Γυναικεία υπογονιμότητα
| Γυναικεία υπογονιμότητα | |
|---|---|
Αθροιστικό ποσοστό και μέση ηλικία γυναικών με υπογονιμότητα, στειρότητα, ακανόνιστη εμμηνόρροια και εμμηνόπαυση.[1] | |
| Ειδικότητα | Γυναικολογία |
| Συμπτώματα | Αδυναμία σύλληψης ή διατήρησης της εγκυμοσύνης που οφείλεται στις γυναίκες[2] |
| Συνήθης έναρξη | Μετά τους 6 με 12 μήνες σεξουαλικής επαφής χωρίς προφύλαξη[3] |
| Αίτια | Απουσία ωορρηξίας (γήρανση, πρωτοπαθής ωοθηκική ανεπάρκεια, σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, πάθηση του θυρεοειδούς), ενδομητρίωση, βουλωμένες σάλπιγγες (σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις, μη ασφαλής άμβλωση), υψηλή προλακτίνη, προβλήματα του εμμηνορροϊκού κύκλου, ινομυώματα, παχυσαρκία, γενετικές παθήσεις, αυτοάνοσες διαταραχές[4][2][5] |
| Παράγοντες κινδύνου | Κάπνισμα, αλκοόλ, σωματικό ή συναισθηματικό στρες[6] |
| Θεραπεία | Φάρμακα, χειρουργική επέμβαση, τεχνητή γονιμοποίηση, τεχνολογίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής[3][6] |
| Νοσηρότητα | 10 με 17% των ζευγαριών σε κάποια χρονική στιγμή[7][5] |
Ο όρος "γυναικεία υπογονιμότητα" αναφέρεται στην αδυναμία μιας γυναίκας να συλλάβει ή να παραμείνει έγκυος η οποία οφείλεται στην ίδια.[2] Αντιπροσωπεύει περίπου το 37% των περιπτώσεων υπογονιμότητας, με ένα 8% να οφείλεται σε ανδρική υπογονιμότητα και ένα 35% να οφείλεται και στους δύο.[2] Σε έναν πληθυσμό γυναικών που προσπαθούν να μείνουν έγκυες, η πιθανότητα σύλληψης είναι 25% μετά από τρεις μήνες και 85% μετά από έναν χρόνο σεξουαλικής επαφής χωρίς προφύλαξη.[2] Όσες έχουν υπογονιμότητα διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για άλλα προβλήματα υγείας, συμπεριλαμβανομένων των καρδιακών παθήσεων.[8]
Οι συχνές αιτίες περιλαμβάνουν την απουσία ωορρηξίας (25%) λόγω ηλικίας, πρωτοπαθούς ωοθηκικής ανεπάρκειας (ΠΩΑ), συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών (ΣΠΩ) ή κάποιας πάθησης του θυρεοειδούς, τηνενδομητρίωση (15%), τις βουλωμένες σάλπιγγες (11%), π.χ. λόγω σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων ή μη ασφαλούς άμβλωσης, την υψηλή προλακτίνη (7%), τα προβλήματα του εμμηνορροϊκού κύκλου, τα ινομυώματα, την παχυσαρκία, τις γενετικές παθήσεις και τις αυτοάνοσες διαταραχές.[2][4][5] Άλλοι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν το κάπνισμα, το αλκοόλ και το σωματικό ή συναισθηματικό στρες.[6] Η διάγνωση βασίζεται στην αδυναμία της γυναίκας να συλλάβει ή να παραμείνει έγκυος μετά από έναν χρόνο προσπαθειών ή μετά από έξι μήνες σε γυναίκες άνω των 35 ετών.[3]
Η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει τη φαρμακευτική αγωγή, τη χειρουργική επέμβαση, την τεχνητή γονιμοποίηση ή τις τεχνολογίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.[3][6] Στα φάρμακα που χρησιμοποιούνται μπορεί να ανήκουν η κλομιφαίνη, η λετροζόλη, η ανθρώπινη εμμηνοπαυσιακή γοναδοτροπίνη (hMG), η θυλακιοτρόπος ορμόνη (FSH), η εκλυτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (GnRH), η μετφορμίνη και η βρωμοκρυπτίνη.[6] Οι τεχνολογίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής περιλαμβάνουν τηνεξωσωματική γονιμοποίηση (IVF), την ενδοκυτταροπλασματική έγχυση σπέρματος και την ενδοσαλπιγγική μεταφορά ζυγωτών.[6] Η εξωσωματική γονιμοποίηση επιτρέπει επίσης τον προεμφυτευτικό γενετικό έλεγχο.[6]
