρώμη |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Λατινικά |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | πολιτικός στρατιωτικός |
| Οικογένεια | |
| Τέκνα | Μάνιος Ακίλιος Γλαβρίων (ύπατος το 154 π.Χ.) |
| Οικογένεια | Acilii Glabriones |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Ρωμαίος συγκλητικός (άγνωστη τιμή)[2][3] decemvir sacris faciundis (200 π.Χ.–άγνωστη τιμή)[3] τριβούνος των πληβείων (201 π.Χ.)[3] plebeian aedile (197 π.Χ.)[3] praetor peregrinus (196 π.Χ.)[3] Ανθύπατος (190 π.Χ.)[3] Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (191 π.Χ.)[2][3] |
| Βραβεύσεις | triumphator[3] |

Ο Μάνιος Ακίλιος Γλαβρίων, λατιν.: Manius Acilius Glabrio ήταν πληβείος Ρωμαίος πολιτικός και στρατηγός κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας. Υπηρέτησε ως ύπατος το 191 π.Χ., ενώ η Ρώμη βρισκόταν σε Πόλεμο με την αυτοκρατορία των Σελευκιδών. Νίκησε τον αυτοκράτορα Αντίοχο Γ΄ τον Μεγάλο στις Θερμοπύλες, βοηθώντας στην καθιέρωση του ρωμαϊκού μονοπολικού ελέγχου στη Μεσόγειο, και του απονεμήθηκε θρίαμβος. Οι αξιόπιστες κατηγορίες ότι υπεξαίρεσε λάφυρα από τις κατακτήσεις του στην Ελλάδα ενώ ήταν ύπατος, τον έκαναν να αποσυρθεί από την προσπάθειά του να θέσει υποψηφιότητα για τιμητής, μετά την οποία αποσύρθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη δημόσια ζωή.
Αυτός και ο γιος του — ο οποίος αργότερα υπηρέτησε ως ύπατος — ήταν υπεύθυνοι για την κατασκευή του ναού της Ευσέβειας (Pietas) στη Ρώμη, δίπλα στην Αγορά Κηπευτικών (Forum Olitorium). Ένα από τα διακοσμητικά του ναού ήταν ένα επίχρυσο άγαλμα του Aκίλιου Γλαβρίωνα, το πρώτο τέτοιο χρυσό άγαλμα ενός πολίτη στη Ρώμη.
Όνομα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]To Mάνιος ήταν ένα λιγότερο κοινό όνομα (praenomen) τόσο για τους πατρικίους, όσο και για τους πληβείους, με συντομογραφία στην αρχή ως ꟿ (ΜΝ) και στη συνέχεια ως M'. Το επίθετο (cognomen) Γλαβρίων (Glabrio) — προφανώς αποδόθηκε για πρώτη φορά σε αυτό το άτομο — προέρχεται από το λατινικό επίθετο glaber ("λείoς") και πιθανώς υποδεικνύει φαλάκρα, [4] αν και έχει προταθεί ότι μπορεί αντ' αυτού να προοριζόταν για θηλυκό άτριχο άτομο. [5]
Ζωή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο M'. Ακίλιος Γλαβρίων γεννήθηκε τον 3ο αι. π.Χ. σε οικογένεια πληβείων. Ήταν ο πρώτος στην οικογένειά του που πήρε την υπατεία, [6] κάνοντάς τον «νέο άνθρωπο» (novus homo). [7] Υπηρέτησε ως τριβούνος των πληβείων το 201, ως αγορανόμος των πληβείων το 197 και ως πραίτωρ για τους ξένους (praetor peregrinus) το 196. [8] Κατά τη διάρκεια της πραιτωρίας του, κατέστειλε μία εξέγερση των σκλάβων στην Ετρουρία. [9]
Ο Γλάβριος εξελέγη ύπατος για το 191 π.Χ. με τον Πόπλιο Κορνήλιο Σκιπίωνα Νασίκα. Μία σειρά από διαμάχες είχαν οδηγήσει την Αιτωλική Συμμαχία να προσκαλέσει τον αυτοκράτορα των Σελευκιδών Αντίοχο Γ' να απελευθερώσει, στο πλαίσιο τους, την Ελλάδα από τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Αυτή ήταν μία άποψη που ελάχιστα συμμεριζόταν και άλλοι Έλληνες, οι οποίοι μετά τον Β΄ Μακεδονικό Πόλεμο είχαν αφεθεί σε μεγάλο βαθμό στις δικές τους υποθέσεις. [10] Με διάταγμα της Συγκλήτου, οι ύπατοι έφεραν στον λαό το ζήτημα του πολέμου με τον Αντίοχο Γ΄ και