| Η Στρώμνιτσα και οι Πεντεκαίδεκα Μάρτυρες |
| Δευτέρα, 11 Φεβρουάριος 2013 15:25 |
|
Του Κων. Βαστάκη* 1. Προλεγόμενα Κάθε χρόνο η τοπική μας Εκκλησίας και η πόλη του Κιλκίς εορτάζουν πανηγυρικά τη μνήμη των πολιούχων Αγίων Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων. Ο χαρακτηρισμός “μάρτυρες” υποδηλώνει ευθύς εξ αρχής ότι οι δεκαπέντε αυτοί Αγιοι της Εκκλησίας μας ετελείωσαν τον επί γης βίο τους με βασανιστήρια και επώδυνο θάνατο. Γιατί άραγε; μήπως τάχα ήταν φονιάδες ή άλλου είδους εγκληματίες και γι’ αυτό θα’πρεπε να καταδικαστούν σε φρικτό θάνατο; Οχι βέβαια, κάθε άλλο. Το θεωρούμενο ως “έγκλημά” τους ήταν ένα και μοναδικό: Ησαν χριστιανοί, ζούσαν με πλήρη συνέπεια τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, υπηρετούσαν με πλήρη αφοσίωση τη διωκόμενη Εκκλησία του Χριστού ως κληρικοί και μεταλαμπάδευαν το πνευματικό φως της χριστιανικής διδασκαλίας στους ανθρώπους, τους αδελφούς τους εν Χριστώ, “εν έργω και λόγω”. Αψηφούσαν τους καθημερινούς πολλαπλούς κινδύνους και έμειναν στέρεοι και αμετακίνητοι στη χριστιανική τους πίστη και τη φωνή της συνειδήσεώς τους. Αυτό κυρίως το τελευταίο ήταν που εξόργισε τα όργανα της τότε κρατικής εξουσίας, η οποία σε μια απάνθρωπη επίδειξη δυνάμεως, διέταξε το βασανισμό και τη θανάτωσή τους. Τί κρίμα αλήθεια, και τί κατάντημα. Ο αλλοπρόσαλλος αυτός κόσμος να καταδιώκει και να καταδικάζει τους αθώους και αγίους και να κολακεύει, να θωπεύει και να ζητωκραυγάζει τους λαοπλάνους, τους εκμεταλλευτές και τους τυράννους του. Είναι σαν να θέλει να δείξει ότι αυτοί του αξίζουν και όχι οι δίκαιοι και οι άγιοι άνθρωποι “ων ουκ ην άξιος ο κόσμος” όπως διαπιστώνει ο Απόστολος Παύλος (Εβρ. ΙΑ’ 38). Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, προειδοποιώντας τους Αποστόλους Του και τους μελλοντικούς μαθητές και γνήσιους οπαδούς Του, λέγει: “Ιδού εγώ αποτέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων· γίνεσθε ουν φρόνιμοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι Περιστεραί. Προσέχετε από των ανθρώπων· παραδώσουσι γαρ υμάς εις συνέδρια και εν ταις συναγωγαίς αυτών μαστιγώσουσιν υμάς· και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού εις μαρτύριον αυτοίς και τοις έθνεσιν... Παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και επαναστήσονται τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν αυτούς· και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου· ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται”. (Ματθ. Ι’, 16-22). Ο πρώτος μάρτυρας είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος ήρθε στον κόσμο “ίνα μαρτυρήση τη αληθεία” (Ιωανν. ΙΗ’ 37) και γι’ αυτό καταδικάσθηκε από την κοσμική εξουσία να υποστεί το οδυνηρό μαρτύριο του σταυρικού θανάτου. Τον Χριστό ακολούθησαν στο μαρτύριο οι Μαθητές του (Απόστολοι) και αυτούς δια μέσου των αιώνων μέχρι την εποχή μας εκατομμύρια μάρτυρες. Στη χορεία των μαρτύρων αυτών ανήκουν και οι Πολιούχοι μας Αγιοι Πεντεκαίδεκα Μάρτυρες, οι οποίοι έδωσαν ευθαρσώς και δημοσίως την ομολογία της πίστεώς τους και επεσφράγισαν την ομολογία τους αυτή με το μαρτυρικό τους θάνατο, ήτοι με το ίδιο τους το αίμα. Δεκαέξη αιώνες πέρασαν από τότε και οι Πεντεκαίδεκα Μάρτυρες παραμένουν ολοζώντανοι στη μνήμη και την καρδιά του εκκλησιαστικού πληρώματος και εορτάζονται όχι πένθιμα, αλλά πανηγυρικά και χαρούμενα, διότι η ημέρα του μαρτυρίου τους είναι ημέρα νίκης και θριάμβου της πίστεως και της συνειδήσεως και επί πλέον ημέρα γενέθλιος των μαρτύρων στη θριαμβεύουσα εν ουρανοίς Εκκλησία. Υστερα από τη διαδρομή δεκαέξη αιώνων, μπορούμε να κάνουμε λόγο για τον τόπο, στον οποίο έδρασαν ιεραποστολικά και φιλάνθρωπα και τέλος εμαρτύρησαν οι Αγιοι Πεντεκαίδεκα Μάρτυρες και εν συνεχεία να αναφερθούμε στη ζωή και τη δράση τους και το μαρτυρικό τους θανατο. 2. Η Στρώμνιτσα: όνομα, γεωγραφική θέση, ιστορικά στοιχεία Η Στρώμνιτσα ευρίσκεται στις υπώρειες της βορειοδυτικής προεκτάσεως του όρους Κερκίνη (Μπέλες) και αποτελεί τμήμα της Βόρειας Μακεδονίας. Πρόκειται για μια ιστορική ελληνική πόλη, που ανάγει την αρχή της στην προχριστιανική αρχαιότητα. Η ίδρυσή της χάνεται στα βάθη των αιώνων. Πρόκειται για μια πόλη που ανήκε ανέκαθεν στη χώρα των Παιόνων, που και αυτοί είναι ένα παλαιότατο ελληνικό δωρικό φύλο, αρχαιότερο των Μακεδόνων στην περιοχή και, κατά την αρχαιοελληνική παράδοση αυτό προέρχεται από την περιοχή της Ηλιδος της Πελοποννήσου. Την παράδοση αυτή μας τη διασώζει ο Ηρόδοτος (ΧΙ Μακαρόνας, Μεγ. Ελλ. Εγκ. “Δρανδάκη”, Τόμ. ΙΘ’, σελ. 399. Οταν αναπτύχθηκε το κράτος των Μακεδόνων, κυρίως των Αργειάδων Μακεδόνων, επί Φιλίππου Β’ (4ος πχ αιών), η Παιονία περιελήφθη μέσα στο Μακεδονικό κράτος και ως εκ τούτου και η περιοχή της Στρώμνιτσας (Αιστραίου). Το όνομα της πόλεως αρχήθεν ήταν “Αίστραιον” ή “Αιστραιόν” ή “Αστραίον”, ή Αστέριον” (Μ. Δήμιτσας: Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας”, σελ 195 κ.έ. και Ι.