| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| actor n | (performer) (μόνο άντρας) | ηθοποιός ουσ αρσ |
| Σχόλιο: A female actor can also be called an actress. |
| | Morgan Freeman is my favourite actor and I've seen all of his films. |
| | I think Frances McDormand is a great actor. |
| | Ο Μόργκαν Φρίντμαν είναι ο αγαπημένος μου ηθοποιός και έχω δει όλες του τις ταινίες. // Θεωρώ τον Φράνσες Μακ Ντόρμαντ άριστο ηθοποιό. |
| actress n | (female actor) | ηθοποιός ουσ θηλ |
| | Which actress won this year for best supporting role? |
| | Ποια ηθοποιός κέρδισε φέτος το βραβείο για τον δεύτερο γυναικείο ρόλο; |
luvvy, luvvie n | slang (British stage actor) | ηθοποιός ουσ αρσ/θηλ |
| | (μειωτικό, παλαιό) | θεατρίνος, θεατρίνα ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. |
| thespian n | formal (actor) | ηθοποιός ουσ αρσ/θηλ |
| | As a thespian, Justin takes acting very seriously. |
| stager n | archaic (actor) | ηθοποιός ουσ αρσ/θηλ |
| player n | (actor) | ηθοποιός ουσ αρσ/θηλ |
| | | ερμηνευτής, εμηνεύτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | The audience applauded the players after the performance of Macbeth. |
| | Το κοινό χειροκρότησε τους ηθοποιούς μετά την παράσταση του Μάκβεθ. |
| Σύνθετοι τύποι: |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| bit player n | (actor: in small roles) | ηθοποιός δεύτερων ρόλων περίφρ |
| | Early in his career, the actor was a bit player in various minor films. |
| character actor n | (plays quirky roles) | ηθοποιός που υποδύεται εκκεντρικούς χαρακτήρες |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| | Thom aspired to be a character actor, not a lead. |
| comedian n | (comic actor) | κωμικός ουσ αρσ/θηλ |
| | | κωμικός ηθοποιός επίθ + ουσ αρσ/θηλ |
| | She's known mainly as a comedian from her film roles. |
| | Είναι γνωστή ως κωμικός από τους ρόλους των ταινιών της. |
| extra n | (movies) | κομπάρσος ουσ αρσ |
| | (καθομιλουμένη) | κομπάρσα ουσ θηλ |
| | (επίσημο) | βοηθητικός ηθοποιός, βοηθητική ηθοποιός περίφρ |
| | He was an extra in the scene and played the third soldier on the left. |
| | Ήταν κομπάρσος στη σκηνή και έπαιξε τον τρίτο στρατιώτη από αριστερά. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η κομπάρσα έκανε την καμαριέρα στο σίριαλ. |
| | Ήταν βοηθητικός ηθοποιός στη σκηνή και έπαιξε τον τρίτο στρατιώτη από αριστερά. |
| funnyman n | informal (male comedian) | κωμικός ηθοποιός επίθ + ουσ αρσ/θηλ |
| | | κωμικός επίθ ως ουσ αρσ/θηλ |
| | Eric Morecambe was one of Britain's best loved funnymen. |
| go on stage v expr | (become performer) | γίνομαι ερμηνευτής, γίνομαι ηθοποιός ρ αμ |
| | John went on stage when he was barely 12 years old. |
| method actor n | (actor who follows the Method) | ηθοποιός που ακολουθεί τη μέθοδο Στανισλάφσκι |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. |
| | Al Pacino trained as a method actor. |
movie actor (US), film actor (UK) n | (film star) | ηθοποιός κινηματογράφου ουσ αρσ |
| | Movie stars are a dime a dozen, it's rare to see a movie actor with the skill to move an audience in so subtle a motion. |
| straight man n | (comedy partner: foil) | ηθοποιός σε κωμικό δίδυμο φρ ως ουσ αρσ |
| top banana n | figurative (leading comedy performer) | πρωταγωνιστής κωμικός ηθοποιός |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| vaudevillian n | (vaudeville performer) | ηθοποιός θεάτρου βαριετέ, ηθοποιός επιθεώρησης φρ ως ουσ αρσ/θηλ |
| | (παλαιό) | αρτίστας βαριετέ φρ ως ουσ αρσ |
| voice actor n | (provides voiceover) | ηθοποιός φωνής φρ ως ουσ αρσ/θηλ |
| walk-on actor n | (performer: no spoken lines) | ηθοποιός που δεν έχει ατάκες |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |