close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αλ-Αμπάς ιμπν αλ-Μαμούν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αλ-Αμπάς ιμπν αλ-Μαμούν
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση9ος αιώνας[1]
Θάνατος838
Μάνμπιτζ
Χώρα πολιτογράφησηςΧαλιφάτο των Αββασιδών
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΑραβικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός ηγέτης
Βαλής
Οικογένεια
ΓονείςΑλ-Μαμούν
ΑδέλφιαAli ibn Al-Mam'un
Umm al-Fadl bint al-Ma'mun
Ja'far bin al-Ma'mun
Umm Habib bint Al-Ma'mun

Ο Αλ-Αμπάς ιμπν αλ-Μαμούν , αραβ.: لعباس بن المأمون (απεβ. το 838 μ.Χ.) ήταν Αββασίδης πρίγκιπας και στρατηγός, γιος τού Αββασίδη χαλίφη αλ-Μαμούν (βασ. 813–833). Διακεκριμένος στρατιωτικός ηγέτης στους Ρωμαιο-αραβικούς πολέμους, παραλήφθηκε στη διαδοχή υπέρ τού θείου του αλ-Μουτασίμ (βασ. 833–842). Το 838 συνελήφθη για τη συμμετοχή του σε μία αποτυχημένη συνωμοσία εναντίον τού αλ-Μουτασίμ, και απεβίωσε στη φυλακή.

Ο Αμπάς ήταν γιος τού αλ-Μαμούν από την παλλακίδα Σουντούς. [2] Το 828–829 ο αλ-Μαμούν τον διόρισε κυβερνήτη τής Άνω Μεσοποταμίας και τής στρατιωτικής συνοριακής ζώνης (θουγκούρ) τής Μεσοποταμίας με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο Αμπάς διακρίθηκε στις εκστρατείες κατά τής Ρωμανίας για την ανδρεία του. [2] [3] Το καλοκαίρι τού 830, ο Αμπάς ηγήθηκε μίας εκστρατείας εναντίον των Χουραμιτών επαναστατών τού Μπαμπάκ Χουραμντίν στο Αζερμπαϊτζάν. Η εκστρατεία συνοδεύτηκε από ένα απόσπασμα Ρωμαίων αιχμαλώτων υπό τον αποστάτη στρατηγό Μανουήλ τον Αρμένιο, ο οποίος, δεδομένης τής σχετικής απειρίας τού Αμπάς, μπορεί να ήταν ο πραγματικός διοικητής τού στρατού. [4] Η δύναμη τού Αμπάς σημείωσε κάποια επιτυχία εναντίον των Χουραμιτών, και ξεκίνησε την επιστροφή του. Καθώς περνούσε κοντά στα Ρωμαϊκά σύνορα στο Χαντάθ, ο Μανουήλ, έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη τού Αμπάς και των Αράβων αξιωματικών του, έπεισε τον Αμπάς να διασχίσει τα κοντινά περάσματα και να λεηλατήσει Ρωμαϊκό έδαφος. Μόλις έφθασαν εκεί, ο Μανουήλ εκμεταλλεύτηκε ένα κυνήγι για να αφοπλίσει τον Αμπάς και τη συνοδεία του, και να αυτομολήσει πίσω στην Αυτοκρατορία, μαζί με μερικούς από τούς άλλους Ρωμαίους αιχμαλώτους. Ο Αμπάς με τούς άνδρες του έμειναν πίσω, και αφού επανεντάχθηκαν στον στρατό τους, υποχώρησαν πίσω, επάνω από τα βουνά, στο χαλιφάτο. [5]

Image
Χάρτης τής Ρωμαϊκής Μ. Ασίας και τής Ρωμαιο-αραβικής μεθοριακής περιοχής στα μέσα του 9ου αι.

