close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Λαβύρινθος της Αιγύπτου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Λαβύρινθος της Αιγύπτου
Image
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Λαβύρινθος της Αιγύπτου
29°16′21″N 30°53′56″E
ΧώραΑίγυπτος
ΊδρυσηΔεκαετία του 1800 π.Χ.
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Λαβύρινθος της Αιγύπτου ήταν το όνομα που δόθηκε σε μια πολύπλοκη λαβυρινθώδη κατασκευή η οποία κάποτε βρισκόταν κοντά στους πρόποδες της Πυραμίδας του Αμενεμχέτ Γ΄ στη αρχαιολογική τοποθεσία της Χαουάρα, η οποία βρίσκεται νότια της Κροκοδειλόπολης (γνωστή και ως Αρσινόη, κατά την ελληνιστική περίοδο) στην είσοδο του πλατώματος της όασης του Φαγιούμ της Αρχαίας Αιγύπτου.

Ο Λαβύρινθος της Αιγύπτου χτίστηκε στη Χαουάρα από τον Αμενεμχέτ Γ΄, ο οποίος βασίλευσε περίπου μεταξύ των ετών 1860–1814 π.Χ. ως ο έκτος Φαραώ της Δωδέκατης Δυναστείας.[1][2]

Ο Πρώσος Αιγυπτιολόγος Καρλ Ρίτσαρντ Λείψιους (Karl Richard Lepsius, λατινικά: Carolus Richardius Lepsius, 1810–1884) ανακάλυψε επίσης βασιλικές δέλτους οι οποίες έφεραν το όνομα της κόρης του Αμενεμχέτ, της Νεφρουσομπέκ (αρχαία ελληνικά: Σκεμίοφρις),[2] ονομασία που κυριολεκτικά σήμαινε «Η ομορφιά του Σομπέκ», (αρχαία ελληνικά: Σοῦχος) ο οποίος ήταν γνωστός ως ο αιγυπτιακός θεός της γονιμότητας κα ήταν περισσότερο δημοφιλής στη νεκρόπολη της Αρσινόης, εξ ου και ο τίτλος του ως ο Κύριος του Φαγιούμ, γεγονός που υποδηλώνει ότι η Νεφρουσομπέκ, η οποία ήταν η πρώτη επιβεβαιωμένη βασίλισσα (ή «γυναίκα βασιλιάς») της αρχαίας Αιγύπτου και η τελευταία Φαραώ της Δωδέκατης Δυναστείας του Μέσου Βασιλείου, έκανε προσθήκες στις διακοσμήσεις του συγκροτήματος κατά τη διάρκεια της βασιλείας της.[3]

Image
Μια σχεδιαστική ανακατασκευή του δυτικού τμήματος του Λαβύρινθου της Αιγύπτου (στο κέντρο του σχεδίου). Το ίδιο το κτίσμα βρισκόταν παλαιότερα στους πρόποδες της Πυραμίδας του Αμενεμχέτ Γ΄ στη Χαουάρα (στα δεξιά του σχεδίου).

Η όλη κατασκευή μπορεί επίσης να ήταν μια συλλογή από ταφικούς ναούς, όπως αυτοί που βρίσκονται συνήθως κοντά στις αιγυπτιακές πυραμίδες[4]

Δεδομένου ότι το προαναφερόμενο κτιριακό συγκρότημα καταστράφηκε κατά την αρχαιότητα, μπορεί να ανακατασκευαστεί, σχεδιαστικά, μόνο εν μέρει:[5][6]

Ένας περιμετρικός τοίχος με προσανατολισμό βορρά-νότου περιέκλειε ολόκληρο το συγκρότημα,[7] το οποίο είχε διαστάσεις 385 μ. επί 158 μ.[6] και η κάτοψη του ίδιου του Λαβύρινθου εκτιμάται ότι κάλυπτε περίπου 28.000 τ.μ.[5]