Σ. Σαρρής εις Μεγ. Ελλ. Εγκυκλ. Δρανδ. Τόμ. ΚΒ’, σελ. 463, και Ν. Μουτσόπουλου-Κ. Βακαλόπουλου-Αρ. Κεσόπουλου: “Ανω Μακεδονία, σελ. 405, εκ. Τζιαμπίρη-Πυραμίδα). Στα “Γεωργραφικά” του Ιεροκλή η πόλη αυτή μνημονεύεται με το όνομα “Εύστραιον” (Γ. Δ. Καψάλης: Μεγ. Ελλ. Εγκ. Τό. Β’, σ. 866). Με το όνομα αυτό τη μνημονεύουν και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς. Κατά τον 3ο πχ αιώνα επήρε από τους κατοίκους της το όνομα “Καλλίπολις”, κατά πάσα πιθανότητα από την ομορφιά της και την πανοραμική της θέα. Ισως η πόλη είχεν από παλαιά και τα δύο ονόματα, δηλαδή “Αιστραίον” ή “Αστραίον” και “Καλλίπολις”, αλλά προφανώς από τον 3ο πχ αιώνα έγινε πιο πολύ “εν χρήσει” το όνομα “Καλλίπολις” και ως εκ τούτου επεκράτησε. Κατά τη Ρωμαϊκή Περίοδο επήρε το όνομα “Τιβεριούπολις” από κάποιον αυτοκράτορα Τιβέριο, ο οποίος διερχόμενος από την περιοχή, διέμεινε στην πόλη μερικές ημέρες επειδή του άρεσε το φυσικό περιβάλλον και το φιλόξενο πνεύμα των κατοίκων της. Κατά παλαιά συνήθεια, ο Δήμος της πόλεως της έδωσε το όνομα “Τιβεριούπολις” προς τιμήν του αυτοκράτορος και εις ανάμνησιν της εν λόγω επισκέψεώς του. Μέχρι τις αρχές της υστεροβυζαντινής περιόδου ονομαζόταν “Τιβεριούπολις”. Κατά τους υστεροβυζαντινούς χρόνους εισέβαλαν στην περιοχή ορδές Σλάβων και μετά ορδές Βουλγάρων υπό τον ηγεμόνα τους Ασπαρούχ ή Ισπερίχ (Β. Φειδάς, Πάπυρος-LAROUSSE-BRITANNICA, Τόμ. 9, σελ. 426). Αυτοί ονόμασαν τον ποταμό Στρυμόνα “Στρούμα” και τον παραπόταμό του Πόντο, που διαρρέει την πόλη τον ονόμασαν “Στρούμιτσα”, δηλαδή μικρό Στρυμόνα. Τότε και η πόλη με την περιοχη της ονομάσθηκε “Στρούμιτσα” ή “Στρούμνιτσα”, ή Στρώμνιτσα”, όπως λέγεται μέχρι σήμερα. Ο Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας Θεοφύλακτος (11ος χμ αιων.) μνημονεύει δύο αλώσεις της Στρώμνιτσας· μία από τους Ομβρους (7ος αιων χμ), που πιθανώς αυτοί να ήσαν Ούνοι και μία από τους Βουλγάρους περί το 811μχ, οι οποίοι μέσα στις καταστροφές που διέπραξαν, κατεδάφισαν και το Ναό των Πεντεκαίδεκα Μαρτύρω. Το 1014 ο αυτοκράτωρ Βασίλειος Β’ ο Μακεδών, ο επικληθείς Βουλγαροκτόνος απελευθέρωσε τη Στρώμνιστα από τους Βουλγάρους. Το 1334, σε μια εποχή κάμψεως της δυνάμεως του Βυζαντίου, μετά την τέταρτη Σταυροφορία των Δυτικών το 1204 και τη Φραγκοκρατία, βρήκαν την ευκαιρία οι Σέρβοι, με ηγεμόνα τον Στέφανο Δουσάν και κατέλαβαν τη Στρώμνιτσα την οποία εκράτησαν μέχρι το 1394, που κατέφθασαν εκεί οι Τούρκοι. Πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913 στη Στρώμνιτσα κατοικούσαν κυρίως Ελληνες και έπειτα Βούλγαροι, Τούρκοι, Εβραίοι, Σέρβοι και Γύφτοι. Απ’ όλους υπερείχαν οι Ελληνες που ήσαν οι μόνοι γηγενείς στο χώρο αυτό, τόσο πληθυσμιακά όσο και πολιτιστικά. Διακρίνονταν για τη φιλομάθειά τους και την επίδοσή τους στα γράμματα, τις τεχνες και το εμπόριο. Ησαν φιλοπάτριδες και πιστοί τηρητές της Ελληνορθοδόξου Παραδόσεων. Η πόλη της Στρώμνιτσας απέχει σιδηροδρομικώς από τη Θεσσαλονίκη περί τα 104 χιλιόμετρα. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας όπως μας πληροφορεί ο καθηγητής του ΑΠΘ Αθανάσιος Αγγελόπουλος (Ο Ελληνισμός της Στρώμνιτσας-Βόρειος Μακεδονία), η Στρώμνιτσα αποτελούσε σημαντικό συγκοινωνιακό κόμβο όπως και σε παλαιότερες εποχές. Είχε τρεις βασικούς δρόμους, εκ των οποίων ο ένας οδηγούσε προς τα νότια μέχρι τη Θεσσαλονίκη δια μέσου Βαλαντόβου-Δοϊράνης και Κιλκίς, ο άλλος προς τα βόρεια μέχρι το Βελιγράδι δια μεσου Ράντοβιτς-Στίπ και Σκοπίων και ο τρίτος προς Κωνσταντινούπολη δια μέσου Πετριτσίου-Μελενίκου και Σερρών. Από το 1893 και μετά οι συγκοινωνιακοί αυτοί δρόμοι έχασαν τη στρατηγική και εμπορική τους σημασία, λόγω της λειτουργίας των σιδηροδρομικών γραμμών. Εν τω μεταξύ χαράχθηκαν νέοί αμαξιτοί δρόμοι. Οι μεγάλες ιστορικές περίοδοι της Στρώμνιτσας είναι: α) της αρχαιότητας β) της ρωμαϊκής και βυζαντινής περιόδου γ) της τουρκοκρατίας και δ) της νεώτερης περιόδου από το 1913 και εξης. Το 1869 η Στρώμνιτσα καταστράφηκε ολοκληρωτικά από τυχαία πυρκαγιά. Η νέα πόλη κτίσθηκε στην ίδια τοποθεσία που ήταν η παλαιά, αλλά με νέα ρυμοτομία και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο που να παρουσιάζει όψη σύγχρονης πόλης. Αυτά μέχρι το 1913, οπότε και πάλι κάηκε, κυρίως το ελληνικό τμήμα της πόλεως, κατά (και εν συνέχεια μέ) την αναχώρηση του ελληνικού πληθυσμού που πήρε το δρόμο της προσφυγιάς. Η θέση της Στρώμνιτσας αποτελεί σημαντικό στρατηγικό σημείο της νοτιοανατολικής Ευρώπης και γι’ αυτό η στρατιωτική ιστορία της είναι αρκετά μεγάλη. Το 1913 ο Ελληνικός Στρατός κατεδίωξε τους Βουλγάρους ακόμη και μέσα στην πόλη της Στρώμνιτσας και την απελευθέρωσε. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις που έγιναν εκεί πήραν το όνομα “Επιχειρήσεις Στρωμνίτσης” (Ν. Θ. Κλαδάς, Μεγ. Ελλην. Εγκ. “Δρανδάκη”, Τό. ΚΒ’, σελ. 463). Η απελευθέρωση έγινε στις 26 Ιουλίου 1913· την πραγματοποίησαν οι μεραρχίες 2η, 4η και 5η του Στρατού μας. Μια μονάδα ιππικού του Στρατού μας μπήκε νικηφόρος μέσα στη πόλη της Στρώμνιτσας, καθ’ ήν ώραν οι τελευταίοι Βούλγαροι στρατιώτες έφευγαν πανικόβλητοι. Η πόλη πλημμύρισε αμέσως από γαλανόλευκες Σημαίες, που οι Στρωμνιτσιώτες τις φύλαγαν στα μπαούλα τους. Μ’ αυτές στο χέρι οι Στρωμνιτσιώτες ξεχύθηκαν στους δρόμους για να υποδεχθούν τους ελευθερωτές τους· του αγκάλιαζαν και τους καταφιλούσαν, ενώ οι καμπάνες των εκκλησιών εσήμαιναν χαρμόσυνα. Ο χαιρετισμός της ημέρας ήταν το “Χριστός ανέστη-αληθώς ανέστη”. Να σημειωθεί ότι στην πεδιάδα της Στρώμνιτσας ο Ελληνικός στρατός συγκρούστηκε με τον Βουλγαρικό και τον κατετρόπωσε· αιχμαλώτισε μάλιστα και ένα βουλγαρικό τάγμα και 22 βουλγαρικά κανόνια. Μετά από πολλούς αιώνες η Στρώμνιτσα, δηλαδή το αρχαίο Αιστραίον ή η Τιβεριούπολις, ελευθερώθηκε. Ο ενθουσιασμός των Στρωμνιτσιωτών είχε φθάσει στο κατακόρυφο. Δυστυχώς όμως αυτή η χαρά δεν κράτησε πολύ. Οι τότε εμπόλεμες χώρες τη επεμβάσει των Μεγάλων Δυνάμεων και ιδιαίτερα της Ρωσίας, έκαναν ολιγοήμερη ανακωχή και αντιπρόσωποί τους συναντήθηκαν στο Βουκουρέστι και την 28η Ιουλίου 1913 υπέγραψαν τη λεγόμενη “Συνθήκη ειρήνης του Βουκουρεστίου”, βάσει της οποίας η περιοχή της Στρώμνιτσας επιστρεφόταν στη Βουλγαρία, όπως και έγινε. Αργότερα, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Στρώμνιτσα με όλη την περιοχή παραχωρήθηκε στη Γιουγκοσλαβία, κατόπιν αποφάσεως των Μεγάλων Δυνάμεων (Συνέδριο Βερολίνου) με το όνομα Βαρντάρσκα. Σήμερα η Στρώμνιτσα ανήκει στο κρατίδιο των Σκοπίων. (Για τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου βλ. Η. Γ. Κυριακόπουλος: Μεγ. Ελλ. Εγκυκλ. “Δρανδάκη”, Τόμ. Ζ’, σελ. 614 κ.