Λεύκιος Ποστούμιος Μέγελος (ύπατος το 305 π.Χ.)
| Λεύκιος Ποστούμιος Μέγελος (ύπατος το 305 π.Χ.) | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | L. Postumius L.f.Sp.n. Megellus (Λατινικά) |
| Χώρα πολιτογράφησης | Αρχαία Ρώμη |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Λατινικά |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | πολιτικός στρατιωτικός |
| Οικογένεια | |
| Τέκνα | Λεύκιος Ποστούμιος Μέγελος (ύπατος το 262 π.Χ.)[1][2] |
| Οικογένεια | Postumii Megelli |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Αγορανόμος (Aedilis) Ρωμαίος συγκλητικός (άγνωστη τιμή)[3] Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (305 π.Χ.)[3][4] |

Ο Λεύκιος Ποστούμιος Μέγελος, λατιν.: Lucius Postumius Megellus ( π. 345 π.Χ. – π. 260 π.Χ.) ήταν πολιτικός και στρατηγός κατά τα μέσα χρόνια της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Αναφέρεται ότι ήταν αλαζονικός και αυταρχικός άνθρωπος. Εξελέγη ύπατος το 305 π.Χ. Ο Β΄ Σαμνιτικός Πόλεμος ήταν σε εξέλιξη, και ως ύπατος οδήγησε στρατεύματα εναντίον των Σαμνιτών. Τους νίκησε στη μάχη του Bοβιάνου και κατέλαβε την πόλη Boβιάνον, γεγονός που έκανε τους Σαμνίτες να ζητήσουν ειρήνη, τερματίζοντας τον πόλεμο. Στον Μέγελο απονεμήθηκε θρίαμβος.
Έξι χρόνια αργότερα ξεκίνησε ο Γ΄ Σαμνιτικός Πόλεμος. Ο Μέγελος υπηρέτησε και πάλι σε ανώτερο ρόλο, αλλά είδε λίγες μάχες και μετά από ένα χρόνο ο στρατός του διαλύθηκε. Το 294 εξελέγη ύπατος για δεύτερη φορά. Οδήγησε έναν υπατικό στρατό αλλά ηττήθηκε, τραυματίστηκε και εκδιώχθηκε. Αναρρώνοντας οδήγησε έναν άλλο στρατό, και κατέλαβε δύο πόλεις. Στη συνέχεια πανηγύρισε έναν δεύτερο θρίαμβο σε πείσμα των επιθυμιών της Συγκλήτου. Μόνο η μετέπειτα συμμετοχή του στη νικηφόρα μάχη της Ακυλονίας απέτρεψε τη δίωξή του.
Δύο χρόνια αργότερα, καθώς ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, ο Μέγελος κατείχε το αξίωμα που επέβλεπε τις υπατικές εκλογές. Το εκμεταλλεύτηκε αυτό για να εκλεγεί ο ίδιος ύπατος, παρά το ότι ο νόμος απαιτούσε ένα κενό δέκα ετών. Μέσα σε έντονες διαφωνίες με τον ύπατο συνάδελφό του, έναν από τους υπάτους του προηγούμενου έτους και τη Σύγκλητο, οδήγησε την Πολιορκία του Κομινίου σε επιτυχή κατάληξη. Με τον πόλεμο να έχει τελειώσει, επέστρεψε στη Ρώμη απαιτώντας έναν τρίτο θρίαμβο. Αυτό απορρίφθηκε, και όταν έφυγε από το αξίωμά του δικάστηκε για παράβαση, και του επιβλήθηκε ένα τεράστιο πρόστιμο.
Καταγωγή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Μέγελος ήταν μέλος του πατρίκιου γένους των Ποστουμίων, μίας οικογένειας που σύμφωνα με πληροφορίες βρισκόταν στην πρώτη γραμμή του λεγόμενου Αγώνα των Τάξεων, στις προσπάθειές τους να αποτρέψουν το άνοιγμα των αξιωμάτων στην τάξη των πληβείων. Είχε τουλάχιστον έναν γιο, γνωστό και ως Λεύκιο Ποστούμιο Μέγελο, ο οποίος εξελέγη ύπατος το τρίτο έτος του Α΄ Καρχηδονιακού Πολέμου.
