Ευκτική (αρχαία ελληνικά)
Εμφάνιση
Η ευκτική είναι μια έγκλιση στα αρχαία ελληνικά ρήματα. Χρησιμοποιείται για να εκφράσει ευχές.
Η ευκτική χρησιμοποιείται στον ενεστώτα, τον αόριστο, τον παρακείμενο και τον μέλλοντα και στις τρεις φωνές (ενεργητική, μέση και παθητική). Έχει πέντε κύριες χρήσεις:
- Εκφράζει επιθυμίες για το μέλλον.
- Για να γίνει αναφορά σε μια υποθετική κατάσταση στο μέλλον.
- Σε προτάσεις που εκφράζουν σκοπό ή τις ενδοιαστικές προτάσεις με σημασία ιστορικού χρόνου. Η υποτακτική διάθεση μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ενδοιαστικές προτάσεις για να αναφερθεί στο παρελθόν.
- Σε δευτερεύουσες προτάσεις αφορά επαναλαμβανόμενα γεγονότα με παρελθοντική σημασία.
- Για να επιδείξει τον πλάγιο λόγο με παρελθοντική σημασία.
Μαζί, η ευκτική η υποτακτική και η προστακτική καλύπτουν τις περισσότερες χρήσεις της λατινικής υποτακτικής, ωστόσο για αντιπαραδειγματικές καταστάσεις στο παρόν ή το παρελθόν ο υπερσυντέλικος και ο αόριστος χρησιμοποιούνται γι'αυτό στα αρχαία ελληνικά.
Με την πάροδο των αιώνων, η χρήση της ευκτικής υποχώρησε σταδιακά, και πλέον δεν υπάρχει στα ελληνικά.
Κλίση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Παρακάτω δίνεται η κλίση του ρήματος λύω στην ευκτική.
| Ενεστώτας | Μέλλοντας | Αόριστος | Παρακείμενος |
|---|---|---|---|
| λυοίμι | λύσοιμι | λύσαιμι | λελύκοιμι / λελυκώς, -υῖα, -ός εἴην |
| λύοις | λύσοις | λύσαις / λύσειας | λελύκοις / λελυκώς, -υῖα, -ός εἴης |
| λύοι | λύσοι | λύσαι / λύσειε(ν) | λελύκοι / λελυκώς, -υῖα, -ός εἴη |
| λύοιμεν | λύσοιμεν | λύσαιμεν | λελύκοιμεν / λελυκότες, -υῖαι, -ότα εἴημεν / εἶμεν |
| λύοιτε | λύσοιτε | λύσαιτε | λελύκοιτε / λελυκότες, -υῖαι, -ότα εἴητε / εἶτε |
| λύοιεν | λύσοιεν | λύσαιεν / λύσειαν | λελύκοιεν / λελυκότες, -υῖαι, -ότα εἴησαν / εἶεν |
| Ενεστώτας | Μέλλοντας | Αόριστος | Παρακείμενος |
|---|---|---|---|
| λυοίμην | λύσοιμην | λυσαίμην | λελυμένος, -η, -ον εἴην, εἴης, εἴη |
| λύοιο | λύσοιο | λύσαιο | |
| λύοιτο | λύσοιτο | λύσαιτο | |
| λυοίμεθα | λυσοίμεθα | λυσαίμεθα | λελυμένοι, -αι, -α εἴημεν / εἶμεν, εἴητε / εἶτε, εἴησαν / εἶεν |
| λύοισθε | λύσοισθε | λύσαισθε | |
| λύοιντο | λύσοιντο | λύσαιντο |