Μετά την ανασκαφή του χώρου το 1888, ο Άγγλος αρχαιολόγος και αιγυπτιολόγος Σερ Γουίλιαμ Μάθιου Φλάιντερς Πίτρι (αγγλ.:William Matthew Flinders Petrie, 1853-1942) υποστήριξε ότι το βορειότερο τμήμα του Λαβύρινθου αποτελούνταν από εννέα ιερά που συνολικά στέκονταν πίσω από είκοσι επτά κίονες που εκτείνονταν από ανατολικά προς δυτικά. Μπροστά από αυτούς βρίσκονταν δώδεκα αυλές με κίονες που χωρίζονταν σε δύο ομάδες από μια μακριά αίθουσα.[8]

Ιστορικές καταγραφές

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κλασικές αφηγήσεις

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Image
Ο Λαβύρινθος της Αιγύπτου περιεγράφηκε αξιοσημείωτα από τον αρχαίο Έλληνα συγγραφέα Ηρόδοτο, ο οποίος ισχυρίστηκε στο δεύτερο βιβλίο των Ιστοριών του ότι το μεγαλείο του κτίσματος ξεπερνούσε αυτό των αιγυπτιακών πυραμίδων.

Ο πρώτος σημαντικός ιστορικός που ανέφερε σχετικά με τον λαβύρινθο ήταν ο Έλληνας συγγραφέας Ηρόδοτος (περίπου  484 π.Χ. - περίπου 425 π.Χ.), ο οποίος, στο Βιβλίο Β΄ (Ευτέρπη) των Ιστοριών του, έγραψε ότι η κατασκευή του Λαβύρινθου της Αιγύπτου ξεπερνούσε το μεγαλείο ακόμη και αυτών των ίδιων των αιγυπτιακών πυραμίδων:

[Οι Αιγύπτιοι] έφτιαξαν έναν λαβύρινθο [... που] ξεπερνά ακόμη και τις πυραμίδες. Έχει δώδεκα στεγασμένες αυλές με πόρτες που βλέπουν η μία προς την άλλη: Έξι βλέπουν προς τον βορρά και έξι προς τον νότο, σε δύο συνεχόμενες γραμμές, όλες μέσα σε έναν εξωτερικό τοίχο. Υπάρχουν επίσης διπλά σετ θαλάμων, συνολικά τρεις χιλιάδες, χίλιοι πεντακόσιοι πάνω και ο ίδιος αριθμός κάτω από το έδαφος. ... Μάθαμε μέσω συζητήσεων για τους υπόγειους θαλάμους [του λαβυρίνθου]. Οι Αιγύπτιοι επιστάτες δεν τους έδειχναν με κανέναν τρόπο, καθώς ήταν, όπως έλεγαν, οι ταφικοί θόλοι των βασιλιάδων που έχτισαν πρώτοι αυτόν τον λαβύρινθο, και των ιερών κροκοδείλων. ... Το πάνω το είδαμε μόνοι μας, και είναι δημιουργήματα μεγαλύτερα από τον άνθρωπο. Οι έξοδοι των θαλάμων και τα δαιδαλώδη περάσματα εδώ κι εκεί μέσα από τις αυλές ήταν ένα ατελείωτο θαύμα για εμάς ... Πάνω από όλα αυτά υπάρχει μια στέγη, φτιαγμένη από πέτρα όπως οι τοίχοι, και οι τοίχοι είναι καλυμμένοι με λαξευμένες φιγούρες, και κάθε αυλή είναι στρωμένη γύρω από κολόνες από λευκή πέτρα με μεγάλη ακρίβεια τοποθετημένες μεταξύ τους. Κοντά στη γωνία όπου τελειώνει ο λαβύρινθος βρίσκεται μια πυραμίδα ύψους διακοσίων σαράντα ποδιών, στην οποία είναι λαξευμένες μεγάλες φιγούρες. Ένα πέρασμα προς αυτήν έχει γίνει υπόγεια.[9]

Αρκετούς αιώνες μετά τον Ηρόδοτο, ο Έλληνας γεωγράφος Στράβων (περίπου 64 π.Χ. – περίπου 24 μ.Χ.) περιέγραψε τον λαβύρινθο στο έργο του Γεωγραφικά, σημειώνοντας μια σύνδεση μεταξύ του αριθμού των αυλών του κτιρίου και των νομών της αρχαίας Αιγύπτου:

