close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κόιντος Φάβιος Μάξιμος Εβούρνος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Κόιντος Φάβιος Μάξιμος Εβούρνος
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Q. Fabius Q.Serviliani.f.Q.n. Maximus Eburnus (Λατινικά)
Γέννηση2ος αιώνας π.Χ.
Αρχαία Ρώμη
Θάνατος1ος αιώνας π.Χ. (πιθανώς)
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Ρώμη
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΛατινικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
στρατιωτικός
Οικογένεια
ΓονείςΚόιντος Φάβιος Μάξιμος Σερβιλιανός
ΟικογένειαFabii Maximi
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΚήνσορας
Πραίτορας
Ρωμαίος συγκλητικός (άγνωστη τιμή)[1]
Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (116 π.Χ.)[1]
Triumvir monetalis (127 π.Χ.)[2]

Ο Κόιντος Φάβιος Μάξιμος Εβούρνος, λατιν.: Quintus Fabius Maximus Eburnus (π. 2ος αι. π.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός του πατρικίου γένους των Φαβίων. Υπήρξε ύπατος το 116 π.Χ.

Ο Εβούρνος ήταν γιος του Κόιντου Φάβιου Μάξιμου Σερβιλιανού, υπάτου το 142 π.Χ., ο οποίος υιοθετήθηκε από το γένος των Σερβιλίων στο γένος των Φαβίων, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς ενός από τους δύο θετούς γιους τού ίδιου του Κόιντου Φάβιου Μάξιμου Αναβλητικού. Δύο από τους εκ πατρός θείους του ο Γναίος Σερουίλιος Καιπίων και ο Κόιντος Σερουίλιος Καιπίων — υπηρέτησαν ως ύπατοι το 141 και το 140, αντίστοιχα. Ο εξάδελφός του ήταν ο Κόιντος Σερουίλιος Καιπίων,ύπατος το 106 π.Χ. και συνδιοικητής στο Aραούσιo το 105 (αυτός ο Καιπίων ήταν παππούς της ερωμένης του Καίσαρα Σερουιλίας).

Ο Εβούρνος μπορεί να ήταν ένας των τριών ανδρών του νομισματοκοπείου (monetalis) γύρω στο 134 π.Χ. Πιθανότατα ήταν ο Κόιντος Φάβιος Μάξιμος που ήταν ταμίας το 132, υπηρετώντας στη Σικελία υπό τον πεθερό του Πόπλιο Ρουπίλιο, ο οποίος ήταν ύπατος εκείνο το έτος. Ο Εβούρνος θεωρήθηκε υπεύθυνος για την απώλεια του ελέγχου της πόλης του Ταυρομένιου από την Α΄ Εξέγερση των Σκλάβων και στάλθηκε πίσω στη Ρώμη «ατιμασμένος», παρόλο που η ρωμαϊκή πολιορκία τελικά επέτυχε. Ακολούθησε ένα σημαντικό κενό στη σταδιοδρομία του.

Κατείχε τη θέση του πραίτορα ως το 119 π.Χ., όταν μάλλος ήταν ο Φάβιος Μάξιμος, που παρουσιάστηκε ως πραίτωρ στο δικαστήριο στο οποίο ο Λεύκιος Λικίνιος Κράσσος κατηγόρησε τον Γάιο Παπίριο Κάρβωνα. Οι κατηγορίες ήταν ασαφείς: εκβιασμοί, ίσως υπό τη Lex Acilia de repetundis, ή για laesa maiestas, μία προσβολή ενάντια στην τιμή του κράτους: και οι δύο κατηγορίες προτάθηκαν. Ο Κάρβων καταδικάστηκε και έγινε αυτόχειρ.

Ο Εβούρνος εξελέγη ύπατος για το 116 με τον Γάιο Λικίνιο Γέτα. Φαίνεται ότι ήταν ο ανθύπατος της Μακεδονίας, που καταγράφεται ότι έστελνε επιστολή στους Δυμαίους, και -αν η ταύτιση είναι σωστή- υπηρέτησε από το 115 έως το 114 π.Χ. Το 113, είτε αυτός, είτε ο Κόιντος Φάβιος Μάξιμος Αλλοβρογικός ήταν ο διπλωματικός λεγάτος, που στάλθηκε στην Κρήτη .

Το 108 είχε γίνει τιμητής με τον συνύπατό του, αν και όπως και σε μερικά από τα άλλα αξιώματα του, ο Αλλοβρογικός έχει επίσης προταθεί ως ο Κόιντος Φάβιος Μάξιμος που υπηρετούσε. Οι τιμητές του τρέχοντος έτους διόρισαν ξανά τον Mάρκο Αιμίλιο Σκαύρο ως πρώτο της Συγκλήτου (princeps Senatus).

Εβούρνος και ρωμαϊκά ήθη

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φήμη του Εβούρνου ήταν η αυστηρότητά του σύμφωνα με τα ρωμαϊκά πρότυπα της Ύστερης Δημοκρατίας. Ως αρχηγός της οικογένειας (pater familias), καταδίκασε σε θάνατο έναν από τους γιους του για «ανηθικότητα» ή «ασέβεια».

Ως νέος, ωστόσο, ο Εβούρνος είχε κερδίσει το παρωνύμιο (agnomen) ο "Ελεφαντοστέινος" λόγω του ότι ήταν ευειδής (candor) και το σκωπτικό "ο αγαπητός του Δία (Jove)" (pullus Iovis). Λέγεται ότι χτυπήθηκε από κεραυνό στους γλουτούς του: ίσως αυτό λεγόταν για ένα σημαίνει σημάδι εκ γενετής [1], εξ ου και η αστειευόμενη αναφορά σε αυτόν ως Γανυμήδη (Catamite) του βασιλιά των θεών.[2] Ωστόσο έχει παρατηρηθεί [3] ότι η αντίθεση μεταξύ της φήμης του Eβούρνου ως «ο αγαπητός του Δία» και της μετέπειτα υπερβολικής αυστηρότητάς του ενάντια στην αυθαιρεσία τού γιου του, «προκαλεί σκέψεις».

Υπεύθυνος για τον θάνατο τού γιου του, κατηγορήθηκε από τον Γναίο Πομπήιο Στράβωνα (πιθανόν τον ύπατο του 89 π.Χ.) ότι υπερέβη τα όρια του patria potestas. Έτσι ο Εβούρνος εξορίστηκε στη Νουκέρια.