Πρώτη υπατεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η σταδιοδορμία του Μέγελου σημαδεύτηκε από αυταρχική και καταπιεστική συμπεριφορά στις συναλλαγές του με τους συναδέλφους του αξιωματούχους και με τους πολίτες της Δημοκρατίας. Η πολιτική του πρόοδος ήταν στενά συνυφασμένη με τον στρατιωτικό του ρόλο στους συνεχιζόμενους Σαμνιτικούς Πολέμους, που του έδωσαν το περιθώριο να ανέλθει στα υψηλότερα πολιτικά αξιώματα και να χρησιμοποιήσει τις νίκες του για να προωθήσει τη σταδιοδρομία του, ανεξάρτητα από τον νόμο. Για παράδειγμα η αγνόηση της Lex Genucia για να διεκδικήσει την υπατεία για τρίτη φορά το 291.
Ο Mέγελος πρωτοεμφανίστηκε κατά την εποχή του ως αγορανόμος καθέδρας (curule aedile), π. 307 π.Χ. Το αξίωμα τού αγορανόμου κατείχαν γενικά νεαροί άνδρες, που σκόπευαν να ακολουθήσουν τη σειρά αξιωμάτων (cursus honorum), το διαδοχικό μείγμα στρατιωτικών και πολιτικών διοικητικών θέσεων, που κατείχαν επίδοξοι πολιτικοί στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Ως αγορανόμος, ο Mέγελος επέβαλε βαριά χρηματικά πρόστιμα (pecunia multaticia) σε όποιον έσπασε τη Lex Licinia Sextia καταπατώντας δημόσια γη. Με τα πρόστιμα που εισέπραξε, ο Μέγελος υποσχέθηκε να κτίσει έναν ναό αφιερωμένο στη θεά Νίκη (Victoria), μία υπόσχεση που εκπλήρωσε το 294 π.Χ.[5]
Η εκλογή του ως υπάτου το 305 π.Χ. τον είδε να συμμετέχει στα τελευταία χρόνια του Β΄ Σαμνιτικού Πολέμου. Οδηγώντας τους στρατούς της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τον Τ. Λίβιο νίκησε τους Σαμνίτες στη μάχη του Μποβιάνου και κατέλαβε την πόλη Μποβιάνον. Επιστρέφοντας στη Ρώμη, ο Μέγελος και ο υπατικός συνάδελφός του Mάρκος Φούλβιος Κούρβος Παιτίνος κατέλαβαν τις πόλεις Σόρα, Aρπίνον και Κερενία. Ο Λίβιος δήλωσε ότι ο Μέγελος έλαβε θρίαμβο για τη νίκη του. Η κατάληψη του Μποβιάνου έκανε τους Σαμνίτες να ζητήσουν ειρήνη το 304 π.Χ., τερματίζοντας τον Β΄ Σαμνιτικό Πόλεμο.
Δεύτερη υπατεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Με την επανέναρξη των εχθροπραξιών το 298, η Ρώμη χρειαζόταν σύντομα έμπειρους στρατιωτικούς διοικητές για να πάνε στο πεδίο, ενάντια σε έναν συνασπισμό εχθρών, με τους Σαμνίτες στον νότο σε συμμαχία με τους Ετρούσκους, τους Ούμβριους και τους Γαλάτες στα βόρεια. Ο Mέγελος, τώρα ένας ιδιώτης, δεν ήταν επιλέξιμος να υπηρετήσει ξανά ως ύπατος λόγω της lex Genucia, νομοθεσίας που απαιτούσε ένα διάστημα δέκα ετών, για να μπορέσει ο προηγούμενος ύπατος να κρατήσει ξανά το αξίωμα. Ως εκ τούτου το 295 π.Χ., με τη Ρώμη να απειλείται από επικείμενη εισβολή, του παραχωρήθηκαν οι εξουσίες ενός αντιπραίτορα ως ιδιώτη με απεριόριστη εξουσία (privateus cum imperio). Του δόθηκε η διοίκηση μίας λεγεώνας, που στάθμευε στη Βατικανή γη (ager Vaticanus), τη δεξιά πλευρά του Τίβερη. Ως μέρος της εκστρατείας, που κορυφώθηκε στη μάχη του Σέντινου, ο Μέγελος διατάχθηκε να επιτεθεί στους Ετρούσκους, ιδιαίτερα στους στρατούς και τα εδάφη γύρω από την πόλη Κλούσιον. Πιστεύεται ότι δεν συμμετείχε σε κάποια σοβαρή εκστρατεία, και επέστρεψε στη Ρώμη λίγο αργότερα, όπου ο στρατός του διαλύθηκε.
