Καύσεις βιβλίων από τους Ναζί

Καύσεις βιβλίων από τους Ναζί (γερμανικά: Bücherverbrennung 1933 in Deutschland - Καύσεις βιβλίων στη Γερμανία το 1933) ήταν μια δράση που σχεδιάστηκε και οργανώθηκε από τη Γερμανική Φοιτητική Ένωση, με την υποστήριξη φορέων όπως το Ναζιστικό κόμμα, η Νεολαία Χίτλερ και όργανα των SA, κατά την οποία φοιτητές, καθηγητές και μέλη οργάνων του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος έριξαν στη φωτιά τα έργα συγγραφέων που είχαν καταδικάσει. Η τελετουργική καύση βιβλίων έλαβε χώρα στη Ναζιστική Γερμανία από τον Μάρτιο έως τον Οκτώβριο του 1933.[1]
Η κεντρική δράση οργανώθηκε στις 10 Μαΐου 1933 στην πλατεία Μπέμπελπλατς στο Βερολίνο και ταυτόχρονα σε 18 άλλες γερμανικές πόλεις και είχε μεγάλο δημόσιο αντίκτυπο. Αυτές οι καύσεις βιβλίων ήταν το αποκορύφωμα της «Δράσης κατά του αντιγερμανικού πνεύματος», η οποία ξεκίνησε λίγο μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζί τον Μάρτιο του 1933. Σκοπός της ήταν να ξεκινήσει η συστηματική δίωξη Εβραίων, Μαρξιστών, ειρηνιστών και άλλων αντιπολιτευόμενων ή πολιτικά ανεπιθύμητων συγγραφέων και να ξεκινήσει μια στροφή προς τη ναζιστική εκπαίδευση.
Μέλη ναζιστικών οργανώσεων είχαν ήδη λεηλατήσει και καταστρέψει βιβλία από κομματικά και συνδικαλιστικά κτίρια πριν από αυτή τη «δράση», και η 10η Μαΐου δεν σηματοδότησε το τέλος. Αντίθετα, αυτά τα γεγονότα ήταν το προοίμιο για περαιτέρω καύσεις βιβλίων που συνεχίστηκαν μέχρι το φθινόπωρο του 1933.[2]
Συνολικά, στην πυρά ρίχτηκαν βιβλία 282 φιλοσόφων, επιστημόνων, ποιητών, μυθιστοριογράφων και πολιτικών συγγραφέων που θεωρήθηκαν ανατρεπτικά ή αντιπροσωπευτικά ιδεολογιών αντίθετων στον Ναζισμό. Περιλάμβαναν βιβλία γραμμένα από Εβραίους, ημι-Εβραίους, κομμουνιστές, σοσιαλιστές, αναρχικούς, φιλελεύθερους, ειρηνιστές και σεξολόγους συγγραφείς, μεταξύ άλλων. Τα πρώτα βιβλία που κάηκαν ήταν έργα του Καρλ Μαρξ και του Καρλ Κάουτσκι, αλλά συμπεριέλαβαν και άλλους συγγραφείς, όπως ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, η Έλεν Κέλερ, ο Μάγκνους Χίρσφελντ, και ουσιαστικά οποιοδήποτε βιβλίο ασύμβατο με τη ναζιστική ιδεολογία. Σε μια εκστρατεία πολιτιστικής γενοκτονίας, βιβλία κάηκαν επίσης μαζικά από τους Ναζί σε κατεχόμενα εδάφη, όπως στην Αυστρία και στην Πολωνία.
Πρόθεση και πρότυπα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η δημόσια διοργάνωση των καύσεων βιβλίων είχε ως στόχο να προσελκύσει όσο το δυνατόν περισσότερη προσοχή. Οι διοργανωτές χρησιμοποίησαν τη συμβολική πράξη της καταστροφής ως σύμβολο για την επιδιωκόμενη εξάλειψη ανεπιθύμητων απόψεων προαναγγέλλοντας μια εποχή κρατικής λογοκρισίας και πολιτιστικού ελέγχου. Οτιδήποτε δεν συμφωνούσε με τη ναζιστική κοσμοθεωρία έπρεπε να «σημαδευτεί» και να καταστραφεί, και η γερμανική λογοτεχνία έπρεπε να «καθαριστεί» από «ξένα» στοιχεία.
Εσκεμμένα υιοθετήθηκαν ιστορικά μοντέλα, δύο από τα οποία ήταν στο προσκήνιο: το κάψιμο βιβλίων από τον Μαρτίνο Λούθηρο κατά τη Μεταρρύθμιση το 1520 και, κυρίως, το κάψιμο βιβλίων από φοιτητές στο Φεστιβάλ του Βάρτμπουργκ το 1817. Ωστόσο, όσον αφορά την έκταση, την ενδελεχή οργάνωση, την ευρεία εφαρμογή και το μεγάλο προπαγανδιστικό αποτέλεσμα, οι καύσεις βιβλίων του 1933 ξεχώριζαν σαφώς από αυτά τα μοντέλα.[3]
Η εκστρατεία «Ενάντια στο αντιγερμανικό πνεύμα»
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ήδη κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η Γερμανική Φοιτητική Ένωση επηρεάστηκε ολοένα και περισσότερο από την εθνική πολιτική. Από το 1929 και μετά, κυριαρχήθηκε από εθνικιστικές, αντισημιτικές και αντιδημοκρατικές δυνάμεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ένα σαφώς αντιδραστικό, σοβινιστικό και εθνικιστικό πνεύμα να επικρατήσει σε πολλά γερμανικά πανεπιστήμια.
Τον Απρίλιο του 1933, η Ένωση κάλεσε τα όργανά της να συμμετάσχουν σε μια «Δράση κατά του αντιγερμανικού πνεύματος» που θα άρχιζε στις 12 Απριλίου και θα ολοκληρώνονταν στις 10 Μαΐου με θεαματικές δημόσιες καύσεις βιβλίων. Στις 12 Απριλίου, η Ένωση εξέδωσε τις Δώδεκα Θέσεις, που καλούσαν τους Γερμανούς φοιτητές να απαλλάξουν τη γερμανική γλώσσα και τη γερμανική λογοτεχνία από «αντιεθνικές» επιρροές ώστε ο γερμανικός πολιτισμός να αποκαταστήσουν τις «καθαρές» λαϊκές γερμανικές παραδόσεις. Η δράση χαρακτηρίστηκε ως αντίδραση στην παγκόσμια εβραϊκή εκστρατεία δυσφήμισης των παραδοσιακών γερμανικών αξιών και οι θέσεις ήταν κυρίως αντισημιτικές. (Για παράδειγμα, στις θέσεις αρ. 4 και 5: «Ο κύριος εχθρός μας είναι ο Εβραίος. ... Ο Εβραίος μπορεί να σκέφτεται μόνο εβραϊκά. Αν γράφει στα γερμανικά, λέει ψέματα...»). Οι θέσεις αναρτήθηκαν σε πανεπιστημιουπόλεις σε όλη τη Γερμανία και τα τοπικά παραρτήματα του Ναζιστικού Κόμματος τις υποστήριξαν με άρθρα στον τύπο, πληροφορίες στο ραδιόφωνο και ομιλίες από στελέχη του κόμματος.[4]
Απομάκρυνση καθηγητών
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις 19 Απριλίου, η ηγεσία του ένωσης εξέδωσε έκκληση για την ανάληψη αγώνα «εναντίον καθηγητών πανεπιστημίου ακατάλληλων για τα γερμανικά πανεπιστήμια». Το σύνθημα ήταν: «Το κράτος έχει κατακτηθεί. Το πανεπιστήμιο όχι ακόμα! Η διανοούμενη SA εισβάλλει. Σηκώστε τη σημαία!» Οι φοιτητές κλήθηκαν να αναφέρουν τους καθηγητές πανεπιστημίου που έπρεπε να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους σύμφωνα με τον Νόμο για την Αποκατάσταση της Επαγγελματικής Δημόσιας Υπηρεσίας της 7ης Απριλίου 1933, με ένορκες βεβαιώσεις και ενοχοποιητικές πηγές όπως αποσπάσματα από διαλέξεις ή αναφορές σε λογοτεχνία. Οι καταγγελίες περιλάμβαναν όχι μόνο Εβραίους ή μέλη κομμουνιστικών οργανώσεων, αλλά και καθηγητές που «προσέβαλαν εθνικούς ηγέτες, το κίνημα εθνικής εξέγερσης ή στρατιώτες», καθώς και καθηγητές των οποίων η «επιστημονική μέθοδος αντιστοιχούσε στη φιλελεύθερη ή στην ειρηνιστική στάση».[3]
Σχεδόν όλα τα πανεπιστήμια συμμετείχαν σε αυτήν την εκστρατεία, και το διδακτικό προσωπικό, οι κοσμήτορες και οι πρυτάνεις την υποστήριξαν. Πραγματοποιήθηκαν οργανωμένες επιθέσεις εναντίον Εβραίων καθηγητών, διοικητικού προσωπικού και συμφοιτητών. Οι διαλέξεις διακόπηκαν και μποϊκοτάρονταν, και Εβραίοι καθηγητές εμποδίστηκαν να εισέλθουν στους χώρους εργασίας τους.
Το δημόσιο κυνήγι μαγισσών έφτασε στο σημείο να ανεγερθούν κατάλογοι ύψους δύο μέτρων στα πανεπιστήμια του Κένιγκσμπεργκ, του Ρόστοκ, του Έρλανγκεν, του Μύνστερ και της Δρέσδης, στους οποίους αναρτήθηκαν τα ονόματα «εχθρών» καθηγητών και λογοτεχνικών έργων.
Συλλογή βιβλίων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η δεύτερη φάση της «εκστρατείας του διαφωτισμού» ξεκίνησε στις 26 Απριλίου 1933, με τη συλλογή «διαβρωτικών βιβλίων». Κάθε φοιτητής είχε αρχικά την ευθύνη να καθαρίσει τη δική του βιβλιοθήκη και αυτές των γνωστών του από «επιβλαβή και εκφυλισμένα» βιβλία. Στη συνέχεια, ερευνήθηκαν οι βιβλιοθήκες των πανεπιστημίων και των ινστιτούτων, όπως η βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου Σεξουαλικής Έρευνας του Μάγκνους Χίρσφελντ που περιείχε πάνω από 10.000 τόμους. Ακολούθησε μια πανεθνική λεηλασία δημόσιων βιβλιοθηκών, δανειστικών βιβλιοθηκών, βιβλιοπωλείων, ακόμη και ιδιωτικών κατοικιών. Τα απαγορευμένα βιβλία συλλέχθηκαν και απομακρύνθηκαν από ομάδες φοιτητών που έκαναν επιδρομές.
Η καύση των βιβλίων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στις 9 Μαΐου στάλθηκε μια εγκύκλιος σε φοιτητικούς φορείς, η οποία περιείχε «συνθήματα για τη φωτιά» που αποσκοπούσαν στη δημιουργία μιας ενιαίας συμβολικής βάσης για το κάψιμο βιβλίων την επόμενη μέρα. Αυτή η σειρά προκαθορισμένων συνθημάτων επρόκειτο να αναγνωσθεί σε εθνικό επίπεδο, την ώρα που εκπρόσωποι των φοιτητών έριχναν στη φωτιά τα έργα «σκουπιδιών και βρώμικων» συγγραφέων. Αυτό τόνιζε τη συμβολική πράξη του καψίματος βιβλίων και τους έδινε τον χαρακτήρα μιας τελετουργίας.
Στις 10 Μαΐου 1933, περισσότεροι από 25.000 τόμοι «αντιγερμανικών» βιβλίων κάηκαν σε διάφορες γερμανικές πόλεις. Κομματικοί και ακαδημαϊκοί αξιωματούχοι απευθύνθηκαν σε φοιτητές και θεατές στις εκδηλώσεις. Στο Βερολίνο στην πλατεία Μπέμπελπλατς, ο Γιόζεφ Γκέμπελς απευθύνθηκε σε ένα κοινό 40.000 ατόμων και εκφώνησε μια πύρινη ομιλία με θέμα «Όχι στην παρακμή και την ηθική διαφθορά», καταδίκασε τα έργα των Χάινριχ Μαν, Έριχ Κέστνερ και άλλων και μίλησε για το τέλος του εβραϊκού διανοουμενισμού.