Έχουμε [κοντά στη λίμνη Μοίριδα] επίσης τον Λαβύρινθο, ένα έργο ισάξιο με τις Πυραμίδες, και δίπλα σε αυτόν τον τάφο του βασιλιά που κατασκεύασε τον Λαβύρινθο. [... [Αυτό το κτίριο είναι ένα] μεγάλο παλάτι που αποτελείται από τόσα παλάτια όσα και υπήρχαν παλαιότερα νομοί. ... Στο τέλος αυτού του κτιρίου ... βρίσκεται ο τάφος, ο οποίος είναι μια τετράγωνη πυραμίδα ... Το όνομα του ατόμου που θάφτηκε εκεί είναι Ιμάνδης. [Αυτός ο βασιλιάς] έχτισε [τον λαβύρινθο με] αυτόν τον αριθμό αυλών, επειδή ήταν έθιμο όλοι οι νομοί να συγκεντρώνονται εκεί μαζί ανάλογα με την τάξη τους, με τους δικούς τους ιερείς και ιέρειες, με σκοπό την τέλεση θυσιών και την προσφορά προσφορών στους θεούς, και την απονομή δικαιοσύνης σε θέματα μεγάλης σημασίας.[10]

Γύρω στην εποχή του Στράβωνα, ο Έλληνας ιστορικός Διόδωρος ο Σικελιώτης (περίπου 1ος αιώνας π.Χ.) έγραψε επίσης για το οικοδόμημα, υποστηρίζοντας στην s:Ιστορική Βιβλιοθήκη του ότι κατασκευάστηκε από τον «βασιλιά Μένδη» και «δεν ήταν τόσο αξιοσημείωτο για το μέγεθός του, καθώς ήταν αδύνατο να μιμηθεί κανείς τον έξυπνο σχεδιασμό του· γιατί ένας άνθρωπος που μπαίνει σε αυτό δεν μπορεί εύκολα να βρει την έξοδο, εκτός αν βρει έναν οδηγό που είναι πλήρως εξοικειωμένος με το οικοδόμημα».[11] Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης υποστήριξε επίσης ότι ο Αιγυπτιακός Λαβύρινθος ήταν αυτός ο οποίος ενέπνευσε τον Δαίδαλο να κατασκευάσει τον Κρητικό Λαβύρινθο για τον βασιλιά Μίνωα.[11]

Στο πρώτο μισό του πρώτου αιώνα μ.Χ., ο Ρωμαίος γεωγράφος Πομπώνιος Μέλαςς συζήτησε τον Λαβύρινθο στο έργο του Χωρογραφία (λατινικά: Chorographia),[12][8] και αργότερα τον ίδιο αιώνα, ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος περιέγραψε τη δομή του στο έργο του Φυσική Ιστορία (λατινικά: Naturalis Historia), γράφοντας:

Υπάρχει ακόμα στην Αίγυπτο... ένας λαβύρινθος, ο οποίος κατασκευάστηκε για πρώτη φορά, πριν από τρεις χιλιάδες εξακόσια χρόνια, λένε, από τον βασιλιά Πετεσούχη ή Τιθόη: αν και, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ολόκληρο το έργο ήταν έργο όχι λιγότερου από δώδεκα βασιλιάδων, ο τελευταίος από τους οποίους ήταν ο Ψαμμέτιχος. Όσον αφορά τον σκοπό για τον οποίο χτίστηκε [...], πολλοί υποστηρίζουν ότι ήταν ένα κτίριο αφιερωμένο στον Ήλιο, μια άποψη που επικρατεί ως επί το πλείστον. [...] Κάτι που με εκπλήσσει είναι ότι το κτίριο είναι κατασκευασμένο από παριανό μάρμαρο, ενώ σε όλα τα άλλα μέρη του οι κίονες είναι από συηνίτες. Με τέτοια στιβαρότητα είναι κατασκευασμένος αυτός ο τεράστιος όγκος, που το πέρασμα των αιώνων δεν μπόρεσε καθόλου να τον καταστρέψει, όπως υποστηρίχθηκε από τον λαό του Ηρακλεοπολίτη, ο οποίος κατέστρεψε με θαυμασμό ένα έργο που πάντα απεχθανόταν.[13]

