close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δουκάτο του Σπολέτου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Image
Η Ιταλία το έτος 1000.

Το Δουκάτο του Σπολέτου (λατιν.: Ducatus Spolitanorum) ήταν μία Λομβαρδική επικράτεια, που ιδρύθηκε περίπου το 570 στην κεντρική Ιταλία, από τον Λομβαρδό δούκα Φαροάλδο Α΄. Η πρωτεύουσά του ήταν η πόλη τού Σπολέτο.

Image
Το βασίλειο των Λομβαρδών στην Ιταλία, που περιλάμβανε το Δουκάτο.

Οι Λομβαρδοί εισέβαλαν στη βόρεια Ιταλία το 568 και ξεκίνησαν την κατάκτηση της χερσονήσου, ιδρύοντας τελικά το βασίλειο των Λομβαρδών. Μετά την κατάκτηση του βορρά, οι Λομβαρδοί μετακινήθηκαν στην κεντρική και νότια Ιταλία, καταλαμβάνοντας το σημαντικό κέντρο του Σπολέτο το 570. [1] Το 572 οι Λομβαρδοί κατέλαβαν τη βόρεια πόλη της Παβίας μετά από τριετή πολιορκία, και ίδρυσαν την πρώτη πρωτεύουσα τού νέου τους βασιλείου. Με την πάροδο τού χρόνου, τα κατακτημένα εδάφη μοιράστηκαν από τον Λομβαρδό βασιλιά σε πολυάριθμους εξαρτημένους δούκες.

Ωστόσο, μία δεκαετία μεσοβασιλείας μετά το τέλος τού διαδόχου τού Αλβοΐνου (το 574) άφησε τους Λομβαρδούς δούκες (ειδικά τους νότιους) καλά εγκατεστημένους στα νέα τους εδάφη, και αρκετά ανεξάρτητους από τους Λομβαρδούς βασιλείς στην Παβία. Μέχρι το 575 ή 576 ο Φαροάλδος Α΄ είχε καταλάβει τη Νούρσια και το Σπολέτο, ιδρύοντας το δουκάτο του και χρηματοδοτώντας έναν Άρειο επίσκοπο. Μέσα στο Σπολέτο, το ρωμαϊκό καπιτώλιο αφιερωμένο στον Δία, την Ήρα και την Αθηνά είχε ήδη καταληφθεί από τον καθεδρικό ναό του επισκόπου (η έδρα ιδρύθηκε τον 4ο αι.), που ενσωμάτωσε την παγανιστική κατασκευή (τώρα η εκκλησία του Σαν Ανσάνο). Οι Λομβαρδοί δούκες αποκατέστησαν τις οχυρώσεις τού υψηλού βράχου, τού οποίων τα τείχη είχαν κατεδαφιστεί από τον Τωτίλα κατά τη διάρκεια του Γοτθικού Πολέμου.

