Θάνατος στη Βενετία (νουβέλα)
Λιθογραφία του Βόλφγκανγκ Μπορν για τον Θάνατο στη Βενετία (1921) | |
| Συγγραφέας | Τόμας Μαν |
|---|---|
| Τίτλος | Der Tod in Venedig |
| Γλώσσα | Γερμανικά |
| Ημερομηνία δημιουργίας | 1912[1] |
| Ημερομηνία δημοσίευσης | 1912 |
| Μορφή | νουβέλα |
| Χαρακτήρες | d:Q1556599 |
| Τόπος | Βενετία |
| LC Class | OL16246083W και OL14867072W |
| LΤ ID | 45188 |
| Πρώτη έκδοση | S. Fischer Verlag |
| δεδομένα () | |
Θάνατος στη Βενετία (γερμανικά: Der Tod in Venedig ) είναι νουβέλα του Γερμανού συγγραφέα Τόμας Μαν που γράφτηκε το 1911 και εκδόθηκε το 1912.[2]
Η ιστορία βασίζεται σε αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα και περιλαμβάνει τυπικά θέματα του έργου του όπως τον θάνατο, την παρακμή και την κατάρρευση των αστικών αξιών.[3]
Υπόθεση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Γκούσταβ φον Άσενμπαχ είναι ένας διάσημος 50χρονος Γερμανός συγγραφέας, που πρόσφατα έλαβε τίτλο ευγενείας για τα επιτυχημένα έργα του. Είναι ένας άνθρωπος που έχει αφιερώσει ολοκληρωτικά την ύπαρξή του στη συγγραφή, με πολύ πειθαρχημένο και σταθερό τρόπο ζωής, μεθοδικό μέχρι ασκητισμού. Είναι χήρος εδώ και αρκετό καιρό, η κόρη του είναι ήδη ενήλικη και παντρεμένη. Ξαφνικά, νιώθει την παρορμητική επιθυμία να ταξιδέψει, να αποκτήσει νέες εμπειρίες, να δοκιμάσει αλλαγές και έτσι φεύγει για ένα ταξίδι στις ακτές της Αδριατικής. Καταλήγει στη Βενετία, μια πόλη στην οποία δεν είχε νιώσει ποτέ άνετα. Στο πολυτελές ξενοδοχείο του στο Λίντο, η προσοχή του πέφτει στον Τάτζιο, έναν νεαρό Πολωνό έφηβο, και γοητεύεται από την ομορφιά του. Εκεί, κάθε μέρα στην παραλία, παρατηρεί το όμορφο αγόρι που ζει με την κομψή μητέρα του, τις αδερφές του και την γκουβερνάντα του στο ίδιο ξενοδοχείο (το Grand Hôtel des Bains). Ο συγγραφέας εξιδανικεύει τον ξανθό νεαρό ως το ιδανικό πρότυπο ομορφιάς και ένα ζωντανό έργο τέχνης. [4]

Τελικά τον ερωτεύεται. Αν και διατηρεί πάντα μια διακριτική απόσταση από τον νεαρό και δεν τολμά να τον πλησιάσει, η συναισθηματική φρενίτιδα, στην οποία ο κατά τα άλλα αυτοσυγκρατημένος φον Άσενμπαχ παραδίδεται εκούσια, τον οδηγεί να τον ακολουθεί στην πόλη της Βενετίας. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του, ολόκληρη η ύπαρξη του φον Άσενμπαχ αρχίζει να περιστρέφεται εμμονικά γύρω από τον Τάτζιο, ένα σύμβολο για αυτόν της εξαφανισμένης νεότητας, αλλά και αντικείμενο ομοφυλοφιλικών παρορμήσεων που ο συγγραφέας δεν γνώριζε ότι είχε ή ίσως είχε καταπιέσει μέχρι τότε, αν και χωρίς την επιθυμία να εκφράσει σεξουαλικά αυτή την απαγορευμένη έλξη.
Μια ασιατική επιδημία χολέρας μαίνεται στην πόλη εκείνη την εποχή. Ο Άσενμπαχ ενημερώνεται για τον κίνδυνο της επιδημίας, αλλά τον αγνοεί και παραμένει στην πόλη. Πεθαίνει στην παραλία, θύμα της ασθένειας και της σκοτεινής μελαγχολίας του, ενώ παρακολουθεί το αντικείμενο του παράφορου πλατωνικού του έρωτα για μια τελευταία φορά.[5]
Με πολλές αναφορές στην Αρχαία Ελλάδα και την ελληνική μυθολογία, αλλά και σε γερμανικά έργα (λογοτεχνικά, ιστορικά της τέχνης, μουσικά, εικαστικά) του 18ου αιώνα, ολόκληρη η ιστορία διαποτίζεται από θέματα θανάτου, τέχνης και νοσταλγίας.
Αυτοβιογραφικά στοιχεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η σύζυγος του συγγραφέα, Κάτια Μαν, θυμάται ότι η ιδέα για την ιστορία ήρθε τον σύζυγό της κατά τη διάρκεια των διακοπών που έκαναν στη Βενετία την άνοιξη του 1911. Στα απομνημονεύματά της έγραψε:
«Όλες οι λεπτομέρειες της ιστορίας..... είναι δανεισμένες από την πραγματικότητα... Στην τραπεζαρία την πρώτη κιόλας μέρα, είδαμε αυτή την πολωνική οικογένεια, η οποία ήταν ακριβώς όπως την περιέγραψε ο σύζυγός μου: τα κορίτσια ντυμένα με μάλλον αυστηρό τρόπο, και το γοητευτικό, ευχάριστο νεαρό αγόρι περίπου δεκατριών ετών ντυμένο με ναυτικό κοστούμι με ανοιχτό γιακά και όμορφες κορδέλες. Αμέσως τράβηξε την προσοχή του συζύγου μου. Αυτό το αγόρι ήταν εξαιρετικά ελκυστικό, και ο σύζυγός μου το κοίταζε συνέχεια παρέα με τους φίλους του στην παραλία.