ε). 3. Οι Στρωμνιτσιώτες μετά τη “Συνθήκη του Βουκουρεστίου” Η απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων κοινοποιήθηκε απότο Βουκουρέστι στο βασιλιά της Ελλάδος Κωνσταντίνο. Ο βασιλιάς περίλυπος εγνωστοποίησε την εν λόγω απόφαση τηλεγραφικώς στον τότε Μητροπολίτη Στρώμνιτσας Αρσένιο και εκείνος κατόδυνος και με δάκρυα στα μάτια, στο ποίμιό του. Τα άδικα και θλιβερά νέα διαδόθηκαν αστραπιαία. Η απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων και κυρίως της Ρωσίας, που πάντα στεκόταν πίσω από τους Βούλγαρους, κατάφορα άδικη, υποχρέωνε τους Στρωμνιτσιώτες να ζήσουν κάτω από βουλγαρική κατοχή με όλες τις τρομερές συνέπειες. Αυτό όμως ήταν αδύνατο ακόμη και να το διανοηθούν οι Στρωμνιτσιώτες. Αρχισαν λοιπόν να μαζεύονται κατά χιλιάδες από την πόλη και τα γύρω χωριά, μπροστά στη Μητρόπολη της Στρώμνιτσας. Εκεί πήραν μια απόφαση: Να εγκαταλείψουν την ιδιαίτερη πατρίδα τους τη Στρώμνιτσα και να έρθουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, αφού πρώτα κάψουν τα σπίτια τους και τα ακίνητα υπάρχοντά τους, για να μην τα αφήσουν ως λεία στους Βουλγάρους. Η αποχώρηση άρχισε. Από τις 10 μέχρι τις 19 Αυγούστου 1913 συμπληρώθηκε η αποχώρηση των Ελλήνων από τη Στρώμνιτσα προς την Ελλάδα. Η μετακίνηση έγινε με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο υπήρχε, κυρίως με κάρα, καθώς και με στρατιωτικά αυτοκίνητα του 3ου Σώματος Στρατού. Ο δρόμος από τη Στρώμνιτσα μέχρι τη Δοϊράνη είχε γίνει πραγματική αλυσίδα από βοϊδάμαξες, υποζύγια και ξερριζωμένους ανθρώπους. Πλέον από 1.500 εγκαταστάθηκαν στην τότε ερειπωμένη από τον πόλεμο πόλη του Κιλκίς και άλλοι στα διάφορα χωριά της περιοχής. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Οι Στρωμνιτσιώτες έφεραν μαζί τους στο Κιλκίς και ένα ιερό λείψανο. Πρόκειται για το δεξί χέρι του ιερομάρτυρα Πέτρου, ενός από τους Πεντεκαίδεκα και το εναπέθεσαν σ’ ένα μικρό παλαιό ναό της Μεταμορφώσεως, που του έδωσαν το όνομα των Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων. Ηταν εκεί που είναι σήμερα το Ναός, ο μεγάλος και περικαλλής, των Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων. Μετά τον ξεριζωμότων Στρωμνιτσιωτών, άφησαν τις πατρογονικές τους εστίες και πολλοί ομογενείς από τη Δοϊράνη, τη Γευγελή και τα περίχωρα, για να μην υποστούν τη γενοκτονία από τους Βουλγάρους. Μερικοί δεν μπόρεσαν να αποχωριστούν τη γενέτειρά τους. Εμειναν εκεί, υφιστάμενοι κάθε είδους κατατρεγμό, με την ελπίδα ότι κάποτε η περιοχή τους θα απελευθερωθεί και πάλι και θα γίνει ελληνική. Σήμερα στη Στρώμνιτσα και γενικά στα Σκόπια, το ελληνικό στοιχείο ξεπερνά το 10% του πληθυσμού. (Βλ. και Λύσανδρου Στ. Φάσσου: Η Στρώμνιτσα: από την εποποιϊα στο δράμα, Κιλκίς 1990, Αθαν. Αγγελόπουλου, ως ανωτ. και Γεν. Επιτελ. Στρατού: Δ/νση Ιστορίας Στρατού: Ο Μακεδονικός Αγών, Αθήνα 1979). 4. Ποιά αξιοζήλευτη Πατρίδα αναγκάστηκαν να αφήσουν οι Στρωμνιτσιώτες Η Στρώμνιτσα δεν έχει μόνο μια πανάρχαια λαμπρή ιστορία με τη συνεχή και δημιουργική παρουσία του Ελληνισμού, αλλά είχε και στη νεώτερη εποχή μια αξιοζήλευτη παρουσία στο Μακεδονικό και ευρύτερα στο Βαλκανικό χώρο. Η πόλη της Στρώμνιτσας, λόγω της θέσης της, αποτελούσε ανέκαθεν και κυρίως επί τουρκοκρατίας, κέντρο για τη συγκέντρωση και τη διαμετακόμιση των πολυπληθών προϊόντων της ευφορώτατης πεδιάδας της, της λεγόμενης “μείζονος κοιλάδος της Στρωμνίτσης”, αλλά και των πέριξ προς Θεσσαλονίκην, Σερβίαν-Αυστρίαν και Σέρρες περιοχών. Κατά την εβδομαδιαία λαϊκή αγορά της Στρώμνιτσας συγκεντρώνονταν εκεί μέγα πλήθος εμπορευομένων, επαγγελματιών και αγροτών. Κάθε Δευτέρα γινόταν η μεγάλη εβδομαδιαία λαϊκή αγορά της πόλεως και κάθε Τετάρτη η μικρή. Λόγω του ευνοϊκού εμπορικού κλίματος και της πλούσιας και ποικίλης παραγωγής, οι κάτοικοι της Στρώμνιτσας αναδείχθηκαν κατά περίπτωση σε σπουδαίους εμπόρους, βιοτέχνες, μεσίτες, τεχνίτες, επαγγελματίες και αυτόνομους κτηματίες. Οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών, που βρίσκονταν κοντά στους εμπορικούς συγκοινωνιακούς κόμβους, ασκούσαν μεταφορές (αγώγια). Γι’αυτό εξέτρεφαν άλογα και μουλάρια, που ήταν ανθεκτικά για τις ορεινές περιοχές και εξυπηρετούσαν μ’ αυτά διάφορες μετακομιστικές εμπορικές ανάγκες. Σε κάπως παλαιότερες εποχές, πολλοί Στρωμνιτσιώτες είχαν ακόμη και καραβάνια από καμήλες και εκτελούσαν δρομολόγια μεταξύ Στρώμνιτσαςκαι Θεσσαλονίκης σε τακτές ημερομηνίες. Η πόλη είχε υποκατάστημα Αγροτικής Τράπεζας, Βακουφική Επιτροπή, Επιτροπή Παιδείας, Εμπορικό Επιμελητήριο με πεντεμελές Διοικητικό Συμβούλιο, στο οποίο δύο Μέλη εκπροσωπούσαν την ελληνορθόδοξη Κοινότητα, Εφορείες Ταχυδρομείου και τηλεγραφείο καθώς και Στρατολογικού Γραφείου. Επί πλέον, η πόλη είχε 482 εμπορικά καταστήματα, 31 καφενεία 6 τζαμιά, 7 τεκέδες (δηλαδή ησυχαστήρια, ενδιαιτήματα των Τούρκων δερβισών), 2 χριστιανικούς ναούς, μία εβραϊκή συναγωγή, ένα νοσοκομείο, 2 εργοστάσια σαπωνοποιίας, 5 εργαστάσια παραγωγής λαδιού από σουσάμι, ένα εργοστάσιο επεξεργασίας βάμβακος και άλλες μικροεπιχειρήσεις. Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η Στρώμνιτσα προήχθη σε Καζά υπό το Σανζάκιον Θεσσαλονίκης (τουρκική Διοίκηση). Κατά την περίοδο αυτή η Στρώμνιτσα είχε 1.360 οικοδομές κατοικιών, που διαιρούνταν σε 31 συνοικίες και πληθυσμό περί τις 10.000 κατοίκους. Απ’ αυτούς 6.000 ήταν χριστιανοί, 3.000 μουσουλμάνοι, 600 Εβραίοι και οι υπόλοιποι διάφοροι, όπως γύφτοι κ.ο.