Οι δούκες του Σπολέτο διεξήγαγαν κατά διαστήματα πολέμους με το Ρωμαϊκό Εξαρχάτο της Ραβέννας, και τα εδάφη τού Σπολέτο κυμαίνονταν ανάλογα με την τύχη της εποχής σε μεγάλο μέρος της Ούμπρια, του Λάτιο, του Μάρκε και του Αμπρούτσο. Αν και ποτέ δεν ήταν τόσο σημαντικό, όσο το Δουκάτο του Βενεβέντου, το Σπολέτο κατέχει μία αρκετά άγνωστη θέση στην ιστορία της Λομβαρδίας. Ο δεύτερος δούκας του, ο Αριούλφος, έκανε συχνές εκστρατείες εναντίον των Ρωμαίων (το 579-592 εναντίον της Ραβέννας, και το 592 εναντίον της Ρώμης). Τον Αριούλφο διαδέχθηκε ο Θευδελάπιος, γιος του Φαροάλδου, στον οποίο η Καθολική Εγκυκλοπαίδεια αποδίδει την πρώτη κατασκευή του καθεδρικού ναού του Σπολέτο. Στη συνέχεια ήρθαν ο Άττο (653), ο Θρασαμούνδος Α΄ (663) και ο Φαροάλδος Β΄ (703), ο οποίος κυβέρνησε από κοινού με τον αδελφό του, τον Βασιλάπ. Ο Φαροάλδος Β΄ κατέλαβε την Κλάση, το λιμάνι της Ραβέννας, σύμφωνα με την Ιστορία των Λομβαρδών του Παύλου του Διακόνου: «Εκείνη την εποχή επίσης, ο Φαροάλδος, ο πρώτος δούκας των Σπολετανών, εισβάλλοντας στην Κλάσιν με έναν στρατό Λομβαρδών, άφησε την πλούσια πόλη λεηλατημένη και γυμνή από όλα τα πλούτη της». Στη συνέχεια ο Λιουτπράνδος βασιλιάς των Λομβαρδών, τον υποχρέωσε να την αποκαταστήσει, ένα μέτρο τού χαλαρού κεντρικού ελέγχου της Λομβαρδικής κυριαρχίας, που ο Λιουτπράνδος ασχολήθηκε με τη σύσφιξη, τουλάχιστον όπως ερμήνευε ο Παύλος τα γεγονότα για τους Φράγκους προστάτες του. Στο Σπολέτο, ο Φαροάλδος Β΄ εκθρονίστηκε από τον γιο του Τράνσεμουντ Β΄ (724), ο οποίος επίσης επαναστάτησε εναντίον του Λιουτπράνδου και συμφώνησε συμμαχία με τον πάπα Γρηγόριο Γ΄, στον οποίο είχε βρει καταφύγει στη Ρώμη το 738. Ο Χίλντερικ, ο οποίος τον είχε αντικαταστήσει ως δούκας, δολοφονήθηκε από τον Τράνσεμουντ το 740, αλλά το 742 ο Τράνσεμουντ αποσύρθηκε βίαια σε μοναστήρι από τον Λιουτπράνδο, ο οποίος παρέδωσε το δουκάτο που είχε ανακτήσει με τη βία των όπλων στον Αγιπράνδο (742). Μέχρι το τέλος τού Λιουτπράνδου (744), το Σπολέτο βρισκόταν σε πιο ασφαλή κεντρικό έλεγχο από την Παβία, και ο Θεόδικος διαδέχθηκε ειρηνικά. Τρεις δούκες του 8ου αι. ήταν βασιλείς των Λομβαρδών, ένα σημάδι ότι εκείνη την περίοδο το Σπολέτο ήταν πιο στενά συνδεδεμένο με το βασίλειο, από ό,τι το Μπενεβέντο.

Αυτοκρατορικό φέουδο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 776, δύο χρόνια μετά την πτώση της Παβίας, το Σπολέτο έπεσε επίσης στα χέρια του Καρλομάγνου και της Καρολίγγειας Αυτοκρατορίας του, [2] ο οποίος έλαβε και τον τίτλο "βασιλιάς των Λομβαρδών". Αν και παραχώρησε την περιοχή στην Εκκλησία, διατήρησε το δικαίωμα να ορίζει τούς δούκες της, μία σημαντική παραχώρηση που μπορεί να συγκριθεί με το μέχρι στιγμής αδιαμφισβήτητο αυτοκρατορικό δικαίωμα να ορίζει εδαφικούς επισκόπους, και ίσως κατά καιρούς ζήτημα διαμάχης μεταξύ αυτοκράτορα και παπισμού, καθώς ο πάπας Αδριανός Α΄ είχε πρόσφατα ορίσει έναν δούκα του Σπολέτο.