Εξελέγη ύπατος για δεύτερη φορά το 294 π.Χ.. Ο Μέγελος ανέλαβε τη διοίκηση των δυνάμεων στο νότιο μέτωπο. Κατέλαβε πολλές πόλεις στο Σάμνιον, αλλά στην Απουλία κατατροπώθηκε και φυγαδεύτηκε, και αφού τραυματίστηκε, οδηγήθηκε στη Λουκερία με μερικούς από τους άνδρες του. Επιστρέφοντας στη Ρώμη για να αναρρώσει από τις πληγές του, αφιέρωσε τον ναό της Νίκης (Victoria) στη Ρώμη, που κτίστηκε με τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας του. Όταν συνήλθε, επέστρεψε ξανά, για να εκστρατεύσει στο Σάμνιον, όπου κατέλαβε τις πόλεις Μιλιονία και Φερεντίνον. Αντιφατικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι ο Μέγελος εκστράτευσε επίσης στην Ετρουρία το 294 π.Χ., αλλά αυτές συνήθως απορρίπτονται από τους σύγχρονους μελετητές. Στο τέλος της προεκλογικής περιόδου πανηγύρισε έναν θρίαμβο επί των Σαμνιτών.[6] Αυτός ο θρίαμβος ήταν διαβόητος, καθώς οι εχθροί του συγκλητικού ισχυρίστηκαν ότι δεν τον δικαιούτο, καθώς είχε φύγει τεχνικά από την επαρχία που του είχε αναθέσει η Σύγκλητος, κατά την επιστροφή του στη Ρώμη. Αδιαφορώντας για την αντιπολίτευση, τον πανηγύρισε χωρίς την άδεια της Συγκλήτου, κάτι που συνηθιζόταν, κερδίζοντας αρκετή εχθρότητα.
Τρίτη υπατεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μόλις έφυγε από το αξίωμα την 1η Ιανουαρίου 293, ο Μέγελος απειλήθηκε αμέσως με παραπομπή για τις ενέργειές του ως υπάτου από έναν από τους τριβούνους, τον Mάρκο Κάντιο. Ωστόσο, με τη συνεχιζόμενη κρίση του Σαμνιτικού πολέμου, η στρατιωτική του ικανότητα ήταν εξαιρετικά απαραίτητη. Ως εκ τούτου διορίστηκε λεγάτος, υψηλό στρατιωτικό αξίωμα, στον ύπατο Σπούριο Καρβίλιο Μάξιμο, και επετεύχθη συμφωνία να ανασταλεί η δίωξή του, μέχρι το τέλος της περιόδου εκστρατείας. Ωστόσο οι νίκες που επέτυχε ο Καρβίλιος Μάξιμος, ειδικά η μάχη της Aκυλονίας, στην οποία πολέμησε ο Mέγελος, είχαν ως αποτέλεσμα η δίκη να μην πραγματοποιηθεί ποτέ, καθώς οι αντίπαλοί του πίστευαν, ότι η δημοτικότητά του σήμαινε, ότι αναπόφευκτα θα είχε βρεθεί αθώος.