κ. Ολη η επαρχία της Στρώμνιτσας είχε περί το έτος 1890 12.505 μουσουλμάνους, 13.486 Ελληνες, 3.082 Βούλγαρους-σχισματικούς, 569 περίπου Εβραίους και 1.849 τσιγγάνους, ήτοι συνολικά 31.491 κατοίκους, ενώ περί το έτος 1910 η ίδια επαρχεία είχε περί τους 26.000 κατοίκους, από τους οποίους 10.000 ήταν μουσουλμάνοι, 15.000 χριστιανοί και 1.000 Εβραίοι. Κατά τα έτη 1882-83 σημειώθηκε στη Στρώμνιτσα μεγάλη εκπαιδευτική δραστηριότητα των Ελλήνων κατοίκων της. Η “Επιτροπή Σχολείων” της Ελληνορθόδοδης Κοινότητας, που συστήθηκε το 1880 με σκοπό τη διόρθωση των σχολικών κτιρίων και την ενίσχυση των Σχολείων, δραστηριοποιήθηκε σε αφάνταστο σημείο για την εποχή. Στις αρχές του 1883 λειτουργούσαν στη Στρώμνιτσα τα εξής ελληνικά σχολεία: Ενα ημιγυμνάσιο, ένα Ελληνικό Σχολείο, 13 Δημοτικά (πόλεως και χωριών), ένα παρθεναγωγείο, ένα αρρεναγωγείο και ένα νηπιαγωγείο, ενώ κατά το σχολικό έτος 1893/94 λειτουργούσαν στη Στρώμνιτσα και διτάξια προγυμνάσια και ένα ακόμη νηπιαγωγείο. Ολοι οι Στρωμνιτσιώτες Ελληνες, άνδρες και γυναίκες, μάθαιναν γράμματα. Στο εκπαιδευτικό έργο, η τοπική εκκλησία έπαιξε σπουδαιότατο ρόλο. Η “Επιτροπή Σχολείων” συνεπικουρούμενη από τη Μητρόπολη Στρώμνιτσας και από τους εύπορους κατοίκους της, πέρα από την ουσιαστική βοήθειά της προς τα τοπικά εκπαιδευτήρια, διέθετε και πολλές υποτροφίες για αριστούχους Στρωμνιτσιώτες σπουδαστές στα ελληνικά Εκπαιδευτήρια της Θεσσαλονίκης. Να προσθέσουμε εδώ ότι η Στρώμνιτσα, με την αλοπρόθυμη συμμετοχή και την οικονομική συμπαράσταση όλων των Ελλήνων κατοίκων της, είχε όχι μόνο ανθούσα Παιδεία αλλά και ανθούσα και δραστηριώτατη Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Και όλα αυτά τα κατάφεραν οι Ελληνες της Στρώμνιτσας παρ’ ό,τι διατελούσαν κάτω από το άγρυπνο μάτι της τουρκικής Διοίκησης, σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία σουλτάνος της Οθωμανικής (Τουρκικής) αυτοκρατορίας ήταν ο φοβερός και αιμοσταγής Αβδούλ Χαμίτ Χαν Β’, ο επονομασθείς “Ερυθρός Σουλτάνος της Τουρκίας” (εβασίλευσε από 31-8-1876 μέχρι τις 26-4-1909) (Νέστωρ Λάσκαρης, Μεγ. Ελλ. Εγκυκλ. Δρανδ. Τόμ. Α’, σελ. 43 κ.ε). Αυτή ήταν η θαυμάσια, η πανέμορφη, η αξιοζήλευτη Πατρίδα με τη μακραίωνη Ιστορία και τη διαρκή δημιουργία και πρόοδο, η Στρώμνιτσα, την οποία αναγκάστηκαν οι Ελληνες κάτοικοί της να εγκαταλείψουν το 1913, αφού οι τότε λεγόμενες Μεγάλες Δυνάμεις την παρεχώρησαν όλως αδίκως (τη Στρώμνιτσα) στους Βουλγάρους. Αυτή η χώρα δέχθηκε την ευεργετική δράση και τον ευαγγελισμό των Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων και αυτή επότισαν με το μαρτυρικό αίμα τους οι ίδιοι οι Αγιοι κατά τον 4ο μχ αιώνα. Αξίζει στα επόμενα να ασχοληθούμε εν πάση δυνατή συντομία, με τους Μάρτυρες αυτούς, αφού προηγουμένως αναφερθούμε για λίγο στο βιογράφο τους, Θεοφύλακτο. 5. Θεοφύλακτος: ο βιογράφος των Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων της Τιβεριούπολης Τις βασικές πληροφορίες για τους Πεντεκαίδεκα Μάρτυρες μας διασώζει ένας σπουδαίος Ελληνας Ιεράρχης, ο Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας Θεοφύλακτος, που έζησε τον ενδέκατο αιώνα. Ο Θεοφύλακτος γεννήθηκε στην Εύβοια περί το 1030 και απέθανε στη Βουλγαρία περί το 1126 ή 1127, πιθανώς στην Αχρίδα. Ο πατέρας του λεγόταν “Ηφαιστος”. Νέος ακόμη ο Θεοφύλακτος επήγε στην Κωνσταντινούπολη “και εκει μετ’ ακραιφνούς ζήλου εις την θεολογίαν επιδοθείς, κατέστη εις των σπουδαιοτέρων θεολόγων των βυζαντινών χρόνων. Εχων διδάσκαλον τον πολυμαθέστατον Μιχαήλ Ψελλόν, διετήρησε φιλικωτάτην επικοινωνίαν προς αυτόν” (Ε. Γ. Παντελάκης, Μεγ. Ελλ. Εγκ. Δρανδ. Τόμ. ΙΒ’, σελ. 548). Χειροτονήθηκε διάκονος στην Αγία Σοφία, όπου υπηρέτησε πολλά χρόνια και επί πλέον ως ιεροκήρυξ διότι ήταν συγχρόνως και ικανότατος ρήτωρ. Από το 1071 μέχρι το 1078, διετέλεσε δάσκαλος του Κωνσταντίνου, υιού του Μιχαήλ Ζ’ Δούκα. Περί το 1088 ή 1089, εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας και μετέβει στην Αχρίδα, όπου η παράδοση για τους Πεντεκαίδεκα Μάρτυρες ήταν ακόμη πολύ ζωντανή και παράλληλα κυκλοφορούσαν γι αυτούς διάφορες “φυλλάδες” αγιολογικής μορφής. Η διαβίωσή του στην Αρχιεπισκοπή Αχρίδος ήταν φοβερά δύσκολη. “Ητο σκληρά δοκιμασία δια τον λόγιον και εκλεπτισμένον αυτόν Βυζαντινόν, υποχρεωμένον όντα να ζει εν μέσω πληθυσμού καθυστερημένου και αξέστου. Τα γράμματα του δεικνύουν ότι επεθύμει να επιστρέψει εις την Βασιλεύουσαν, αλλ’ εχθροί ισχυροί του το εμπόδισαν”. (Κατά τον R. JANIN, καθολ. ιερομόναχο, Μέλος του ινστιτούτου Βυζαντινών Σπουδών, εν Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπ. Τόμ. 6, στήλες 417-419). Ο Θεοφύλακτος έγραψε πολλά συγγράμματα. “Εις πάντας σχεδόν τους κλάδους της θεολογίας ασχοληθείς, διέπρεψε μάλιστα εις την Ερμηνευτικήν... Εν τη Ερμηνευτική δ’ αυτού εργασία και πάντας μεν τους προγενεστέρους ερμηνευτάς είχεν υπ’ όψιν, προ πάντων δε τον Χρυσόστομον ..... Σαφήνεια, κυριολεξία, καθαρότητα λόγου διακρίνουσι τα υπομνήματα αυτού... (Ε. Γ. Παντελάκης, ένθ. ανωτ.). Μία απ’ αυτές είναι λόγος πανηγυρικός, αφιερωμένος στους Πεντεκαίδεκα Ιερομάρτυρες, που άθλησαν στην Τιβεριούπολη (Στρώμνιτσα) τον 4ον αιώνα επί της βασιλείας του Ιουλιανού του Παραβάτου. Διασώθηκαν και 130 επιστολές του, “εν ταις οποίαις παρέχει πληροφορίας περί της τότε καταστασεως των Βουλγάρων” (Βασ. Στεφανίδης: Εκκλησιαστική Ιστορία, σελ. 473, Εκδ. Οίκος “Αστηρ” Παπαδημητρίου, Αθήναι 1959). Οι επιστολές αυτές “απευθύνονται προς παντός εις ανωτέρους υπαλλήλους και επισκόπους. Είναι μεγάλης σπουδαιότητος, δια να γνωσθή η κατάστασις της Εκκλησίας και της κοινωνίας κατά την εποχήν του συγγραφέως των. Το ύφος είναι καθαρόν, αλλά ακολουθεί μιμητικώς το του Μιχαήλ Ψελλού”. (R. JANIN, ένθ. ανωτ.). Μερικές απ’ αυτές απευθύνονται προς ανώτερους λειτουργούς του κράτους και επιφανείς ιδιώτες, όπως είναι ο Νικηφόρος Βρυέννιος, ο μέγας δρουγγάριος Γεώργιος Πακουριανός, ο ιατρός και ποιητής Νικόλαος Καλλικλέας κ.