μετά την ανάληψη της υπατείας ο Γλάβριος πήρε την εντολή του. Μετά την απόβαση στη Θεσσαλία, ο Γλάβριος νίκησε τον Αντίοχο Γ΄ στις Θερμοπύλες, αναγκάζοντας τον Αντίοχο Γ΄ να αποσυρθεί πέρα από το Αιγαίο, στην Έφεσο. [10] Στη συνέχεια κινήθηκε ενάντια στις πόλεις-κράτη της Αιτωλικής Συμμαχίας που είχαν αντισταθεί στη ρωμαϊκή ηγεμονία. Κατέλαβε την Ηράκλεια στις αρχές του καλοκαιριού, επιχείρησε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και στη συνέχεια — όταν αυτές απέτυχαν — πολιόρκησε τη Ναύπακτο. [7] [9] Τον Σεπτέμβριο, ο πρώην ύπατος Τίτος Κουίνκτιος Φλαμινίνος — ο κύριος νικητής του Β' Μακεδονικού Πολέμου — κλήθηκε να ζητήσει εκεχειρία, επιτρέποντας στους Αιτωλούς να στείλουν πρεσβείες στη Ρώμη, για να διαπραγματευτούν μία ειρηνευτική συμφωνία. Ο Γλαβρίων αποδέχτηκε την προσφορά, ήρε την πολιορκία, και έστειλε τους δικούς του απεσταλμένους πίσω στη Ρώμη για τις συζητήσεις. [7] Οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν, και ο πόλεμος συνεχίστηκε. Ο Γλαβρίων ανακλήθηκε ως ανθύπατος για τον επόμενο χρόνο, για να συνεχίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Στην Ελλάδα παρείχε δώρα στους Δελφούς και στο μαντείο. [11] Θεωρούμενος από τους Ρωμαίους ότι αντιμετώπισε μετριοπαθώς τους Έλληνες, δείχνοντας επιείκεια και αυτοσυγκράτηση κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο, [7] έλαβε θρίαμβο κατά την επιστροφή του στη Ρώμη. [9] Αυτή η ήττα του ισχυρότερου εναπομείναντος κράτους των Διαδόχων από τους Ρωμαίους, θεωρείται η εγκαθίδρυση του ρωμαϊκού μονοπολιακού ελέγχου στα παράλια της Μεσογείου. [12]
Ενώ ήταν ύπατος, ήταν επίσης υπεύθυνος για την lex Acilia, νομοθεσία που έθεσε την ευθύνη για τις διορθωτικές παρεμβολές του ρωμαϊκού ημερολογίου στον σύλλογο των αρχιερέων. [9] Αυτό ήταν απαραίτητο, επειδή το ημερολόγιο χειραγωγείτο μερικές φορές από τη Σύγκλητο για πολιτικούς σκοπούς: επιτάχυνση ή καθυστέρηση εκλογών, ή περιορισμό ή παράταση των θητειών, και μπορούσε να μην συγχρονίζεται πολύ με τις εποχές.
Το 189 π.Χ. το έτος μετά τη θητεία του ως ανθυπάτου στην Ελλάδα, προσπάθησε να υποστηρίξει την εκλογή του ως τιμητή (censor). Κατηγορήθηκε, ωστόσο, από τoυς πληβείους ότι απέκρυψε μέρος των ελληνικών λαφύρων στο σπίτι του, και όταν ένας από τους λεγάτους του κατέθεσε εναντίον του, αποχώρησε από την υποψηφιότητα [13]. Με βάση τα σωζόμενα αρχεία, φαίνεται ότι αποσύρθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη δημόσια ζωή. Το τέλος του δεν καταγράφεται, αλλά πιθανότατα συνέβη κάποια στιγμή μετά 175 π.Χ. [14]
Υστεροφημία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά τη νίκη του στις Θερμοπύλες, ο Ακίλιος Γλαβρίων έκανε ιερή υπόσχεση να ιδρύσει έναν ναό αφιερωμένο στην Ευσέβεια (Pietas) στη Ρώμη. Ο γιος του Mάνιος Ακίλιος Γλαβρίων ολοκλήρωσε και καθαγίασε τον ναό ως ένας από τους δύο άνδρες (duumvir) το 181 π.Χ. Αυτός ο ναός της Ευσεβείας βρισκόταν στο βόρειο άκρο της Αγοράς των Κηπευτικών (Forum Olitorium), μέχρι που κατεδαφίστηκε από τον Ιούλιο Καίσαρα για να ανοίξει ο δρόμος γι' αυτό που τελικά θα γινόταν το θέατρο του Μάρκελλου. Ωστόσο, ο ναός φαίνεται ότι είχε μεταφερθεί ή ξανακτιστεί, καθώς οι υπηρεσίες του καταγράφονται ακόμη και στην αυτοκρατορική εποχή.
Το επίχρυσο άγαλμα του Mάνιου Ακίλιου Γλαβρίωνα μπροστά από τον ναό ήταν το πρώτο χρυσό άγαλμα Ρωμαίου πολίτη στην πόλη. Ο Aμμιανός Μαρκελλίνος πιστώνει περαιτέρω στον Aκίλιο Γλαβρίωνα, ότι εισήγαγε την πρακτική της επιχρύσωσης στους τεχνίτες της πόλης. [15]
Ο γιος του εξελέγη ύπατος το 154 π.Χ. [6] Άλλοι απόγονοι υπηρέτησαν ως ύπατοι στην Ύστερη Δημοκρατία, και την Αυτοκρατορική Εποχή, και οι Aκίλιοι Γλαβρίωνες έχουν περιγραφεί ως το μακροβιότερο γένος στην αρχαία ρωμαϊκή πολιτική. [16] Τα οικογενειακά κτήματα οδήγησαν στη σύγχρονη ονομασία Aκιλία, μία περιοχή (frazione) της Ρώμης μεταξύ του κέντρου της πόλης και του λιμανιού της Όστιας.
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1063. Ανακτήθηκε στις 29 Ιουνίου 2021.
- 1 2 Thomas Robert Shannon Broughton: «The Magistrates of the Roman Republic» (Αγγλικά) Αμερικανική Φιλολογική Εταιρεία. 1951. ISBN-10 0-89130-812-1.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1063. Ανακτήθηκε στις 19 Ιουλίου 2024.
- ↑ Chase (1897).
- ↑ Dondin-Payre (1993).
- 1 2 Zmeskal (2009).
- 1 2 3 4 Eckstein (1995).
- ↑ Broughton (1952).
- 1 2 3 4 Broughton (1951).
- 1 2 Errington (1989).
- ↑ Richardson (1992).
- ↑ Eckstein (2006).
- ↑ Enc. Brit. (1911).
- ↑ Bloy (1998–1999).
- ↑ Ammianus Marcellinus. Roman History.
- ↑ Millar (1977).
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Bennett, Chris (2011), «Acilian Reform of 191», Ptolemaic Dynasty: Chronological Tables, Cambridge: Tyndale House, https://www.instonebrewer.com/TyndaleSites/Egypt/ptolemies/chron/roman/191bc_fr.htm.
- Bloy, Dylan (1998–1999), «Greek War Booty at Luna and the Afterlife of Manius Acilius Glabrio», Memoirs of the American Academy in Rome, 43/44, Ann Arbor: University of Michigan Press, σελ. 49–61, doi:, https://www.jstor.org/stable/4238757.
- Broughton, Thomas Robert Shannon (1951), The Magistrates of the Roman Republic, 1, New York: American Philological Association.
- Broughton, Thomas Robert Shannon (1952), The Magistrates of the Roman Republic, 2, New York: American Philological Association.
- Chase, George Davis (1897), «The Origin of Roman Praenomina», Harvard Studies in Classical Philology, 8, Cambridge: Harvard University Press, σελ. 103–184, doi:.
- Chisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «Glabrio» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 12 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σελ. 56
- Dondin-Payre, Monique (1993), Exercise du Pouvoir et Continuité Gentilice: les Acilii Glabriones, Rome: École Française de Rome.
- Eckstein, Arthur M. (1995), «Glabrio and the Aetolians: A Note on Deditio», Transactions of the American Philological Association, 125, σελ. 271–289, doi:, ISSN 0360-5949
- Eckstein, Arthur M. (2006), Mediterranean Anarchy, Interstate War, and the Rise of Rome, Berkeley: University of California Press, https://books.google.com/books?id=magwDwAAQBAJ.
- Errington, Robert Malcolm (1989), «Rome and Philip and Antiochus», Rome and the Mediterranean to 133 BC, Cambridge Ancient History, 8 (2nd έκδοση), Cambridge University Press, σελ. 244–89, ISBN 0-521-23448-4, OCLC 916019669, https://books.google.com/books?id=5Oe1u1H_OSMC.
- Millar, Fergus (1977), The Emperor in the Roman World, Ithaca: Cornell University Press.
- Richardson, John (1992), «The Administration of the Empire», The Last Age of the Roman Republic, 146–43 BC, Cambridge Ancient History, 9 (2nd έκδοση), Cambridge: Cambridge University Press, ISBN 0-521-85073-8, OCLC 121060, https://books.google.com/books?id=3yUkzNLiY4oC.
- Zmeskal, Klaus (2009), Adfinitas, 1, Passau: Verlag Karl Stutz, ISBN 978-3-88849-304-1.