Την επόμενη χρονιά, ο Αμπάς συνόδευσε τον πατέρα και τον θείο του σε μ΄ια μεγάλη εκστρατεία στη Ρωμαϊκή Μ. Ασία. Αφού ο αραβικός στρατός διέσχισε τις Κιλίκιες Πύλες και κατέλαβε την Ηράκλεια Κυβίστρα στις αρχές Ιουλίου, χωρίστηκε σε τρία σώματα, με επικεφαλής τον χαλίφη αλ-Μουτασίμ και τον Αμπάς, και προχώρησε σε επιδρομές στην Καππαδοκία. Οι άλλες δύο δυνάμεις δεν επέτυχαν μεγάλη επιτυχία στην ήδη -επανειλημμένα- κατεστραμμένη περιοχή, αλλά ο Αμπάς σημείωσε μεγαλύτερη επιτυχία: ανάγκασε την πόλη των Τυάνων να συνθηκολογήσει και την ισοπέδωσε, και συνάντησε και νίκησε τον Ρωμαϊκό στρατό υπό τον Αυτοκράτορα Θεόφιλο (βασ. 829–842 ) σε μία μικρή αψιμαχία. [6] Ο αλ-Μαμούν συνέχισε την πίεση στη Ρωμανία το 832, με τον στρατό του να καταλαμβάνει το στρατηγικά σημαντικό φρούριο Λουλόν, και στα τέλη τού 832 ο χαλίφης άρχισε να συγκεντρώνει έναν τεράστιο στρατό, και ανακοίνωσε ότι σκόπευε να κατακτήσει και να αποικίσει τη Μ. Ασία βήμα προς βήμα, και τελικά να υποτάξει την Αυτοκρατορία καταλαμβάνοντας την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Κατά συνέπεια, στις 25 Μαΐου 833, ο Αμπάς με την προκεχωρημένη δύναμη βάδισε σε Ρωμαϊκό έδαφος, και άρχισε να δημιουργεί μία στρατιωτική βάση στην τοποθεσία Τύανα. Η τοποθεσία είχε οχυρωθεί και περίμενε την άφιξη τού στρατού τού χαλίφη, ο οποίος στις αρχές Ιουλίου πέρασε στη Μ. Ασία. Σε αυτό το σημείο ο αλ-Μαμούν αρρώστησε και απεβίωσε, αν και ορισμένοι σύγχρονοι μελετητές εικάζουν, ότι το τέλος του μπορεί να ήταν αποτέλεσμα πραξικοπήματος. [6] [7]

Μόλις έμαθε για την ασθένεια τού χαλίφη, ο Αμπάς εγκατέλειψε τον στρατό του, και έσπευσε στο στρατόπεδο τού πατέρα του, όπου ενώθηκε με τον θείο του αλ-Μουτασίμ στην επιθανάτια κλίνη τού αλ-Μαμούν. [2] Ως γιος τού αλ-Μαμούν, και δεδομένου τού εξέχοντος ρόλου του στις τελευταίες εκστρατείες τού πατέρα του, ο Αμπάς θεωρούνταν υποψήφιος για τη διαδοχή, αν και δεν είναι σαφές, αν διορίστηκε ποτέ επίσημα διάδοχος, όπως ισχυρίζεται ο αλ-Ντιναουαρί. [2] Ο κύριος αντίπαλός του ήταν ο θείος του αλ-Μουτασίμ, ο οποίος, σύμφωνα με την αφήγηση τού αλ-Ταμπαρί, ονομάστηκε διάδοχος από τον αλ-Μαμούν στην επιθανάτια κλίνη του. [2] Όποια και αν είναι τα πραγματικά γεγονότα, ο αλ-Μουτασίμ είχε ευνοϊκή υποψηφιότητα, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τέλεσε την νεκρώσιμη προσευχή για τον αδελφό του. [2] Ο Αμπάς ορκίστηκε γρήγορα και δημόσια πίστη στον αλ-Μουτασίμ, προσπαθώντας έτσι να καθησυχάσει τα στρατεύματα, πολλά από τα οποία ήταν δυσαρεστημένα με την παράλειψη τού Αμπάς, και ήθελαν να τον ανακηρύξουν χαλίφη. [3] [8]