ά. Οι επιστολές του αποτελούν αξιολογώτατη πηγή για τη γνώση της εκκλησιατικής, της εκπαιδευτικής και της πολιτικής καταστάσεως του βυζαντινού κράτους της ποχής του (11ος αιώνας). (Ε. Γ. Παντελάκης, ένθ. ανωτ. σ. 584β). Τα άπαντα έργα του Θεοφυλάκτου περιλαμβάνονται στην μεγάλη Πατρολογία MIGNE (Μίνι), στην οποία καταλαμβάνουν τους τόμους από 123 μέχρι και 126. Ο Θεοφύλακτος ήταν και ποιητής. Τα ποιήματά του δημοσιεύθηκαν το 1929 στην “Εκκλησιαστική Αλήθεια” (Τόμ. Δ’ σ. 141-148) από τον Β. Γεωργιάδη. Αυτός λοιπόν εν ολίγοις είναι ο βιογράφος των Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων της Τιβεριούπολης-Στρώμνιτσας. Συνπερασματικά μπορεί να λεχθεί “ότι ο Θεοφύλακτος διεδραμάτισε μέγα μέρος εις τον εκκλησιαστικόν κόσμον και υπήρξεν εις των πλέον αντιπροσωπευτικών ιεραρχών της Βυζαντινής Εκκλησίας κατά τους 11ο και 12ο αιώνας”. (R. JANIN, ένθ. ανωτ.). Το κείμενο του Θεοφυλάκτου για τους Πεντεκαίδεκα Μάρτυρες τυπώθηκε για πρώτη φορά, ως αυτοτελές έργο στη Μοσχόπολη με δαπάνες της Ι. Μονής του Οσίου Ναούμ το 1741. Για δεύτερη φορά εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1830 και για τρίτη φορά στη Θεσσαλονίκη το 1891 από το Βιβλιοπωλείο του Ν. Χριστομάνου στο τυπογραφείο του Σ. Μουρατόρη. Για να γίνει αυτη η τρίτη έκδοση προπληρώσανε σχετική συνδρομή περί τους 221 συνδρομητές, οι πλείστοι των οποίων ήταν Στρωμνιτσιώτες. Παρά πολλά από τα ονόματα αυτά απαντώνται και σήμερα στο Κιλκίς. Στο τέλος αυτής της εκδόσεως υπάρχει η ακόλουθη σημείωση: “Το παρόν βιβλίον πωλείται εν Στρουμνίτση παρά τω κ. Κωστάκη Χριστομάνου παντοπώλη”. Στην σύγχρονη εποχή τυπώθηκε από τις εκδόσεις “ΖΗΤΡΟΣ” σχετικό βιβλίο με τίτλο: Θεοφύλακτος Βουλγαρίας: Οι Δεκαπέντε Μάρτυρες της Τιβεριούπολης, Θεσσαλονίκη 2008, σειρά: Βυζαντινοί Συγγραφείς, από τον συγγραφέα Πέτρο Βλαχάκο. 6. Τα ονόματα και οι ιερατικοί βαθμοί των Πεντεκαίδεκα Στο Συναξάριο της Ακολουθίας των Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων σημειώνονται τα εξής: “Τω αυτώ μηνί (Νοεμβρίω 28η μνήμην ποιούμεν) των Αγίων και Καλλινίκων Μαρτύρων, των τελειοθέντων εν Τιβεριουπόλει, ων τα ονόματα: Τιμόθεος, Κομάσιος, Θωμάς, Ευσέβιος, Σέργιος, Δανιήλ, Σωκράτης, Χαρίτων, Βασίλειος, Θεόδωρος (και) Θεόδωρος, Ιερόθεος, Νικηφόρος και Ιωάννης”. Αυτοί οι “Πεντεκαίδεκα” σχημάτισαν ένα είδος μοναστικής και ιεραποστολικής Αδελφότητας. Εξ αυτών ο επίσκοπος Τιμόθεος, ως ο γηραιότερος όλων, απεβίωσεν ενωρίς. Στην Αδελφότητα αυτή προστέθηκε ένας ακόμη, λαϊκός χριστιανός από τη Στρώμνιτσα. Ετσι έγιναν ξανά Δεκαπέντε... Ο λαϊκός ονομαζόταν Ετιμάσιος. Η προέλευση των Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων έχει ως εξής: Οι τέσσαρες απ’ αυτούς, ήτοι οι Τιμόθεος, Κομάσιος, Ευσέβιος και Θεόδωρος, κατάγονταν από τη Νίκαια της Βιθυνίας της Μικράς Ασίας. Οι υπόλοιποι ένδεκα κατάγονταν από την πόλη και την περιοχή Στρώμνιτσας (Τιβεριούπολης τότε). Για τους τέσσαρες πρώτους ο βιογράφος τους Θεοφύλακτος σημειώνει (Ακολουθία των Εγίων Πεντεκαίδεκα...”, έκδ. 3η, βιβλιοπ. Ν. Χριστομάνου, Θεσσαλονίκη, 1891, σελ. 18 κ.έ): “Ο γουν Τιμόθεος... γέγονεν ευθύς επίσκοπος εν τη Εκκλησία Τιβεριουπόλεως, ο δε Κομάσιος, πρώτον μεν ήτον στρατιώτης... (είτα) ενεδύθη το αγγελικόν σχήμα (δηλ. έγινε μοναχός)... ο δε Ευσέβιος... και αυτός τα όμοια (δηλ. με τους υπολοίπους) έκαμνε, τα ίδια του μοναχικού τάγματος και εκήρυττε το λόγον της ευσεβείας... την φιλαργυρίαν ως ρίζαν πάντων κακών, εμίσησε και ό,τι αν είχεν πράγματα πατρικά του, τα έδιδεν αφθόνως μετά ιλαρότητος εις τους ενδεείς και πτωχούς, και απλώς ειπείν, ήτο πατήρ των ορφανών και των χηρών βοηθός... Ο άγιος Θεόδωρος, ο όντως επώνυμος της του Θεού δωρεάς, ήτον ένας από τους τριακοσίους δέκα και οκτώ Θεοφόρους Πατέρας της εν Νικαία Συνόδου, επίσκοπος ων την αξίαν (δηλ. στο αξίωμα)...” Για τους υπόλοιπους εκ των Πεντεκαίδεκα ο ίδιος ο βιογράφος σημειώνει: “Και ο μεν Πέτρος και Ιωάννης, Σέργιος και Θεόδωρος και Νικηφόρος υπήρχον εις το τάγμα των ιερέων αινούντες τον Κύριον, αντάμα δε με αυτούς ήσαν και ούτοι Βασίλειος και Θωμάς εις τον βαθμόν των διακόνων. Μοναχοί δε ήσαν Ιερόθεος, Χαρίτων και Δανιήλ. Ο δε Σωκράτης, ο εις τα πάντα σοφώτατος, ήτο στρατιώτης και πλούσιος κατά πολλά. Αλλά τον πλούτον και την δόξαν, ως κόνιν εκ μέσου εκτιναξάμενος, έγινε συνόμιλος και του χορού τούτου των Αγίων συναριθμούμενος... (και) εσυνάχθησαν όλοι αυτοί οι άγιοι και έγιναν ένα τάγμα (δηλ. Αδελφότητα μοναστική) και εζήλωσαν την αγγελικήν πολιτείαν (δηλ. του Μοναχισμού)...” 7. Από τη Νίκαια της Βιθυνίας στην Τιβεριούπολη (Στρώμνιτσα) της Μακεδονίας Οπως προαναφέρθηκε, οι τέσσαρες πρώτοι των “Πεντεκαίδεκα” κατάγονταν απ’ τη Νίκαια της Βιθυνίας της Μικράς Ασίας και απ’ εκεί, κατά την περίοδο της βασιλείας του Ιουλιανού (361-363), οδεύοντες έφθασαν μέσω Θεσσαλονίκης στην Τιβεριούπολη. Στο σημείο αυτό θεωρούμε σκόπιμο να κάνουμε μία σύντομη αναφορά στη μικρασιακή αυτή πόλη, για να δούμε ποιά ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα των εν λόγω Αγίων. Η Νίκαια της Βιθυνίας ευρίσκεται νότια της Νικομήδειας και βορειοανατολικά της Προύσας, κοντά στην ανατολική όχθη της Ασκανίας λίμνης. Σήμερα οι Τούρκοι την ονομάζουν Ιζνίκ (από το εις Νίκαιαν). Ιδρύθηκε περί το 316 πχ στη θέση μικρού πολίσματος από τον Μακεδόνα στρατηγό του Αντίγονο Α’ (382-301πχ) τον επιλεγόμενο Μονόφθαλμο ή Κύκλοπα (είχε χάσει το ένα μάτι του σε κάποια μαχη), ο οποίος την ονόμασε Αντιγόνεια. Η μυθολογική παράδοση λέγει ότι η αρχική Νίκαια, που χάνεται στο βαθύ παρελθόν, ιδρύθηκε από το Σάτυρο, που ήταν γιος της θεάς Νίκαιας, που αυτή ήταν κόρη του ποτάμιου θεού Σαγγάριου και της Κυβέλης. Στην περιοχή αυτή ο Λυσίμαχος (361-281), γιός του Αγαθοκλή από την Πέλλα και σωματοφύλακας του Μεγ. Αλεξάνδρου (Αρριανού, Αλεξ. Ανάβ. 6, 28, 4 κ.