Δεν έγιναν όλες οι καύσεις βιβλίων στις 10 Μαΐου, όπως είχε προγραμματιστεί. Κάποιες αναβλήθηκαν για λίγες ημέρες λόγω βροχής. Άλλες πραγματοποιήθηκαν στις 21 Ιουνίου, το θερινό ηλιοστάσιο, μια παραδοσιακή ημερομηνία εορτασμού. Παρ' όλα αυτά, σε 34 πανεπιστημιακές πόλεις σε όλη τη Γερμανία, η «Δράση κατά του αντιγερμανικού πνεύματος» σημείωσε επιτυχία, προσελκύοντας ευρεία κάλυψη από τις εφημερίδες. Και σε ορισμένα μέρη, κυρίως στο Βερολίνο, οι ραδιοφωνικές εκπομπές μετέδωσαν τις ομιλίες, τα τραγούδια και τις τελετουργικές επικλήσεις «ζωντανά».[5]
Απαγορευμένα βιβλία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τα ακόλουθα είδη βιβλίων απαγορεύτηκαν και να παραδόθηκαν στην πυρά:
- Βιβλία από προδότες, μετανάστες και ξένους συγγραφείς που πιστεύουν ότι μπορούν να επιτεθούν και να δυσφημίσουν τη νέα Γερμανία ( Χ.Γ. Γουέλς, Ρομαίν Ρολάν)
- Μαρξιστική, κομμουνιστική και μπολσεβίκικη λογοτεχνία
- Ειρηνιστική λογοτεχνία
- Λογοτεχνία με φιλελεύθερα και δημοκρατικά χαρακτηριστικά και έργα που υποστηρίζουν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης ( Χάινριχ Μαν )
- Ιστορικά έργα που στοχεύουν στην υποτίμηση της καταγωγής, του πνεύματος και του πολιτισμού του γερμανικού έθνους
- Φιλοσοφικά και κοινωνικά έργα που ασχολούνται με ψευδείς επιστημονικές εξηγήσεις του πρωτόγονου Δαρβινισμού και του μονισμού
- Έργα που υποστηρίζουν την παρακμιακή ή καθαρά κονστρουκτιβιστική τέχνη
- Βιβλία για τη σεξουαλικότητα και τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση που εξυπηρετούν την εγωκεντρική απόλαυση ή αρνούνται τις αρχές της φυλής και του έθνους
- Παρακμιακά, καταστροφικά και εθνοκαταστροφικά έργα (Στέφαν Τσβάιχ, Γιάκομπ Βάσερμαν)
- Όλη η λογοτεχνία Εβραίων συγγραφέων
- Λαϊκή ψυχαγωγική λογοτεχνία που περιγράφει τη ζωή με έναν μη ρεαλιστικό τρόπο, βασισμένο στην αστική ή ανώτερη τάξη.
- Εθνικιστική και πατριωτική σάτιρα στη λογοτεχνία
- Πορνογραφία και συγκεκριμένα λογοτεχνία από Εβραίους συγγραφείς
- Όλα τα βιβλία που υποβαθμίζουν την γερμανική καθαρότητα[6]
Διωκόμενοι συγγραφείς
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Συνολικά 282 συγγραφείς εμφανίστηκαν στη λίστα των βιβλίων που κάηκαν, κυρίως γερμανικά, αλλά συχνά μεταφράσεις ρωσικών και βρετανικών ή αμερικανικών έργων. Αυτοί οι συγγραφείς περιλαμβάνουν τους Άλμπερτ Αϊνστάιν, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Ερνστ Μπλοχ, Φραντς Μποάζ, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Φρίντριχ Ένγκελς, Λίον Φόιχτβανγκερ, Σίγκμουντ Φρόιντ, Μαριλουίζ Φλάισερ, Έντεν φον Χόρβατ, Χέρμαν Έσε, Καρλ Μαρξ, Έριχ Κέστνερ, Γκέοργκ Κάιζερ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Γκέοργκ Λούκατς, Τόμας Μαν, Χάινριχ Μαν, Κλάους Μαν, Ρόμπερτ Μούζιλ, Καρλ φον Οσιέτσκι, Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Άννα Ζέγκερς, Μπέρτα φον Ζούτνερ, Άλφρεντ Ντέμπλιν, Γιόζεφ Ροτ, Καρλ Στέρνχαϊμ, Κουρτ Τουχόλσκυ, Φρανκ Βέντεκιντ, Ερνστ Τόλερ, Άρνολντ Τσβάιχ και Στέφαν Τσβάιχ. Επίσης, οι Τσέχοι Μαξ Μπροντ, Γιάροσλαβ Χάσεκ, Φραντς Κάφκα, Έγκον Κις, Καρλ Κράους, Γκούσταβ Μέιρινκ, Φραντς Βέρφελ.
