Ελάσματα (μυκητολογία)

Στη μυκητολογία, ένα έλασμα είναι μια λεπτή υμενοφόρα κατασκευή σε ακτινωτή διάταξη κάτω από το πιλίδιο κάποιων ειδών μανιταριών, πιο συχνά αγαρικόμορφων. Τα ελάσματα χρησιμοποιούνται από τα μανιτάρια σαν μέσο διασποράς των σπορίων και είναι σημαντικά για την αναγνώριση των ειδών. Ο τρόπος που προσφύονται τα ελάσματα στον στύπο κατηγοριοποιείται ανάλογα με τον τρόπο που φαίνεται το σχήμα των ελασμάτων από το πλάι, με το χρώμα, την πυκνότητα και το σχήμα του ελάσματος να είναι σημαντικά χαρακτηριστικά. Επιπλέον, τα ελάσματα μπορεί να έχουν διακριτικά μακροσκοπικά ή μικροσκοπικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, τα είδη του γένους Λακτάριου (Lactarius) τυπικά εκκρίνουν "γάλα" (λάτεξ) από τα ελάσματα τους.
Η αρχική αντίληψη ήταν ότι όλα τα μανιτάρια με ελάσματα ανήκαν στα Αγαρικώδη, αλλά καθώς η μελέτη των μυκήτων γινόταν όλο και πιο λεπτομερής, διευκρινίστηκε ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια για κάποια από τα είδη. Είναι πλέον σαφές ότι η δημιουργία των ελασμάτων είναι ένα μορφολογικό χαρακτηριστικό που μπορεί να προκύψει παράλληλα στην εξέλιξη διαφορετικών ειδών (συγκλίνουσα εξέλιξη). Ο προφανής λόγος που διάφοροι βασιδιομύκητες έχουν εξελίξει ελάσματα είναι ότι είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να αυξηθεί η επιφάνεια σε σχέση με τη μάζα, το οποίο αυξάνει τη δυνατότητα παραγωγής και διασποράς των σπορίων.
Άλλες ομάδες μύκητων που φέρουν ελάσματα περιλαμβάνουν:
- Τα γένη Ρούσουλα (Russula) και Λακτάριου (Lactarius) των Ρουσουλωδών (Russulales)
- Πολλά γένη των Βολιτωδών, συμπεριλαμβανομένων των Γομφίδιου (Gomphidius) και Χροογόμφου (Chroogomphus) καθώς και το είδος Tapinella atrotomentosa και άλλων ειδών σε αυτό το γένος, η ψευδοκανθερέλα (Hygrophoropsis aurantiaca).
- Μύκητες που μοιάζουν με πολύπορα, όπως το Daedaleopsis confragosa, η Lenzites betulina και το Gloeophyllum sepiarium.

Τα μέλη δύο συγγενών γενών της κανθαρέλας, Cantharellus και Craterellus διαθέτουν υποτυπώδεις ελασματοειδείς κατασκευές, οι οποίες κάποιες φορές καλούνται "ψευδοελάσματα". Ξεχωρίζουν από τα "αληθινά" ελάσματα γιατί η γόνιμη επιφάνεια (υμένιο) συνεχίζει χωρίς διακοπή και πάνω από την άκρη του ελάσματος, επομένως στην πραγματικότητα αποτελούν πτυχώσεις, ρυτιδώσεις ή φλεβώσεις[1]. Το γένος του Γόμφου (Gomphus) επίσης έχει ψευδοελάσματα. Αυτά τα πρωτόγονα ελάσματα υποδεικνύουν πως προχώρησε πιθανώς η εξέλιξη προς τα "αληθινά" ελάσματα[2].
Κατάταξη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μορφολογικά, τα ελάσματα κατατάσσονται ανάλογα με την προσκόλλησή τους στο στύπο[3]:
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Volk, Tom (2008). «Craterellus tubaeformis---- Tubies, in honor of mushroom forays and fairs in California». Tom Volk's Fungus of the Month.
- ↑ Moncalvo, JM; Nilsson, RH (2006). «The cantharelloid clade: dealing with incongruent gene trees and phylogenetic reconstruction methods». Mycologia 98 (6): 937–948. doi:. PMID 17486970. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Μαΐου 2003. https://web.archive.org/web/20100613175330/http://www.clarku.edu/faculty/dhibbett/Reprints%20PDFs/Moncalvoetal.canth.2006.Myc.pdf.
- ↑ Ζούμη, Καλλιόπη (2012). «ΛΙΒΑΔΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΚΑΙ ΜΑΚΡΟΜΥΚΗΤΕΣ». Μεταπτυχιακή Διατριβή, ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗ ΔΑΣΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ: 39. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Σεπτεμβρίου 2025. https://web.archive.org/web/20250323073337/https://ikee.lib.auth.gr/record/129736/files/GRI-2012-9117.pdf. Ανακτήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2025.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Ελάσματα (μυκητολογία) στο Wikimedia Commons