έ και Ινδ. 18,3), βασιλιάς της Θράκης κτλ, ενίκησε το 301πχ τον Αντίγονο και λόγω της νίκης του ονόμασε την πόλη Νίκαια. Από τότε και στο εξής η πόλη αυτή εγνώρισε μεγάλη ακμή και έγινε πρωτεύουσα του βασιλείου της Βιθυνίας. Επειτα καταλήφθηκε από τον Μιθριδάτη τον Ευπάτορα ή Μέγα (132-63πχ), βασιλιά του Πόντου και περί το 72 με 68 πχ καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους. Στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου η Νίκαια αξιώθηκε να συγκληθεί σ’ αυτήν η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος (325 μχ), στην οποία έλαβε μέρος και ο επίσκοπος Θεόδωρος, ο πρώτος μεταξύ των τεσσάρων πρώτων από τους “Πεντεκαίδεκα”. Επί Ιουστινιανού (527-565) σημείωσε νέα ακμή. Σ’ αυτήν συνήλθε και η 7η Οικουμενική Σύνοδος το 787. Η Νίκαια υπογόταν στην επαρχία της Ποντιακής Α’. Κατά τον Ιεροκλή (6ος αιώνας μχ) ήταν η 5η πόλη ανάμεσα σε 16 άλλες πόλεις, που διοικούνταν από κονσουλάριο (δηλ. διοικητή επαρχίας). Μετά την 4η Σταυροφορία και την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204-1261) υπήρξε πρωτεύουσα (προσωρινή) των Βυζαντινών και προσωρινή έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το 1330 την κατέλαβε ο Σουλτάνος Ορχάν (1288-1360), ο οποίος νίκησε τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ’ (1328-1341), καταλαμβάνοντας μαζί και τη Νικομήδεια (τουρκ. Ιζμίτ). Τη Νίκαια ο Ορχαν την έκανε πρωτεύουσα του κράτους του και μετ’ αυτήν, αργότερα, την Προύσα. (Ν.Ε. Τζιράκης, Θρησκ. και Ηθική Εγκυκλοπ. Τόμ. 9, στήλη 457). Η χριστιανική ιστορία της Νίκαιας αρχίζει τον 2ο μχ αιώνα, αλλά τα σχετικά ιστορικά στοιχεία έχουν πολλά κενά. Πρώτος γνωστός επίσκοπος της Νίκαιας είναι ο Θέογνις, αρειανός στο φρόνημα και ένας από τους “Συλλουκιανιστές”, τους οπαδούς δηλαδή του αιρετικού Λουκιανού. Κατά την εποχή των πρώτων τεσσάρων από τους Πεντεκαίδεκα επίσκοπος Νικαίας ήταν ο Πέτρος Α’ (459-490), που ήταν 8ος στη σειρά των γνωστών επισκόπων της πόλεως. Επί της αρχιερατείας του έγινε αυτοκράτορας ο Ιουλιανός, ο οποίος εκήρυξε τελικά διωγμό κατά των χριστιανών (361-363). (Εμμ. Ι. Κωνσταντινίδης, Θρησκ. και Ηθική Εγκυκλ. Τόμ. 9, στήλες 457-459). 8. Η διάδοση του Χριστιανισμού στην Τιβεριούπολη-Στρώμνιτσα Από τον πρώτο μχ αιώνα ο Χριστιανισμός διαδόθηκε στη Μακεδονία από τον Απόστολο Παύλο και τους “συνεργούς” του (Φιλήμ. 24) κατά τη δεύτερη Αποστολική Περιοδεία του (49-52). Τότε ίδρυσε τις χριστιανικές κοινότητες των Φιλίππων, της Θεσσαλονίκης και της Βέροιας. (Β. Στεφανίδης, ένθ. ανωτ. σελ. 33, σημ. 7). Προϊόντος του χρόνου η χριστιανική πίστη διαδινόταν συνεχώς, όλο και περισσότερο, παρά τα ανυπέρβλητα εμπόδια. Το καινούριο και πρωτάκουστο μήνυμα του Ευαγγελίου μαγνήτιζε τις άδολες καρδιές. Ετσι σχηματίσθηκαν νέες χριστιανικές κοινότητες, μεγαλύτερες ή μικρότερες, σε πόλεις και χωριά της Μακεδονίας. Αυτές διατηρούσαν ζωντανή και αδιάκοπη επικοινωνία με τις παλαιότερες. Οσα επαρχιακά κέντρα ήταν σε θέση να έχουν άμεση και τακτική επικοινωνία με τη Θεσσαλονίκη, έγιναν πολύ νωρίς δέκτες του ευαγγελικού κηρύγματος. Λόγω όμως των φοβερών διωγμών των τριών κυρίως πρώτων αιώνων από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, που φοβούνταν μήπως τεθεί υπό αμφισβήτηση η “θεϊκή” τους εξουσία, η Εκκλησία αιματοκυλήσθηκε στο αίμα εκατομμυρίων μαρτύρων και ομολογητών της και η εξάπλωση της διδασκαλίας της έκανε “δρόμο μετ’ εμποδίων”. Γι’ αυτό δεν κατέστη δυνατή η συστηματική οργάνωση τοπικών χριστιανικών κοινοτήτων, όπως αυτή της Τιβεριούπολης. Κατά το δεύτερο ήμισυ του 4ου μχ αιώνος υπήρχαν πολύ λίγοι χριστιανοί στην πόλη της Τιβεριούπολης με δύο ιερείς, υπαγόμενους στην επισκοπή Θεσσαλονίκης, χωρίς τη στοιχειώδη διοικητική οργάνωση. Η διάδοση του Χριστιανισμού στην Τιβεριούπολη (Στρώμνιτσα) και την περιοχή, έγινε σχετικά γρήγορα από τη Θεσσαλονίκη, λόγω γειτνιάσεως. Η απόσταση των 104 χιλιομέτρων μεταξύ των δύο πόλεων είναι σχετικά μικρή και γι’ αυτό υπήρχε ανάμεσά τους τακτική εμπορική κίνηση, ανταλλαγή αγαθών, κοινωνικές επαφές και διακίνηση ιδεών. Ως εκ τούτου έμποροι, τεχνίτες και άλλοι επαγγελματίες από τη Θεσσαλονίκη αφορμώμενοι, χριστιανοί όντες, δραστηριοποιούνταν στην πόλη της Στρώμνιτσας (Τιβεριούπολης), ή στις συκοινωνίες της τότε εποχής μεταξύ Τιβεριούπολης και Θεσσαλονίκης και διεδιδαν τη διδασκαλία της Εκκλησίας του Χριστού. Η πρώτη μορφή εκκλησιαστικής οργανώσεως και διοικήσεως στην Τιβεριούπολη άρχισε να υφίσταται κατά τον 4ο αιώνα. Το γεγονός αυτό οφείλεται στην παρουσία και την ιεραποστολική δράση των προαναφερθέντων τεσσάρων Ιεραποστόλων, των προερχόμενων από τη Νίκαια της Βιθυνίας. Ησας, ως γνωστόν, οι τέσσαρες από τους μετ’ ολίγον Δεκαπέντε. Πώς όμως βρέθηκαν οι τέσσαρες αυτοί Αγιοι από τη Νίκαια της Βιθυνίας της Μικράς Ασίας στην Τιβεριούπολη (Στρώμνιτσα) της Μακεδονίας; 9. Ο Ιουλιανός και η οδυνηρή μεταστροφή του στην ειδωλολατρία Ο Ιουλιανός (Φλάβιος-Κλαύδιος-Ιουλιανός), ο γνωστός ως Παραβάτης ή Αποστάτης, υπήρξε αυτοκράτορας του Βυζαντίου κατά τα έτη 361-363. Γεννηθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 331 και πέθανε από τραύμα το 363 στη Μεσοποταμία. Ο πατέρας του Ιούλιος Κωνστάντιος, ήταν ετεροθαλής αδελφός του μεγάλου Κωνσταντίνου και αμφιθαλής αδελφός της Κωνσταντίας. Η μητέρα του Βασιλίνα καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και