Στα τέλη του 292 ο Μέγελος διορίστηκε μεσοβασιλιάς (interrex) για να συγκαλέσει τη Συνέλευση (Comitia Curiata) και να διεξαγάγει τις υπατικές εκλογές. Αυτό το αξίωμα έδωσε στον κάτοχό του την υψηλότερη θέση στη Ρώμη κατά τη διάρκεια των εκλογών. Κατά τη διάρκεια της εκλογικής διαδικασίας, με τον πόλεμο εναντίον του Σάμνιου να κερδίζεται ουσιαστικά, έκανε το εξαιρετικά ασυνήθιστο βήμα να ορίσει τον εαυτό του, παραβιάζοντας έτσι τη νομοθεσία, που απαγόρευε τους άνδρες να υπηρετήσουν ξανά ως ύπατοι, μέχρι να περάσουν δέκα χρόνια. Όταν κέρδισε και ανέλαβε το αξίωμα του πρώτου υπάτου το 291 π.Χ., η πρώτη του ενέργεια ήταν να απαιτήσει να του ανατεθεί το Σάμνιον ως το πολεμικό του θέατρο, χωρίς να περιμένει το αποτέλεσμα της κλήρωσης για τις επαρχιακές εντολές. Για τις έντονες αντιρρήσεις τού συναδέλφου του Γάιου Ιούνιου Βούβουλκου Βρούτου, ο οποίος τελικά αποφάσισε να μην επιβάλει το βέτο του, το αίτημα του Mέγελου έγινε δεκτό. Έπειτα στρατολόγησε στρατεύματα για την περίοδο της εκστρατείας εκείνης της χρονιάς, παρόλο που η αντίσταση των Σαμνιτών συντρίφτηκε σχεδόν ολοκληρωτικά, και ο ύπατος τού προηγούμενου έτους, Κόιντος Φάβιος Μάξιμος Γούργες, ήταν ακόμα στο πεδίο με έναν στρατό, τον οποίο διοικούσε με υπατική εξουσία. Παρά ταύτα, πήρε τον στρατό του στο πεδίο, και βάδισε στα σύνορα του Σάμνιου.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ετών, ο Μέγελος είχε αποκτήσει μεγάλες εκτάσεις ακαθάριστης γης από τους Σαμνίτες, τις οποίες, αν και ήταν τεχνικά δημόσια γη, τις αντιμετώπιζε ως δικές του. Αντί να πάει αμέσως να ενωθεί με τον Γούργες, ο οποίος πολιορκούσε το Κομίνιον, χρησιμοποίησε περίπου 2.000 από τους στρατιώτες του για να αρχίσει να καθαρίζει τη γη, κάτι που τους έβαλε να κάνουν για αρκετό καιρό, πριν προχωρήσει για να ενταχθεί τελικά στον Γούργες. Σύμφωνα με τον Διονύσιο τον Αλικαρνασέα, ο ζηλόφθων Μέγελος εμπόδισε τον Γούργες να καταλάβει το προπύργιο των Σαμνιτών στο Κομίνιον. Πλησιάζοντας στην πόλη, ο Μέγελος έγραψε στον Γούργες, διατάζοντάς τον να αποσυρθεί από το Σάμνιον. Ο Γούργες αρνήθηκε, δηλώνοντας ότι η εντολή του είχε δοθεί από τη Σύγκλητο, και έγραψε στη Ρώμη, ζητώντας από τη Σύγκλητο να επιβεβαιώσει την εντολή του. Η Σύγκλητος έστειλε αντιπροσωπεία συγκλητικών στον Μέγελο, λέγοντάς του ότι δεν έπρεπε να αντιταχθεί στο διάταγμα της Συγκλήτου. Αυτός απάντησε στον αντιπρόσωπο, ότι όσο ήταν ο δεόντως εκλεγμένος ύπατος της Ρώμης, ήταν στο χέρι του να διοικήσει τη Σύγκλητο, όχι η Σύγκλητος να του υπαγορεύσει πώς θα εκτελούσε τα καθήκοντά του. Στη συνέχεια προχώρησε προς το Κομίνιον και ανάγκασε τον Γούργες να παραιτηθεί από την εντολή του. Ο Γούργεςς δεν είχε άλλη επιλογή από το να υπακούσει, και ο Μέγελος, έχοντας αναλάβει τη διοίκηση και των δύο στρατών, έστειλε αμέσως τον Γούργες πίσω στη Ρώμη.[7] Το Κομίνιον έπεσε γρήγορα, και ακολούθησε μία εκστρατεία κατά των Ιρπίνων, ακολουθούμενη από την κατάληψη της Βενουσίας.
Με την κατάληψη της Βενουσίας, ο Μέγελος συνέστησε στη Σύγκλητο να μετατρέψει τη Βενουσία σε ρωμαϊκή αποικία. Αν και η Σύγκλητος ακολούθησε τη συμβουλή του, επηρεάστηκαν από τους Φαβίους, που ήταν οι εχθροί του Mέγελου, και αρνήθηκαν να τον διορίσουν ως έναν από τους επιτρόπους, που ήταν υπεύθυνοι για την ανάθεση των εδαφών στους αποίκους, και την επίβλεψη της ίδρυσης του νέου οικισμού. Εξοργισμένος, ο Μέγελος αποφάσισε να μοιράσει όλη τη λεηλασία της εκστρατείας στους στρατιώτες του, προκειμένου να αποτρέψει το Θησαυροφυλάκιο της Ρώμης να πάρει κάτι από τη λεία. Επιπλέον, πριν φθάσει ο διάδοχός του για να τον ανακουφίσει, διέλυσε τους στρατούς του. Επιστρέφοντας στη Ρώμη, ζήτησε έναν ακόμη θρίαμβο για τις νίκες του, τον οποίο η Σύγκλητος αρνήθηκε να του παραχωρήσει. Έκανε έκκληση στον κόσμο να τον στηρίξει, αλλά έλαβε μόνο χλιαρή υποστήριξη.[8][7] Κατόπιν στράφηκε προς τους τριβούνους των πληβείων, και παρόλο που είχε την υποστήριξη τριών, οι άλλοι επτά άσκησαν βέτο στο αίτημά του για θρίαμβο. Αντίθετα, η Σύγκλητος ψήφισε θρίαμβο για τον άνθρωπο που ο Μέγελος είχε διώξει, τον Κόιντο Φάβιο Μάξιμο Γούργες, επιτρέποντάς του να διεκδικήσει τα εύσημα για την κατάληψη του Κομίνιου.