Μία από τις τελευταίες αναφορές για τον Λαβύρινθο στην κλασική λογοτεχνία βρίσκεται στην Ιστορία των Αυγούστων (λατινικά: Historia Augusta), η οποία αναφέρει ότι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Σεπτίμιος Σευήρος (145–211 μ.Χ.) επισκέφθηκε το οικοδόμημα περίπου το 200 μ.Χ.[14][15]

Οι κλασικές αφηγήσεις διαφόρων συγγραφέων δεν είναι απολύτως συνεπείς, ίσως λόγω της υποβάθμισης της κατασκευής κατά τους κλασικούς χρόνους.[4] Επίσης διάφορα άλλα λάθη τους είναι πιθανόν να οφείλονται στο ότι ορισμένοι συγγραφείς δεν είχαν δει οι ίδιοι την κατασκευή αυτοπροσώπως: Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, για παράδειγμα, περιγράφει τον Λαβύρινθο ως να διαθέτει «αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά που είναι σχεδόν αδύνατον να υπάρχουν σε έναν αιγυπτιακό ναό», γεγονός που υποδηλώνει ότι βασιζόταν σε μια πηγή που εσφαλμένα υπέθεσε ότι ο Λαβύρινθος έμοιαζε με ελληνικούς ναούς της εποχής.[16] Ομοίως, η περιγραφή του Πλίνιου περιλαμβάνει μια σειρά από περίεργες διακοσμήσεις που ο Alan B. Lloyd υποστηρίζει ότι αποτελούν απόδειξη «μιας απεγνωσμένης προσπάθειας [του Πλίνιου] να συμβιβάσει αρκετές αφηγήσεις για το κτίριο».[17]

Κάποια στιγμή στην αρχαιότητα, ο Λαβύρινθος αποσυναρμολογήθηκε. Οι Inge Uytterhoeven και Ingrid Blom-Böer υποστηρίζουν ότι, δεδομένου ότι τα ελληνορωμαϊκά κτίρια ανεγέρθηκαν μόνο πάνω στο δυτικό τμήμα των ερειπίων του Λαβύρινθου, είναι πιθανό αυτό το τμήμα της κατασκευής να είχε ήδη κατεδαφιστεί από την Ύστερη Περίοδο ή την πρώιμη Πτολεμαϊκή εποχή. Αντίθετα, οι Uytterhoeven και Blom-Böer υποστηρίζουν ότι το ανατολικό τμήμα του Λαβύρινθου πιθανότατα παρέμεινε σε χρήση κατά την Πτολεμαϊκή και πιθανώς τη Ρωμαϊκή εποχή, εξηγώντας τόσο την απουσία ελληνορωμαϊκών ερειπίων σε αυτήν την περιοχή όσο και γιατί τα πιο «επιβλητικά αρχιτεκτονικά και γλυπτικά στοιχεία» του Λαβύρινθου έχουν βρεθεί εκεί.[18]

Μετά την κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τα ερείπια του Λαβύρινθου εξορύχθηκαν για πέτρα και, αφού οι περισσότερες από τις πέτρες μεταφέρθηκαν, η τοποθεσία του κτιρίου ξεχάστηκε σταδιακά.[15] Ό,τι λίγο είχε απομείνει από τον Λαβύρινθο αμαυρώθηκε περαιτέρω όταν, γύρω στα μέσα του 13ου αιώνα μ.Χ.[α] ένα κανάλι που ονομάζεται "Bahr Sharqiyyah" (γνωστό και ως "Bahr Seilah") σκάφτηκε στη μέση της Χαουάρα. Το 1900–1907, ένα νεότερο κανάλι (το "Bahr Abdul Wahbi") χτίστηκε πάνω από το Bahr Sharqiyyah, το οποίο προκάλεσε πρόσθετες ζημιές στον αρχαιολογικό χώρο.[21]

Image
Σχέδιο της Πυραμίδας του Αμενεμχέτ Γ΄ στη Χαουάρα και των γύρω ερειπίων, φιλοτεχνημένο από τον Καρλ Ρίτσαρντ Λείψιους περίπου το 1850. Σημειώνεται επίσης στο σχέδιο το κανάλι Bahr Sharqiyyah που διασχίζει τον χώρο.