ήταν συγγενής του αρειόφρονα επισκόπου Νικομήδειας Ευσεβίου. Ο Ιουλιανός έχασε τη μητέρα του λίγους μήνες μετά τη γέννησή του, την δε παιδική του μόρφωση ανέλαβε αργότερα (το 338) ο Σκύθης ευνουχος Μαρδόνιος, που ήταν παιδαγωγός και της μητέρας του. Αμέσως μετά το θάνατο του Μεγ. Κωνσταντίνου (το 337) δολοφονήθηκε ο πατέρας του στο πλαίσιο της συνωμοσίας των αυλικών για την εξόντωση όλων των συγγενών εκ πλαγίου του Κωνσταντίου του Χλωρού. Η συνωμοσία οργανώθηκε με την ενθάρρυνση ή τουλάχιστον την ανοχή του Κωνσταντίου, πρωτότοκου γιού και διαδόχου του Μεγ. Κωνσταντίνου. Ο θείος του Ιουλιανού, μητροπολίτης Νικομήδειας Ευσέβιος, έδειξε ξεχωριστό ενδιαφέρον για τη μόρφωση του Ιουλιανού. Από τη συνωμοσία διασώθηκε και ο μεγαλύτερος ετεροθαλής αδελφός του Γάλλος (λόγω μικρής ηλικίας), αλλά οι δύο ανήλικοι ζούσαν με το άγχος της απειλής εναντίον της ζωής τους. Μετά το θάνατο του Ευσεβίου (το 342) απεστάλησαν στο φρούριο Μάκελλον της περιοχής Καισάρειας της Καππαδοκίας, όπου ο Ιουλιανός βαπτίστηκε χριστιανός και χειροθετήθηκε στο αξίωμα του αναγνώστη. Εκεί ο Ιουλιανός εκμεταλλεύτηκε το χρόνο και τη μελέτη φιλολογικών και θεολογικών βιβλίων. Αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, παρακολούθησε μαθήματα των ρητόρων Νικοκλή και Εκηβολίου. Στη Νικομήδεια (351-354) εξασφάλισε αντίγραφα των μαθημάτων του Λιβανίου. Απέκλινε προς το Νεοπλατωνισμό και σχετίσθηκε με το γέροντα θεουργό Αιδέσιο, μαθητή του Ιαμβλίχου και τον Εφέσιο Μάξιμο, νεοπλατωνικό φιλόσοφο. Στην Τρωάδα έκανε προσκύνημα στον τάφο του Αχιλλέα και μυήθηκε στα μυστήρια του θεουργικού Νεοπλατωνισμού, πράγμα που έδειξε την οριστική απομάκρυνσή του από το Χριστιανισμό. Το 354 φονεύθηκε με διαταγή του αυτοκράτορα Κωνστάντιου ο ετεροθαλής αδελφός του Γάλλος. Στα Μεδιόλανα όπου κλήθηκε κινδύνευσε άμεσα η ζωή του από τον αιμοσταγή αυτοκράτορα Κωνστάντιο (αρειανόφιλο), αλλά διασώθηκε με την επέμβαση της θείας του Ευσεβίας, που καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και τον συμπαθούσε. Αναγκάστηκε να νυμφευτεί την αδελφή του αυτοκράτορα Ελένη. Μετά ανέλαβε την αρχηγία των στρατευμάτων της Γαλατίας, με το αξίωμα του καίσαρα και επέδειξε εξαιρετικές αφομοιωτικές ικανότητες και μοναδικη στρατιωτική δραστηριότητα, έχοντας ως έδρα τη μικρή τότε πόλη του Παρισιού. Στη Γαλατία έζησε πληρέστερα τα νεανικά του οράματα για την αποκατάσταση της εθνικής θρησκείας (ειδολολατρίας). Είχε συνεχή επικοινωνία με την Ευσεβία, που του έστελνε τα αναγκαία βιβλία και με φίλους και με ομοϊδεάτες του της Ανατολής. Συνδέθηκε επίσης με τον περίφημο νομομαθή της Δύσεως Σαλλούστιο. Μετά το θάνατο της Ευσεβίας (359) εκδηλώθηκαν και πάλι ζωηρές καχυποψίες του αυτοκράτορα Κωνστάντιου εναντίον του. Μετά το θάνατο του Κωνσταντίου (3 Νοεμβρίου 361) ο Ιουλιανός έγινε απόλυτος κύριος του κράτους και εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη χωρίς δυσκολίες, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό (11 Δεκεμβρίου 361). Ορισε έπαρχο του Πραιτωρίου τον Σαλλούστιο (PRAEFECTUS PRAETORIO), ο οποίος ανέλαβε την αποστολή της συνοπτικής δικαστικής διαδικασίας για την αυστηρή τιμωρία των δολοφόνων του πατέρα και των άλλων συγγενών του Ιουλιανού. Καταγοητευμένος από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και θρησκεία και γεμάτος μίσος για τους δολοφόνους της οικογένειάς του και τη θρησκεία τους, ανέχθηκε στην αρχή τους χριστιανούς και αποφυλάκισε τους ορθόδοξους επισκόπους που είχε φυλακίσει ο αρειανός Κωνστάντιος, ώστε να γίνει αποδεκτός από το λαό. Μετά αναδιοργάνωσε τις υπηρεσίες του παλατιού, στελέχωσε τις δημόσιες θέσεις με ομοϊδεάτες και φίλους του, αναμόρφωσε την εθιμοτυπία και τελικά διακήρυξε την αποκατάσταση της εθνικής θρησκείας (ειδωλολατρίας) το 362. Οι ειδωλολατρικοί ναοί ανοίχθηκαν, οι περιουσίες τους επιστράφηκαν και η ειδωλολατρική θρησκεία ενθαρρύνθηκε με κάθε πρόσφορο μέσον. Οι χριστιανοί απομακρύνθηκαν από τα υψηλά πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα, ενθάρρυνε τη δυναμική ενεργοποίηση των Εβραίων στην πολεμική κατά του Χριστιανισμού, προσπάθησε με κάθε τρόπο να αποδυναμώσει την Εκκλησία και με τρία διατάγματα απέκλειε τους χριστιανούς από το δικαίωμα διδασκαλίας ή μαθητείας στα σχολεία της αυτοκρατορίας. Τους χριστιανούς τους αποκαλούσε ειρωνικά “Γαλιλαίους”. Σε ένα έργο του “κατά Γαλιλαίων”, που σώζεται σε αποσπάσματα, επιχειρεί με έξυπνο τρόπο την καταπολέμηση του Χριστιανισμού. Τελικά υποκίνησε διωγμό κατά της Εκκλησίας και ειδικά των κληρικών. Ορισμένοι διοικητές επαρχιών, φανατικοί ομοϊδεάτες του, εφάρμοσαν με απόλυτη αυστηρότητα τα σχετικά διατάγματά του. Τελικά ο ίδιος, επιστρέφοντας από την Αρμενία πληγώθηκε από δόρυ αγνώστου (26 Ιουλίου 363) σε αψιμαχίες με διασκορπισμένες δυνάμεις των Περσών και πέθανε συζητώντας για την αθανασία της ψυχής με τους φιλοσόφους Μάξιμο και Πρίσκο, μέσα στη σκηνή του. Το όραμά του για την αναβίωση της ειδωλολατρίας έσβησε μαζί με τη δική του ζωή. (Βλ. Φειδάς, Εγκ. Πάπυρος LAROUSSE-BRITANNICA, τομ. 25, σελ. 348 κ.