close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Άσμους Γιάκομπ Κάρστενς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Άσμους Γιάκομπ Κάρστενς
Image
Αυτοπροσωπογραφία (1784)
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Asmus Jacob Carstens (Γερμανικά)
Γέννηση10  Μαΐου 1754[1][2][3]
Σλέσβιχ[4]
Θάνατος25  Μαΐου 1798[1][2][3]
Ρώμη[5]
Τόπος ταφήςΠροτεσταντικό Κοιμητήριο και τάφος του Άσμους Γιάκομπ Κάρστενς
Χώρα πολιτογράφησηςΓερμανία[6]
Βασίλειο της Δανίας[6]
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓερμανικά[7]
ΣπουδέςΒασιλική Δανέζικη Ακαδημία Καλών Τεχνών
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταζωγράφος[8]
βαρελοποιός
γραφίστας[9]
σκιτσογράφος[8]
Αξιοσημείωτο έργοBacchus and Cupid
Fingal´s Battle with the Spirit of Loda
Οικογένεια
ΑδέλφιαΦρίντριχ Κρίστιαν Κάρστενς
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Άσμους Γιάκομπ Κάρστενς (γερμανικά: Asmus Jacob Carstens, 10 Μαΐου 1754 – 25 Μαΐου 1798) ήταν Δανός-Γερμανός ζωγράφος και σχεδιαστής, εκπρόσωπος του γερμανικού νεοκλασικισμού. Η καριέρα του ήταν ασταθής, εν μέρει λόγω της δύσκολης προσωπικότητάς του, και η πλειονότητα των μεγάλων έργων του έμειναν ημιτελή ή στη συνέχεια καταστράφηκαν. Πολλά από αυτά που σώζονται είναι σε μορφή σχεδίων και μεγάλες παραγγελίες τοιχογραφιών που είχαν προγραμματιστεί δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. [10]

Βιογραφικά στοιχεία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άσμους Γιάκομπ Κάρστενς γεννήθηκε το 1754 στο Φλένσμπουργκ, Σλέσβιχ-Χόλσταϊν, και ήταν γιος μυλωνά. Ο αδελφός του Φρίντριχ Κρίστιαν Κάρστενς (1762–1798) ήταν επίσης ζωγράφος και χαράκτης. Αρχικά έμαθε την τέχνη του βαρελοποιού και στη συνέχεια ασχολήθηκε με το εμπόριο κρασιού. Είχε πάθος για τη ζωγραφική και σε ηλικία 22 ετών πήγε στην Κοπεγχάγη όπου εγγράφηκε στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών της Δανίας. Ωστόσο, δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του - σπάνια παρακολουθούσε τα μαθήματα και δεν εμφανιζόταν καθόλου σε μαθήματα γυμνού σχεδίου. Αρνήθηκε το ασημένιο μετάλλιο που του απονεμήθηκε και σαν αποτέλεσμα αποβλήθηκε από την Ακαδημία. Ως καλλιτέχνης, ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτοδίδακτος. Μελέτησε φιλοσοφία και κλασική και κελτική μυθολογία. [11]

Ένα ταξίδι στη Ρώμη, το οποίο έκανε με τον αδελφό του, διακόπηκε λόγω έλλειψης χρημάτων. Από το 1783, ο Κάρστενς εγκαταστάθηκε στο Λύμπεκ όπου έζησε για πέντε χρόνια ζωγραφίζοντας πορτρέτα. Το 1787-1793, εργάστηκε στο Βερολίνο. Στην πρωτεύουσα της Πρωσίας, δεν είχε μεγάλη επιτυχία μέχρι που ο υπουργός φον Χάινιτς παρατήρησε τον πίνακά του «Πτώση των Αγγέλων» στην Ακαδημαϊκή Έκθεση το 1789 και του έδωσε παραγγελία για τοιχογραφίες και οροφογραφίες στο Βασιλικό Παλάτι. Τελικά, το 1790, με πρωτοβουλία του Πρώσου υπουργού, διορίστηκε καθηγητής στην Πρωσική Βασιλική Ακαδημία Τεχνών. Το σχέδιο «Βάκχος και Έρωτας» χρονολογείται από αυτήν την περίοδο και ήταν βάση για την ομώνυμη ελαιογραφία, που ζωγράφισε αργότερα στη Ρώμη το 1795.[12]