Παρ' όλα αυτά, η θέση τού αλ-Μουτασίμ στο θρόνο ήταν ακόμη ασταθής, και εγκατέλειψε την εκστρατεία τού Μαμούν. Η νέα βάση στα Τύανα ισοπεδώθηκε, και ο ακόμη ανήσυχος στρατός επέστρεψε στο χαλιφάτο. [3] [9] Παρά την αποδοχή τής διαδοχής τού θείου του, ο Αμπάς απομακρύνθηκε από τη θέση τού κυβερνήτη των παραμεθόριων εδαφών, αλλά διατήρησε την υποστήριξη αρκετών ηγετικών προσωπικοτήτων στην αυλή των Αββασιδών. [2] Σύντομα έγινε το επίκεντρο των παρατάξεων που αντιτίθεντο στον αλ-Μουτασίμ, και ιδιαίτερα τής αυξανόμενης εξάρτησής του από τούς Τούρκους σκλάβους-στρατιώτες του (γκιλμάν). Αυτή η δυσαρέσκεια οδήγησε σε μία φερόμενη συνωμοσία με επικεφαλής τον στρατηγό Ουτζαΐφ ιμπν Ανμπασά, η οποία στόχευε στη δολοφονία τού αλ-Μουτασίμ, και την τοποθέτηση τού Αμπάς στον θρόνο. Η πλεκτάνη φέρεται να αποκαλύφθηκε, ενώ ο αλ-Μουτασίμ εκστράτευε εναντίον των Ρωμαίων το 838, με τον χαλίφη να ενημερώνεται γι' αυτήν αμέσως μετά την περίφημη Λεηλασία τού Αμορίου. Η έρευνα που ακολούθησε, με επικεφαλής τον έμπιστο Τούρκο στρατηγό τού αλ-Μουτασίμ, Ασινά, είχε ως αποτέλεσμα την εκτέλεση των περισσότερων συνωμοτών. Αυτό επεκτάθηκε σε μία ουσιαστική εκκαθάριση τού στρατού, στην οποία το μέχρι τότε κυρίαρχο στοιχείο από το Χουρασάν αντικαταστάθηκε από τούς ευνοούμενους Τούρκους τού αλ-Μουτασίμ. [8] Σύμφωνα με τον αλ-Ταμπαρί, ο Αμπάς ομολόγησε ότι γνώριζε για το σχέδιο, ενώ ήταν μεθυσμένος. Φυλακίστηκε στη Μανμπίτζ από έναν άλλον υποδιοικητή τού αλ-Μουτασίμ, τον αλ-Αφσίν, ο οποίος τον εκτέλεσε με αργό και βασανιστικό τρόπο: Ο Αμπάς τρεφόταν με πολύ αλμυρό φαγητό, τού αρνούνταν το νερό, και τον εξέθεταν στον ήλιο τυλιγμένο σε μία τσόχινη κουβέρτα, μέχρι που απεβίωσε. [2] [3] Οι τέσσερις αδελφοί του από τον Σουντούς φυλακίστηκαν από τον Τούρκο διοικητή Ιτάχ στο υπόγειο τού τελευταίου, και δεν ξαναεμφανίστηκαν ποτέ, [2] ενώ οι άρρενες απόγονοι τού Αμπάς φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν από τον Ασινά. [10]

  1. Ανακτήθηκε στις 23  Νοεμβρίου 2018.
  2. 1 2 3 4 5 6 7 8 9 Turner 2013.
  3. 1 2 3 4 Zetterstéen 1960.
  4. Treadgold 1988, σελ. 272.
  5. Treadgold 1988, σελ. 273.
  6. 1 2 Treadgold 1988.
  7. Gordon 2001, σελ. 47.
  8. 1 2 Gordon 2001.
  9. Treadgold 1988, σελ. 281.
  10. Gordon 2001, σελ. 77.
  • Gordon, Matthew S. (2001). The Breaking of a Thousand Swords: A History of the Turkish Military of Samarra (A.H. 200–275/815–889 C.E.). Albany, New York: State University of New York Press. ISBN 0-7914-4795-2.
  • Treadgold, Warren (1988). The Byzantine Revival, 780–842. Stanford, California: Stanford University Press. ISBN 978-0-8047-1462-4.
  • Turner, John P. (2013). "al-ʿAbbās b. al-Maʾmūn". In Fleet, Kate; Krämer, Gudrun; Matringe, Denis; Nawas, John; Rowson, Everett (eds.). Encyclopaedia of Islam (3rd ed.). Brill Online. doi:10.1163/1573-3912_ei3_COM_24639. ISBN 9789004252691. ISSN 1873-9830.
  • Zetterstéen, K. V. (1960). "al-ʿAbbās b. al-Maʾmūn". In Gibb, H. A. R.; Kramers, J. H.; Lévi-Provençal, E.; Schacht, J.; Lewis, B. & Pellat, Ch. (eds.). The Encyclopaedia of Islam, Second Edition. Volume I: A–B. Leiden: E. J. Brill. pp. 11–12. doi:10.1163/1573-3912_islam_SIM_0023. OCLC 495469456.