Το 842 το πρώην δουκάτο ανασυστήθηκε από τους Φράγκους, και κρατήθηκε ως φραγκική συνοριακή περιοχή από έναν εξαρτώμενο μάργραβο. Μεταξύ των πιο εξεχόντων Φράγκων δουκών, ο Γουίδων Α΄ μοίρασε το δουκάτο στους δύο γιους του, Λαμβέρτο Α΄ και Γουίδωνα Γ΄, [3] ο οποίος έλαβε ως μερίδιό του την κυριαρχία του Καμερίνο, το οποίο έγινε δουκάτο. Ο Λαμβέρτος Α΄ ήταν ένας γενναίος μαχητής εναντίον των Σαρακηνών επιδρομέων, αλλά ένα άτομο που σφαγίασε εξίσου Ρωμαίους (όπως το 867), και καθαιρέθηκε το 871, αποκαταστάθηκε το 876, και τελικά αφορίστηκε από τον πάπα Ιωάννη Η΄. Το 883 ο Γουίδων Γ΄ επανένωσε το δουκάτο, εφεξής ως δουκάτο του Σπολέτο και του Καμερίνο. Μετά το τέλος τού Καρόλου Γ΄ του Παχύ το 888, ο Γουίδων Γ΄ στέφθηκε "αυτοκράτορας των Φράγκων" και βασιλιάς της Λομβαρδίας από τον πάπα Στέφανο Ε΄ (891). Την επόμενη χρονιά, ο πάπας Φορμόζος έστεψε τον γιο τού Γουίδωνα Γ΄, Λαμβέρτο Β΄, ως δούκα, βασιλιά και "αυτοκράτορα".

Οι δούκες του Σπολέτο συνέχισαν να παρεμβαίνουν στη βίαιη πολιτική της Ρώμης. Ο Αλμπέρικ Α΄ δούκας του Καμερίνο (897), και αργότερα του Σπολέτο, νυμφεύτηκε την διαβόητη Ρωμαία ευγενή Μαροζία, ερωμένη του πάπα Σεργίου Γ΄ (904–911), και σκοτώθηκε από τους Ρωμαίους το 924. Ο γιος του, Αλμπέρικ Β΄, ανέτρεψε τη συγκλητική το 932, αν και ο γιος της, ετεροθαλής αδελφός του, ήταν ο πάπας Ιωάννης ΙΑ΄. Γύρω στο 949 ο Φράγκος βασιλιάς Βερεγγάριος Β΄ της Λομβαρδίας πήρε το Σπολέτο από τον μάργραβο, μείωσε το μέγεθος τού δουκάτου, και παραχώρησε εδάφη, τα οποία θα γίνονταν η περιοχή του Φέρμο.

Εκείνη την εποχή, ο αυτοκράτορας Όθων Α΄ της Γερμανίας απέσπασε από το δουκάτο του Σπολέτο τις εκτάσεις που ονομάζονταν Σαβίνα Λογγοβαρδική και τις παρουσίασε στην Αγία Έδρα. Τώρα ο έλεγχος του Σπολέτο γινόταν όλο και περισσότερο δώρο των αυτοκρατόρων. Το 967 ο Όθων Α΄ ένωσε για λίγο το δουκάτο του Σπολέτο με αυτό του πριγκιπάτου της Κάπουα και του Μπενεβέντο, το οποίο τότε κυβερνούσε ο Πανδούλφος Σιδηρόκεφαλος. Μετά το τέλος τού Πανδούλφου το 981, το κοινό πριγκιπάτο του Σπολέτο, της Κάπουα και του Μπενεβέντο μοιράστηκε μεταξύ των γιων τού Πανδούλφου, οι οποίοι αγωνίστηκαν ασταμάτητα για να αποκτήσουν την κυριαρχία. Ο Λάντουλφ Δ΄ κέρδισε το Σπολέτο, την Κάπουα και το Μπενεβέντο, ενώ ο Πάντουλφ Β΄ έλαβε το Σαλέρνο. Στη συνέχεια το 989 ο Όθων Γ΄ απέσπασε το Σπολέτο, και το παραχώρησε στον Ούγο μάργραβο της Τοσκάνης. Αργότερα, τον Δεκέμβριο του 998, ο Όθων Γ΄ διόρισε τον Αδεμάρ της Κάπουα ως δούκα του Σπολέτο. Ο Αδεμάρ εξουσίασε τέσσερα χρόνια, μέχρι που το δουκάτο ενώθηκε για δεύτερη φορά με την Τοσκάνη το 1003.