Δεν τον ακολουθούσε σε όλη τη Βενετία - δεν το έκανε αυτό - αλλά αυτό το αγόρι τον γοήτευε πραγματικά, και συχνά το σκεφτόταν... Θυμάμαι ακόμη τον θείο μου, τον Μυστικό Σύμβουλο Φρίντμπεργκ, έναν διάσημο καθηγητή κανονικού δικαίου στη Λειψία, να αγανακτεί: «Τι ιστορία! Ένας παντρεμένος άντρας και πατέρας μιας οικογένειας, όχι λοιπόν!»
— Κάτια Μαν, Άγραφες αναμνήσεις [6]
Ο πραγματικός Τάτζιο
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο πραγματικός Τάτζιο, αυτός που ενέπνευσε τον έφηβο στην ιστορία, ονομαζόταν Βλάντισλαβ Μόες (1900-1986) και αποκαλούνταν με τα υποκοριστικά «Άτζιο» ή «Βλάτζιο». Ήταν γιος Πολωνού βαρόνου, μεγάλου γαιοκτήμονα και εργοστασιάρχη. Ο Τόμας Μαν τον συνάντησε και τον πρόσεξε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στη Βενετία την άνοιξη του 1911. Το 1935, παντρεύτηκε την Άννα Μπελίνα-Μπζοζόφσκα (1911–1978) και απέκτησαν δύο παιδιά. Το 1939, μετά τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία, συνελήφθη αιχμάλωτος και στάλθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου πέρασε σχεδόν έξι χρόνια. Το κομμουνιστικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε στην Πολωνία το 1945 δήμευσε όλη την περιουσία του. Αναγκάστηκε να βιοπορίζεται κυρίως ως μεταφραστής και εργάστηκε στην ιρανική πρεσβεία στη Βαρσοβία. Μόνος επιζών της οικογένειάς του, βρέθηκε από τον Πολωνό μεταφραστή των έργων του Μαν, Άντζεϊ Ντολεγκόφσκι, γύρω στο 1964 και αποκάλυψε ότι αυτός ήταν που ενέπνευσε τον συγγραφέα να δημιουργήσει τον χαρακτήρα του Τάτζιο. Σχετικά άρθρα δημοσιεύθηκαν στον γερμανικό τύπο το 1965. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, έμενε συχνά στη Γαλλία με την κόρη του Μαρία. Πέθανε στη Βαρσοβία το 1986 και ενταφιάσθηκε στον οικογενειακό τάφο. Ο Μαν και η σύζυγός του υπερεκτίμησαν την ηλικία του, ήταν μόλις 11 χρονών το 1911.[7]
Διασκευές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Το 1971, ο σκηνοθέτης Λουκίνο Βισκόντι γύρισε την ταινία Θάνατος στη Βενετία με τον Ντερκ Μπόγκαρντ ως Άσενμπαχ. Στην ταινία, το επάγγελμα του Άσενμπαχ άλλαξε σε συνθέτη.[8]
- Το 1973, ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν έγραψε την όπερα Θάνατος στη Βενετία, η οποία ήταν και η τελευταία του.
- Το 2003, ο Αμερικανός χορογράφος Τζον Νόιμαϊερ ανέβασε το ομώνυμο μπαλέτο.
Μεταφράσεις στα ελληνικά
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Θάνατος στη Βενετία
- μτφ. Μαρία Κωνσταντινίδη, εκδ. Δίφρος, 1956
- μτφ. Άρης Δικταίος, εκδ. Σ. Ι.Ζαχαρόπουλος, 1971
- μτφ. Διονύσης Διβάρης, εκδ. Πάπυρος, 1974
- μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Αναστασιάδης, 1997
- μτφ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Μεταίχμιο, 2017 [9]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: «Gemeinsame Normdatei» (Γερμανικά) 4099302-4. Ανακτήθηκε στις 17 Μαρτίου 2019.
- ↑ . «studysmarter.de/schule/deutsch/epische-texte/der-tod-in-venedig/».
- ↑ . «lektueren-verstehen.de/thomas-mann/der-tod-in-venedig/».
- ↑ . «lifo.gr/podcasts/hxhtika-arthra/«Θάνατος στη Βενετία»: Το έργο του Τόμας Μαν που αγαπήθηκε όσο κανένα».
- ↑ . «inhaltsangabe.de/mann/der-tod-in-venedig/».
- ↑ . «archive.org/Katia Mann, Meine ungeschriebenen Memoiren».
- ↑ . «pelnoletni.zajezdnia.org/425/wladyslaw-gerard-jan-nepomuk-marya-moes/».
- ↑ . «imdb.com/Θάνατος στη Βενετία/Original title: Morte a Venezia/1971».
- ↑ . «politeianet.gr/books/mann-thomas-nobel-1929-metaichmio-thanatos-sti-benetia».