Δεν κάηκαν έργα μόνο γερμανόφωνων συγγραφέων, αλλά και Γάλλων συγγραφέων όπως ο Ανρί Μπαρμπύς, ο Αντρέ Ζιντ, ο Βίκτορ Ουγκώ και ο Ρομαίν Ρολάν. Αμερικανοί συγγραφείς όπως ο Τζον Ντος Πάσος, ο Θίοντορ Ντράιζερ, ο Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, η Έλεν Κέλερ, ο Τζακ Λόντον, ο Άπτον Σίνκλερ και η Μάργκαρετ Σάνγκερ. Επίσης Βρετανοί συγγραφείς όπως ο Τζόζεφ Κόνραντ, ο Ράντκλιφ Χολ, ο Άλντους Χάξλεϊ, ο Ντ. Χ. Λόρενς, ο Χένρι ντε Βερ Στάκπουλ , ο Χ.Γ. Γουέλς, οι Ιρλανδοί συγγραφείς Όσκαρ Ουάιλντ και Τζέιμς Τζόις και Ρώσοι συγγραφείς όπως οι Ισαάκ Μπάμπελ, ο Ιλία Έρενμπουργκ, ο Μαξίμ Γκόρκι, ο Βλαντιμίρ Λένιν, ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι και ο Λέον Τρότσκι.[2]
Πολιτιστική γενοκτονία στα κατεχόμενα εδάφη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μεταξύ των ναζιστικών εγκλημάτων κατά του πολωνικού έθνους ήταν μια εκστρατεία πολιτιστικής γενοκτονίας που περιλάμβανε το κάψιμο εκατομμυρίων βιβλίων, με αποτέλεσμα την καταστροφή περίπου του 80% όλων των σχολικών βιβλιοθηκών και των τριών τετάρτων όλων των επιστημονικών βιβλιοθηκών της Πολωνίας. Οι Ναζί κατάσχεσαν επίσης πολλά σπάνια και αρχαία βιβλία από εβραϊκές κοινότητες στην Ανατολική Ευρώπη με σκοπό να τα διατηρήσουν και να τα εκθέσουν σε ένα μουσείο για τον Ιουδαϊσμό μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της Τελικής Λύσης.[7]
Αντιδράσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μετά από αυτά τα γεγονότα, όσοι από τους συγγραφείς, καλλιτέχνες και διανοούμενους δεν είχαν ήδη διαφύγει στο εξωτερικό αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους και συνέχισαν τη λογοτεχνική τους δραστηριότητα στο εξωτερικό: Γερμανόφωνη λογοτεχνία της εξορίας.[8]
Η Έλεν Κέλερ δημοσίευσε μια «Ανοιχτή επιστολή προς τους Γερμανούς φοιτητές», στην οποία έγραφε: «Μπορεί να κάψατε τα βιβλία μου και τα βιβλία των καλύτερων μυαλών στην Ευρώπη, αλλά οι ιδέες που περιέχουν αυτά τα βιβλία έχουν περάσει από εκατομμύρια κανάλια και θα συνεχιστούν».
Βιβλιοθήκες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις 10 Μαΐου 1934, ένα χρόνο μετά τις μαζικές καύσεις βιβλίων, οι συγγραφείς που ήταν εξόριστοι στη Γαλλία ενώθηκαν και ίδρυσαν τη Βιβλιοθήκη των Καμένων Βιβλίων, όπου συγκεντρώθηκαν όλα τα έργα που είχαν απαγορευτεί, καεί, λογοκριθεί και καταστραφεί.
Παρόμοιες βιβλιοθήκες, στα πρότυπα της βιβλιοθήκης στο Παρίσι, άνοιξαν και αλλού, όπως η Γερμανική Βιβλιοθήκη της Ελευθερίας που ίδρυσε ο Άλφρεντ Καντόροβιτς για να συγκεντρώσει αντίγραφα των βιβλίων που είχαν καταστραφεί και η Αμερικανική Βιβλιοθήκη Απαγορευμένων Βιβλίων από τους Ναζί στο Εβραϊκό Κέντρο του Μπρούκλιν στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης στις 15 Νοεμβρίου 1934. Στη δεκαετία του 1970 η συλλογή δωρήθηκε στο Ιουδαϊκό Θεολογικό Σεμινάριο Αμερικής.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ . «ndr.de/geschichte/chronologie/Buecherverbrennung-1933-Nazis-setzen-Gedanken-in-Flammen».
- 1 2 . «bundesarchiv.de/themen-entdecken/online-entdecken/geschichtsgalerien/10-mai-1933-verbrennung-von-buechern-in-deutschland/».
- 1 2 . «historischeslexikonbayerns.de/Lexikon/B%C3%BCcherverbrennungen_(1933)».
- ↑ . «bpb.de/kurz-knapp/hintergrund-aktuell/268884/tag-des-buches-erinnerung-an-die-ns-buecherverbrennungen-vor-85-jahren/».
- ↑ . «deutschlandfunkkultur.de/buecherverbrennung-jahrestag-gedenken-nationalsozialismus».
- ↑ . «bpb.de/themen/deutschlandarchiv/buechererverbrennungen-am-10-mai-1933-nicht-nur-in-berlin/».
- ↑ . «encyclopedia.ushmm.org/content/en/timeline-event/holocaust/1933-1938/book-burning».
- ↑ . «studyflix.de/deutsch/exilliteratur-epoche».