Τον 17ο αιώνα, ο Claude Sicard πρότεινε ότι ο Λαβύρινθος μπορεί να βρισκόταν στη Χαουάρα.[22] Δύο αιώνες αργότερα, σε έναν τόμο του "Description de l’Égypte" (1821), ο Philippe Joseph Marie Caristie και ο Edme-François Jomard συζήτησαν την τοποθεσία του Λαβύρινθου σε μια εκτενή εξέταση της τοποθεσίας της Χαουάρα. Ο Eric P. Uphill υποστήριξε ότι το κεφάλαιο των Jomard και Caristie ήταν κατά συνέπεια "η πρώτη δημοσιευμένη περιγραφή... της τοποθεσίας του Λαβύρινθου [που] διέκρινε σωστά τα κύρια χαρακτηριστικά [της κατασκευής]". [23][24] Μεταγενέστερα έργα υπέθεσαν ότι τα ερείπια νότια της Πυραμίδας του Αμενεμχέτ Γ΄ ήταν στην πραγματικότητα τα ερείπια του Λαβύρινθου, συμπεριλαμβανομένων σύντομων αναφορών των Howard Vyse, John Shae Perring (1842) και Τζων Γκάρντνερ Γουίλκινσον [John Gardner Wilkinson] (1843).[25][26][24]

Το 1843, ο Πρώσος αιγυπτιολόγος Καρλ Ρίτσαρντ Λείψιους ανέσκαψε την περιοχή γύρω από την Πυραμίδα του Αμενεμχέτ Γ΄ στη Χαουάρα και, αφού αποκάλυψε τα ερείπια μιας σειράς θαλάμων από τούβλα, υποστήριξε ότι είχε εντοπίσει με βεβαιότητα την τοποθεσία του περίφημου λαβυρίνθου. (Γύρω από αυτήν την εποχή, ο μαθητής του Λείψιους, ο Γ.Μ. Έμπερς (G. M. Ebers), υποστήριξε ότι αν κάποιος ανέβαινε στην πυραμίδα, θα μπορούσε να δει το πεταλοειδές αποτύπωμα της κατασκευής.)

Ωστόσο, όπως σημειώνει ο WH Matthews:

Τα δεδομένα που παρείχαν [ο Λείψιους και οι συνεργάτες του] δεν ήταν απολύτως πειστικά και θεωρήθηκε ότι απαιτούνταν περαιτέρω στοιχεία πριν γίνουν αποδεκτά τα συμπεράσματά τους".[27]

Το 1888, ο Βρετανός Αιγυπτιολόγος Φλάιντερς Πίτρι (William Matthew Flinders Petrie) εξέτασε τους θάλαμους από τούβλα που είχε ανακαλύψει ο Λείψιους και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τα ερείπια μιας ελληνορωμαϊκής πόλης που είχε κατασκευαστεί πάνω στα ερείπια του λαβυρίνθου. Όσο για τον ίδιο τον λαβύρινθο, ο Πίτρι κατάφερε να αποκαλύψει ό,τι λίγο είχε απομείνει από τα θεμέλιά του ανάμεσα σε ένα «μεγάλο στρώμα από θραύσματα».[28]

Ο Πέτρι κατάφερε επίσης να εντοπίσει ένα ασβεστολιθικό άγαλμα του Σομπέκ και ένα άλλο της Άθωρ,[7] καθώς και δύο γρανιτένια ιερά που το καθένα περιείχε ένα άγαλμα του Αμενεμχέτ Γ΄.[6] Τα αποτελέσματα της έρευνας του Πέτρι δημοσιεύθηκαν τελικά στη μονογραφία του που αναφέρεται στους αρχαιολογικούς πολιτισμούς της προϊστορικής Αιγύπτου Γκερζέχ και Mazghuneh με τίτλο: "Ο Λαβύρινθος Γκερζέχ και Μαζγκούνεχ" (The Labyrinth Gerzeh and Mazghuneh, 1912).[29]

Η περιγραφή του Αιγυπτιακού Λαβύρινθου από τον Ηρόδοτο ενέπνευσε ορισμένες από τις πλέον κεντρικές σκηνές στο ιστορικό μυθιστόρημα "Φαραώ¨" του Πολωνού μυθιστοριογράφου, Μπολέσουαφ Πρους το 1895.

  1. Πολλές πηγές υποστηρίζουν ότι αυτό το κανάλι κατασκευάστηκε τον 14ο αιώνα,[19] βασιζόμενοι στον ισχυρισμό του Λείψιους ότι η Bahr Sharqiyyah κατασκευάστηκε από τον Μαμελούκο Σουλτάνο Μπαρκούκ (περίπου 1336–1399). Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Μπράιαν Κράμερ, ο συγγραφέας του 13ου αιώνα Ουθμάν αλ-Ναμπούλσι «περιλαμβάνει την Bahr Sharqiyyah στην περιγραφή του για το Φαγιούμ, [που σημαίνει] ότι το κανάλι απέναντι από τη Χαουάρα στην πραγματικότητα σκάφτηκε πριν από τα μέσα του 13ου αιώνα μ.Χ.[20]
  1. Etheredge, Laura· και άλλοι. (23 Οκτωβρίου 2008). «Amenemhet III». Encyclopædia Britannica. Ανακτήθηκε στις 24 Απριλίου 2023.
  2. 1 2 Lloyd 1970, σελ. 92.
  3. Uphill 2010, σελ. 43.
  4. 1 2 Kern 2000, σελ. 59.
  5. 1 2 Verner 2001, σελ. 430.
  6. 1 2 3 Lehner 2008, σελ. 181.
  7. 1 2 Verner 2001, σελ. 431.
  8. 1 2 Matthews 1922, σελ. 14.
  9. Ηρόδοτος, Ιστορίαι, 2.148. (Μετάφραση κειμένου σε ελεύθερη απόδοση).
  10. Στράβων, Γεωγραφικά, 17.1.37. (Μετάφραση κειμένου σε ελεύθερη απόδοση).
  11. 1 2 Διόδωρος Σικελιώτης, s:Ιστορική Βιβλιοθήκη, 1.61.
  12. Πομπώνιος Μέλας, Chorographia, 1.56.
  13. Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Φυσική Ιστορία (Naturalis Historia), 36.19. (Μετάφραση κειμένου σε ελεύθερη απόδοση).
  14. Ιστορία των Αυγούστων, "Septimius Severus", 17.4.
  15. 1 2 Sabbahy 2019, σελ. 243.
  16. Lloyd 1970, σελίδες 87-88.
  17. Lloyd 1970, σελ. 89.
  18. Uytterhoeven & Blom-Böer 2002, σελίδες 112, 119-120.
  19. E.g. Uytterhoeven & Blom-Böer 2002, σελ. 112
  20. Kraemer 2010, σελ. 370.
  21. Kraemer 2010, σελίδες 369-370.
  22. Uytterhoeven & Blom-Böer 2002, σελ. 112.
  23. Jomard & Caristie 1821, σελίδες 478-516.
  24. 1 2 Uphill 2010, σελίδες 1-2.
  25. Vyse & Perring 1842, σελίδες 82-83.
  26. Wilkinson 1843, σελίδες 337-340.
  27. Matthews 1922, σελ. 13.
  28. Petrie, Wainwright & Mackay 1912, σελ. 28.
  29. Petrie, Wainwright & Mackay 1912.

Συντεταγμένες: 29°16′23″N 30°53′56″E / 29.273°N 30.899°E / 29.273; 30.899