Το 1792, ο Κάρστενς έλαβε χρηματοδότηση από την Ακαδημία για να ταξιδέψει στη Ρώμη. Εκεί αφιερώθηκε στη μελέτη της αρχαίας τέχνης και των έργων του Ραφαήλ και του Μιχαήλ Άγγελου, τα οποία άσκησαν σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση της τεχνοτροπίας του.

Image
Η Νύχτα και τα παιδιά της, Ύπνος και Θάνατος. Ανάγλυφο βασισμένο σε σχέδιο του Κάρστενς. Περίπου το 1879. Λεπτομέρεια επιτύμβιας στήλης. Μη Καθολικό Νεκροταφείο, Ρώμη

Ο Κάρστενς χρησιμοποιούσε συχνά σκηνές από την ελληνορωμαϊκή μυθολογία. Τα θέματά του ήταν εμπνευσμένα από τον Όμηρο, τον Πίνδαρο, τον Δάντη και τον Σαίξπηρ, μεταξύ άλλων. Το 1794/5 δημιούργησε τη σύνθεση «Η Νύχτα και τα παιδιά της, Ύπνος και Θάνατος», η οποία απέσπασε θετικές κριτικές και θεωρείται το σημαντικότερο έργο του. Οι πηγές του, εκτός από τις διδασκαλίες του φίλου του Καρλ Φίλιπ Μόριτς για τους θεούς, ήταν η Θεογονία του Ησίοδου και κείμενα του Παυσανία.[13] Το 1795 σημείωσε μεγάλη επιτυχία με τον πίνακα «Χώρος και Χρόνος», όπου δήλωσε δημόσια ότι το έργο του «δεν ανήκει στην Ακαδημία του Βερολίνου, αλλά σε όλη την ανθρωπότητα». Το έργο ήταν μια προσπάθεια απεικόνισης των καντιανών κατηγοριών χώρου και χρόνου. Αυτή η προσπάθεια, ωστόσο, έγινε δεκτή με έκπληξη από τους κριτικούς τέχνης και σχολιάστηκε από τον Φρίντριχ Σίλερ με ένα ειρωνικό δίστιχο.

Ο καλλιτέχνης πέθανε το 1798 στη Ρώμη και ενταφιάστηκε στο Ρωμαϊκό Μη Καθολικό Νεκροταφείο. Το μνημείο του είναι διακοσμημένο με ένα ανάγλυφο που δημιουργήθηκε γύρω στο 1879 βασισμένο στο σχέδιο του Κάρστενς «Η Νύχτα και τα Παιδιά της, ο Ύπνος και ο Θάνατος».

Το Μουσείο της Πόλης του Σλέσβιχ διαθέτει ξεχωριστή αίθουσα αφιερωμένη στον καλλιτέχνη. Στο Εκερνφέρντε (Σλέσβιχ-Χόλσταϊν ) ένας δρόμος φέρει το όνομά του. Το 1883, αποκαλύφθηκε στην Κοπεγχάγη ένα μνημείο προς τιμήν του. Το χάλκινο άγαλμα δημιουργήθηκε μεταξύ 1880 και 1883 από τον Δανό γλύπτη Τέομπαλντ Στάιν.

Συμβολή στον γερμανικό ρομαντισμό

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Image
1789 Σκηνή με γυναίκα σε γραφείο. Ελαιογραφία του Άσμους Γιάκομπ Κάρστενς. Πρώιμος Γερμανικός Ρομαντισμός

Αν και είναι κυρίως γνωστός για τη συμβολή του στο νεοκλασικό κίνημα, η πρόσφατη ακαδημαϊκή έρευνα έχει επανεκτιμήσει τον ρόλο του στην ανάδυση του γερμανικού ρομαντισμού. Το 2021, μια αυθεντική ελαιογραφία του Κάρστενς, που χρονολογείται από το 1789, ανακαλύφθηκε στο Ώρχους της Δανίας. Ο πίνακας απεικονίζει μια νεαρή γυναίκα να κοιτάζει στο βάθος με έναν σκύλο στα πόδια της, σε σκούρο φόντο με δραματικό φωτισμό κιαροσκούρο. Το συναισθηματικό βάθος, ο ποιητικός συμβολισμός και ο ενδοσκοπικός τόνος που είναι εμφανείς στο έργο ευθυγραμμίζονται στενά με την πρώιμη ρομαντική ευαισθησία.

Οι μελετητές έχουν σημειώσει ότι οι συναισθηματικές ιδιότητες και η συμβολική ενδοσκόπηση της σύνθεσης αντανακλούν μια ρήξη με τα τυπικά χαρακτηριστικά του νεοκλασικισμού και υποδηλώνουν το ενδιαφέρον του για βασικά θέματα του πρώιμου Ρομαντισμού.

Αυτή η ανακάλυψη οδήγησε σε μια επαναξιολόγηση του έργου του Κάρστενς ως πρόδρομο στοιχείων που αργότερα παρατηρήθηκαν στους πίνακες των Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ και Φίλιπ Ότο Ρούνγκε. Ενώ ο Κάρστενς συνήθως φημίζεται για τα αριστουργηματικά του σχέδια και τα κλασικά του μοτίβα, αυτή η ρομαντικής κατεύθυνσης σύνθεση αποκαλύπτει ένα πιο σύνθετο καλλιτεχνικό προφίλ που γεφυρώνει τη νεοκλασική αυστηρότητα και τη ρομαντική υποκειμενικότητα. Ως εκ τούτου, ο Κάρστενς μπορεί να θεωρηθεί όχι μόνο ως εκπρόσωπος της αισθητικής του Διαφωτισμού, αλλά και ως πρόδρομος της συναισθηματικής και συμβολικής γλώσσας που καθόρισε τη γερμανική τέχνη των αρχών του 19ου αιώνα.[14]

  1. 1 2 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: «Gemeinsame Normdatei» (Γερμανικά) Ανακτήθηκε στις 4  Μαΐου 2014.
  2. 1 2 «Asmus Jacob Carstens» (Ολλανδικά) 15636.
  3. 1 2 (Αγγλικά, Μποκμάλ, Σουηδικά, Φινλανδικά, Δανικά, Εσθονικά) KulturNav. 9a5354e5-3782-44ee-8447-f4a6da6b1632. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: «Gemeinsame Normdatei» (Γερμανικά) Ανακτήθηκε στις 16  Δεκεμβρίου 2014.
  5. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: «Gemeinsame Normdatei» (Γερμανικά) Ανακτήθηκε στις 1  Ιανουαρίου 2015.
  6. 1 2 LIBRIS. Εθνική Βιβλιοθήκη της Σουηδίας. 5  Νοεμβρίου 2012. hftx16g120536rd. Ανακτήθηκε στις 24  Αυγούστου 2018.
  7. Τσεχική Εθνική Βάση Δεδομένων Καθιερωμένων Όρων. xx0264518. Ανακτήθηκε στις 1  Μαρτίου 2022.
  8. 1 2 abART. 58749. Ανακτήθηκε στις 1  Απριλίου 2021.
  9. Ανακτήθηκε στις 20  Ιουνίου 2019.
  10. . «britishmuseum.org/collection/Asmus Jakob Carstens».
  11. . «britannica.com/biography/Asmus-Jacob-Carstens».
  12. . «en.wikisource.org/wiki/1911_Encyclopedia_Britannica/Carstens,_Armus_Jacob».
  13. . «en.wikisource.org/wiki/The_American_Cyclopdia_(1879)/Carstens,_Asmus_Jakob».
  14. . «smarthistory.org/europe-19th-century/romanticism/romanticism-in-germany/».