Μετέπειτα σταδιοδρομία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ως συνέπεια της επηρμένης συμπεριφοράς του, όταν εγκατέλειψε το αξίωμα του το 290 π.Χ., ο Μέγελος διώχθηκε από δύο από τους τριβούνους, με την κατηγορία ότι είχε απασχολήσει στρατεύματα στη γη του. Καταδικάστηκε και από τις τριάντα τρεις ρωμαϊκές φυλές, και του επιβλήθηκε πρόστιμο 500.000 ασαρίων, το βαρύτερο πρόστιμο που είχε επιβληθεί σε Ρωμαίο πολίτη μέχρι τότε.
Η τελευταία γνωστή δραστηριότητα του Μέγελου στη δημόσια ζωή σημειώθηκε το 282 π.Χ., όταν ζητήθηκε από τη Ρώμη να μεσολαβήσει για λογαριασμό της πόλης των Θουρίων, η οποία δεχόταν επιδρομές από τους Λουκανούς και τους Βρούτιους. Όταν οι Ρωμαίοι έπλευσαν με τα πλοία τους στον κόλπο του Tάραντα (Τarentum), οι Tαραντίνοι θεώρησαν ότι αυτό ήταν παραβίαση της συνθήκης, που απαγόρευε την είσοδο στα ρωμαϊκά πλοία. Επιτέθηκαν με επιτυχία στα πλοία, και έκαναν μία επίθεση εναντίον των Θουρίων, αιχμαλωτίζοντας Ρωμαίους πολίτες στη διαδικασία. Η Ρώμη έστειλε τον Μέγελο στον Τάραντα για να απαιτήσει την απελευθέρωσή τους, και να παραδώσουν οι Ταραντίνοι εκείνους που είχαν διαπράξει αυτές τις επιθετικές πράξεις εναντίον της Ρώμης. Στον Τάραντα τα αιτήματά του απορρίφθηκαν αδικαιολόγητα, και ο Μέγελος αντιμετωπίστηκε χωρίς τον συνήθη σεβασμό, που έπρεπε να έδειχναν σε έναν πρεσβευτή. Οι Ταραντίνοι χλεύαζαν τη ρωμαϊκή του τόγκα, την ατελή ελληνική προφορά του, και καθώς τον οδηγούσαν έξω από την πόλη, φαίνεται τον ούρησαν.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 609. Ανακτήθηκε στις 10 Ιουνίου 2021.
- ↑ «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 718. Ανακτήθηκε στις 10 Ιουνίου 2021.
- 1 2 Thomas Robert Shannon Broughton: «The Magistrates of the Roman Republic» (Αγγλικά) Αμερικανική Φιλολογική Εταιρεία. 1951. ISBN-10 0-89130-812-1.
- ↑ books
.google ..fr /books?id=TnoxvIOoVzsC&pg=PA73 - ↑ Forsythe, pg. 342
- ↑ Forsythe, pg. 327
- 1 2 Arnold, pg. 394
- ↑ Smith, pg. 1009
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αρχαίες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σύγχρονες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Forsythe, Gary, A Critical History of Early Rome from Prehistory to the First Punic War (2005)
- Oakley, SP, A Commentary on Livy, Books 6-10 Vol. IV (2007)
- Salmon, ET, Samnium and the Samnites, (2010)
- Broughton, T. Robert S., The Magistrates of the Roman Republic, Vol I (1951)
- Smith, William, Dictionary of Greek and Roman Biography and Mythology, Vol II (1867).
- Arnold, Thomas, History of Rome (1840)