Η υπογονιμότητα επηρεάζει σε κάποια χρονική στιγμή το 10 με 17% των ζευγαριών.[7][5] Είναι συχνότερη στη Νότια Ασία, στην Αφρική, στη Μέση Ανατολή, στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και στην Κεντρική Ασία.[9] Στις γυναίκες κάτω των 35 ετών τα ποσοστά είναι μικρότερα του 10%, ενώ σε όσες είναι μεταξύ 35 και 40 τα ποσοστά βρίσκονται στο 25%, και σε όσες είναι 40 έως 44 ετών τα ποσοστά βρίσκονται στο 30%.[2] Μπορεί να επιφέρει κοινωνικό στίγμα ή να οδηγήσει σε προβλήματα σχέσεων.[8] Σε μια σχέση, μια γυναίκα μπορεί να κατηγορηθεί για υπογονιμότητα, ανεξάρτητα από το αν η αιτία προέρχεται από την ίδια.[5] Η θεραπεία μπορεί να είναι ακριβή ή να μην είναι διαθέσιμη σε πολλά μέρη του κόσμου.[6][5]
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ te Velde, E. R. (2002). «The variability of female reproductive ageing». Human Reproduction Update 8 (2): 141–154. doi:. ISSN 1355-4786. PMID 12099629.
- 1 2 3 4 5 6 7 Walker, MH; Tobler, KJ (Ιανουάριος 2024). «Female Infertility.». StatPearls. PMID 32310493.
- 1 2 3 4 «Female Infertility». medlineplus.gov. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Νοεμβρίου 2023. Ανακτήθηκε στις 20 Μαρτίου 2024.
- 1 2 «What are some possible causes of female infertility? | NICHD - Eunice Kennedy Shriver National Institute of Child Health and Human Development». www.nichd.nih.gov (στα Αγγλικά). 31 Ιανουαρίου 2017. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Αυγούστου 2020. Ανακτήθηκε στις 20 Μαρτίου 2024.
- 1 2 3 4 5 6 «Infertility». www.who.int (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαρτίου 2024. Ανακτήθηκε στις 20 Μαρτίου 2024.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 «Infertility | CDC». www.cdc.gov (στα Αγγλικά). 26 Απριλίου 2023. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Μαρτίου 2023. Ανακτήθηκε στις 20 Μαρτίου 2024.
- 1 2 Nik Hazlina, NH; Norhayati, MN; Shaiful Bahari, I; Nik Muhammad Arif, NA (30 Μαρτίου 2022). «Worldwide prevalence, risk factors and psychological impact of infertility among women: a systematic review and meta-analysis.». BMJ open 12 (3): e057132. doi:. PMID 35354629.
- 1 2 Sun, H; Gong, TT; Jiang, YT; Zhang, S; Zhao, YH; Wu, QJ (2 Δεκεμβρίου 2019). «Global, regional, and national prevalence and disability-adjusted life-years for infertility in 195 countries and territories, 1990-2017: results from a global burden of disease study, 2017.». Aging 11 (23): 10.952-10.991. doi:. PMID 31790362.
- ↑ Mascarenhas M.N.; Flaxman S.R.; Boerma T.; Vanderpoel S.; Stevens G.A. (2012). «National, Regional, and Global Trends in Infertility Prevalence Since 1990: A Systematic Analysis of 277 Health Surveys». PLOS Med 9 (12): e1001356. doi:. PMID 23271957.