Κατά τη διάρκεια της διαμάχης για την Επένδυση με τον παπισμό, ο αυτοκράτορας Ερρίκος Δ΄ της Γερμανίας διόρισε άλλους δούκες του Σπολέτο. Το 1152 ο αυτοκράτορας έδωσε το δουκάτο στον Γουέλφο ΣΤ΄ των Έστε. Η πόλη καταστράφηκε από τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ Βαρβαρόσα τρία χρόνια αργότερα, αλλά σύντομα ξανακτίστηκε. Μετά από αυτό, το δουκάτο κατείχε η οικογένεια των Βέρνερ (Γκουαρνιέρι) του Ούρσλινγκεν, μαργράβων της Ανκόνα. Το 1183 ο Φρειδερίκος Α΄ διόρισε τον Κορράδο Α΄ του Ούρσλινγκεν ως δούκα. Ο Κορράδος Α΄ κυβέρνησε μέχρι το 1190, όταν απεβίωσε ο Φρειδερίκος Α΄ και οι Γουέλφοι κατέλαβαν το πριγκιπάτο, και τοποθέτησαν τον Πάντουλφ ως δούκα. Πέντε χρόνια αργότερα, αφού ο Ερρίκος ΣΤ΄ διαδέχθηκε τον Φρειδερίκο Α΄ ως αυτοκράτορα, ο Κορράδος Α΄ ανέκτησε τη θέση τού δούκα τού Σπολέτο. Μετά το τέλος τού Ερρίκου ΣΤ΄ το 1197 και τον Όθωνα (Δ΄) του Μπράουνσβαϊγκ που έγινε βασιλιάς της Λομβαρδίας το 1198, ωστόσο, ο Κορράδος Α΄ εγκατέλειψε τη θέση, και παραχώρησε το Σπολέτο στον πάπα Ιννοκέντιο Γ΄.

Το 1201, υποστηρίζοντας την επιθυμία του πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ να ενισχύσει την κυριαρχία των Παπικών Κρατών, ο Όθων Δ΄ δώρισε τα αυτοκρατορικά δικαιώματα του Σπολέτο στον Παπισμό. Το 1209, μετά το τέλος τού Φιλίππου της Σουαβίας, ο Όθων Δ΄ έγινε αυτοκράτορας της Γερμανίας, και αθέτησε τις προηγούμενες υποσχέσεις του να υποστηρίξει τον πάπα. Ο Όθων Δ΄ έθεσε ως στόχο την αποκατάσταση της αυτοκρατορικής εξουσίας, και κατέλαβε το Σπολέτο μέχρι το 1213, όταν το δουκάτο επανήλθε υπό παπική κυριαρχία με κυβερνήτη, συνήθως έναν καρδινάλιο. Ωστόσο το Σπολέτο παρέμεινε πιόνι στις διαμάχες μεταξύ του παπισμού και του Φρειδερίκου Β΄ μέχρι την εξαφάνιση του Οίκου των Χοενστάουφεν το 1254.

Τελικά, τα εδάφη του Σπολέτο προσαρτήθηκαν στα Παπικά Κράτη και στο βασίλειο της Νάπολης. Ο τίτλος τού "δούκα τού Σπολέτο" χρησιμοποιήθηκε αργότερα από μέλη του Οίκου της Σαβοΐας.

  • Klieger, P. Christiaan (29 Νοεμβρίου 2012). The Microstates of Europe: Designer Nations in a Post-Modern World. Lexington Books. ISBN 9780739174272. 
  • McKitterick, Rosamond (14 Σεπτεμβρίου 1995). The New Cambridge Medieval History: Volume 2, C.700-c.900. Cambridge University Press. ISBN 9780521362924. 
  • The Penny Cyclopaedia of the Society for the Diffusion of Useful Knowledge: Sigonio - Steam-Vessel. Knight. 1842. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]