Καίσαρας των Ρωμαίων
Καίσαρας των Ρωμαίων (οθωμανικά τουρκικά: قيصر روم· τουρκικά: kayser-i rûm) ήταν τίτλος των σουλτάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο οποίος διατύπωνε τον ισχυρισμό ότι αποτελούσαν τους νόμιμους διαδόχους των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Η αξίωση αυτή χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Μωάμεθ Β΄ το 1453, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, όπου εδράζετο στο δικαίωμα της κατάκτησης και, πρωτίστως, στην διοίκηση της πόλης, που για περισσότερο από μία χιλιετία λειτουργούσε ως πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι Οθωμανοί μονάρχες μπορούσαν να θεωρηθούν κυβερνήτες των «Ρωμαίων», καθώς εξουσίαζαν τον πρώην βυζαντινό πληθυσμό, ο οποίος συνέχιζε να αυτοπροσδιορίζεται με το όνομα αυτό. Προς ενίσχυση της νομιμότητάς τους, οι σουλτάνοι υιοθέτησαν κι άλλους τίτλους που παραπέμπουν στη ρωμαϊκή και βυζαντινή παράδοση, όπως αυτός του βασιλέα, ο οποίος υποδήλωνε τον Βυζαντινό αυτοκράτορα.
Μετά την άλωση, οι πρώτοι σουλτάνοι υποστήριξαν με συνέπεια την αντίληψη ότι ήταν Ρωμαίοι αυτοκράτορες και κατέβαλαν σημαντικές προσπάθειες για τη νομιμοποίησή τους ως τέτοιων. Η Κωνσταντινούπολη διατηρήθηκε ως αυτοκρατορική πρωτεύουσα, Έλληνες αριστοκράτες, απόγονοι της βυζαντινής αριστοκρατίας, εντάχθηκαν σε υψηλά διοικητικά αξιώματα, ενώ η αρχιτεκτονική και η καλλιτεχνική παραγωγή της εποχής επηρεάστηκαν βαθιά από τη βυζαντινή παράδοση. Η επίκληση της ρωμαϊκής διαδοχής χρησίμευσε επίσης ως ιδεολογικό υπόβαθρο για τις οθωμανικές επεκτατικές εκστρατείες προς τη Δύση, συμπεριλαμβανομένων των προσπαθειών κατάκτησης της Ιταλίας.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ουδέποτε εγκατέλειψε επισήμως τις αξιώσεις της στη ρωμαϊκή αυτοκρατορική διαδοχή ούτε απεκήρυξε τους αντίστοιχους τίτλους, αν και σταδιακά η σημασία τους εξασθένησε και έπαψαν να προβάλλονται ενεργά από τους εκάστοτε σουλτάνους. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη σταδιακή μετατόπιση της πολιτικής νομιμοποίησης του οθωμανικού κράτους προς ισλαμικές βάσεις, ιδιαίτερα μετά τον 16ο αιώνα. Οι κατακτήσεις στον Λεβάντε, την Αραβία και τη Βόρεια Αφρική μετέβαλαν την αυτοκρατορία από πολυθρησκευτικό κράτος σε πολιτική οντότητα με σαφή μουσουλμανική πλειοψηφία, γεγονός που καθιστούσε αναγκαία την εδραίωση της εξουσίας σε ισλαμική και όχι ρωμαϊκή παράδοση. Ο τίτλος Καίσαρας των Ρωμαίων χρησιμοποιήθηκε επισήμως για τελευταία φορά τον 18ο αιώνα, ενώ η χρήση του όρου βασιλεύς για τον σουλτάνο σε ελληνόγλωσσα έγγραφα εγκαταλείφθηκε τον 19ο αιώνα.
Η αναγνώριση της οθωμανικής αξίωσης περί ρωμαϊκής διαδοχής υπήρξε μεταβλητή, τόσο εντός όσο και εκτός της αυτοκρατορίας. Στον ισλαμικό κόσμο, οι Οθωμανοί σουλτάνοι αναγνωρίζονταν ευρέως ως Ρωμαίοι αυτοκράτορες. Παρομοίως, η πλειονότητα του χριστιανικού πληθυσμού της αυτοκρατορίας τους αποδεχόταν ως νέους αυτοκράτορές του, αν και οι αντιλήψεις των ανώτερων κοινωνικών και πνευματικών στρωμάτων παρουσίαζαν μεγαλύτερη ποικιλία. Ήδη από το 1474, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως αναγνώριζε τους σουλτάνους με τον τίτλο βασιλεύς. Ο χριστιανικός πληθυσμός δεν αντιλαμβανόταν την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως άμεση συνέχεια της Βυζαντινής, αλλά ως διάδοχό της, η οποία κληρονομούσε τη νομιμότητα και το κύρος της καθολικής εξουσίας της. Στη Δυτική Ευρώπη, οι σουλτάνοι αναγνωρίζονταν γενικά ως αυτοκράτορες, αλλά όχι ως Ρωμαίοι αυτοκράτορες· στάση παρόμοια με εκείνη που είχε υιοθετηθεί και έναντι των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Η οθωμανική αξίωση στη ρωμαϊκή αυτοκρατορική ιδιότητα και στο δικαίωμα καθολικής κυριαρχίας αμφισβητήθηκε επί αιώνες από τους ηγεμόνες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, οι οποίοι διεκδικούσαν οι ίδιοι τον τίτλο και το κύρος του ρωμαϊκού αυτοκράτορα.