έ). Οπως γράφει ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, “πολλοί Χριστιανοί τότε εμαρτύρησαν δια το όνομα του Χριστού, με πολλάς παιδεύσεις και με σκληράς τιμωρίας απέθνησκον και ελάμβανον παρά του Χριστού το στέφος της αθλήσεως. Πολλοί δε έτεροι πάλιν, δια την αγάπη του κόσμου και δια τα βραβεία όπου ήλπιζον να λάβουν από τον ασεβή βασιλέα (Ιουλιανόν), ηρνούντο, φευ, τον Χριστόν και εθυσίαζον τοις ειδώλοις. Οσοι δε πάλιν μήτε να μαρτυρήσουν εδύναντο, μήτε να θυσιάσουν εις τα είδωλα ήθελον, έφευγον εις τα όρη και εις τα σπήλαια και εκρύπτοντο· έτεροι δε πάλιν άφινον την πατρίδα των και τον τόπον των και επήγαινον εις άλλους ξένους τόπους και πόλεις και εκατοικούσαν, μόνον δια να μην αρνηθούν το όνομα του Χριστού. Από τούτους ήσαν και οι σήμερον παρ’ ημών επαινούμενοι, οι άγιοι ούτοι......, οι οποίοι μη δυνάμενοι βλέπειν την ασεβή πλάνην των ειδώλων και τας εναγείς και ακαθάρτους θυσίας και την απώλειαν εκείνων όπου ηρνούντο των Χριστόν και εθυσίαζον τοις δαίμοσι, μήτε να βλέπουν τας πικράς τιμωρίας και βάσανα εκείνων των γενναίων αθλητών, όπου εστέκοντο ανδρείως εις την πίστην του Χριστού, άφησαν την Νίκαιαν και επήγαν εις την Θεσσαλονίκην, των οποίων τα ονόματα είναι ταύτα: Τιμόθεος, Κομάσιος, Ευσέβιος και Θεόδωρος” (Θεοφύλακτος, Ακολουθία των Πεντεκαίδεκα Ιερομαρτύρων...” Εκδ. Ν. Χριστομάνου, Θεσσαλονίνη 1891, σελ. 17-18). 10. Η ενεργοποίηση του ιουλιανού Διατάγματος κατά της Εκκλησίας Το διάταγμα του Ιουλιανού κατά των Χριστιανών ενεργοποιήθηκε και στη Θεσσαλονίκη και μάλιστα με άκρα αυστηρότητα από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς διοικητές της εποχής εκείνης, που είχαν τα ονόματα Ουάλης και Φίλιππος. Αυτοί ήταν φανατικοί ειδωλολάτρες και με τη δύναμη που τους έδεινε η κρατική εξουσία “τα μεν ακάθαρτα είδωλα ετιμούσαν και την ειδωλολατρείαν εις την πρώτην τάξιν έφεραν, την δε πίστιν του Χριστού μήτε καν ήθελον να την ακούσουν οι ασεβέστατοι, μόνον επούδαζον να εξαλείψουν το όνομα του Χριστού από ταύτην την πόλιν (δηλαδή την Θεσσαλονίκην) και τα περίχωρα... (“Θεοφύλακτος, ένθ. ανωτ. σ. 18). Οι ως άνω διοικητές της Θεσσαλονίκης φάνηκαν μπορούμε να πούμε “βασιλικώτεροι του βασιλέως”. Εφάρμοσαν το βασιλικό διάταγμα χωρίς καμμία ανοχή ή ελαστικότητα “κατά γράμμα”. Δεν μπορούσαν “να πιάσουν το σφυγμό της εποχής”, να καταλάβουν ότι είτε ήθελαν, είτε δεν ήθελαν, τα πράγματα κατά ιστορική αναγκαιότητα άλλαζαν και ο ρους της Ιστορίας του κόσμου έπαιρνε τη δική του κατεύθυνση, χωρίς να είναι δυνατόν να εκβιασθεί με βίαια μέτρα και μεθόδους, σαν αυτά που εφάρμοζαν αυτοί, ακολουθώντας τον αυτοκράτορα τυφλά στη ρωμαντική οπισθοδρομική του πορεία. Υποχρέωναν του Θεσσαλονικής επί ποινή θανάτου να αρνηθούν το Χριστό και να θυσιάσουν στα είδωλα, ενώ ο Χριστιανισμός της Θεσσαλονίκης είχε ριζώσει ήδη από τον πρώτο αιώνα. Οι προαναφερθέντες τέσσαρες Αγιοι από τη Νίκαια, συνάντησαν στην Θεσσαλονίκη μια φοβερή κατάσταση. Γι’ αυτό έφυγαν από την πόλη και πήραν το δρόμο προς βορράν και έφθασαν στην Τιβεριούπολη. “Εκεί ευρήκαν μικράν άδειαν (δηλαδή δεν γινόταν διωγμός, διότι εκεί δεν υπήρχε οργανωμένη εκκλησιαστική κοινότητα) και έσπερναν τον λόγον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εις τας ψυχάς των ευσεβών ανθρώπων. Ου μόνον δε εις το λέγειν και διδάσκειν ήσαν ικανοί και άξιοι αυτοί οι Αγιοι, αλλά και εις το ποιεί ήσαν πρόθυμοι και είχον τον λόγον μαζή με το έργον εκλάμποντα (Θεοφύλακτος, ένθ. ανωτ. σελ 18). Εκεί, στη Τιβεριούπολη (Στρώμνιτσα) “ο άγιος βίος και η χαριτόβρυτος πολιτεία τους, είλκυσε και άλλους ένδεκα ιερείς και μοναχούς της Τιβεριούπολης, απαρτίζοντας “την τρίτη πεντάδα” των πιστών δούλων και εργατών του αμπελώνος του Χριστού” (Δ. Νατσιός, “Οι Αγιοι Πεντεκαίδεκα Ιερομάρτυρες...” σημείωμα στο ημερολόγιο της Ιεράς Μητροπόλεως Πολυανής και Κιλκισίου για το 2011). Η θεοφιλής δράση και η κατά Χριστόν ζωή και πολιτεία των πρώτων τεσσάρων εκ των Πεντεκαίδεκα, έκανε ζωηρότατη εντύπωση στους κατοίκους της πόλεως και της περιοχής και πάρα πολλοί απ’ αυτούς, ειδωλολάτρες μέχρι τότε, προσελκύονταν στο Χριστό και εβαπτίζονταν χριστιανοί. Αρχικά με τους τέσσερες πρώτους ενώθηκαν πέντε ιερείς από την Τιβεριούπολη και την περιοχή. Αυτοί ήσαν οι: Πέτρος, Ιωάννης, Σέργιος, Θεόδωρος και Νικηφόρος και δύο διάκονοι, οι Βασίλειος και Θωμάς. Ακόμη τέσσαρες μοναχοί που εμόναζαν σε κάποια απομακρισμένα ερημητήρια, όταν άκουσαν για τη δράση και την κατά Χριστόν πολιτεία των ήδη ένδεκα συναριθμουμένων, επήγαν στην Τιβεριούπολη και τους συνάντησαν. Από τη συνάντηση αυτή έμειναν τόσο πολύ ικανοποιημένοι και ενθουσιασμένοι, που, χωρίς περιστροφές εζήτησαν να μείνουν μαζί τους, πράγμα που έγινε. Εγιναν όλοι μαζί πλέον Δεκαπέντε και μελετούσαν τον λόγο του Θεού, προσεύχονταν και εργάζονταν για τα απαραίτητα της διαβιώσεως τους και τις ελεημοσύνες τους. Αυτοί “όλοι μαζί οι άγιοι ζούσαν ισαγγελική ζωή, φώτιζαν τις ψυχές των ανθρώπων, ήλεγχαν την πλάνην των ειδώλων στην Τιβεριούπολη και την ευρύτερη περιοχή, ενώ έλαβαν από τον μισθαποδότη Κύριο και το χάρισμα της θαυματουργίας και μάλιστα των ιάσεων”. (Δ. Νατσιός, ένθ. ανωτέρω). Ετσι ιατρεύανε τα πάθη και τις ασθένειες δωρεάν, στο όνομα του Χριστού, όχι μόνον της ψυχής αλλά και του σώματος. Πολλοί από τους ιαθέντες ζητούσαν να τους προσφέρουν αμοιβή για να τους ευχαριστήσουν. Εκείνοι όμως αντί άλλης αμοιβής, τους ζητούσαν να πιστεύουν αταλάντευτα στο Χριστό και να ζουν με συνέπεια και ακρίβεια τη χριστιανική ζωή. 11. Οι στρατηγοί-διοικητές της Θεσσαλονίκης και οι Πεντεκαίδεκα Μάρτυρες Η ιεραποστολική δραστηριότητα, η αγιότητα και η αρετή τους, πράγματα πρωτόγνωρα για εκείνη την εποχή, διαδώθηκαν ευρύτατα. “Οσον μεν αυτοί εσπούδαζον να κρύψουον την αρετήν των, τοσούτον ο Θεός την εφανέρωνε”. (Θεοφύλακτος, ένθ. ανωτ. σελ 18β). Και συνεχίζει ο Θεοφύλακτος: “Ο σκοπός των Αγίων δεν ήτο άλλος παρά να σώσουν ψυχάς πεπλανημένας και να φέρουν προς ευσέβειαν· ότι τόσην έλαβον παρά Θεού χάριν, όπου μόνον με τον λόγον ευθύς εγίνοντο και τα θαύματα και εφαίνετο η διδαχή τους υψηλοτέρα προς τους διώκοντας και ηκούσθη η φήμη των αγίων πανταχού δια την αρετήν και τα θαύματα οπού ενεργούσαν καθ’ εκάστην, ώστε και εις την Θεσσαλονίκην πολύς λόγος ηκούσθη περί τούτων· ωσταύτως εισήλθεν ο λόγος και εις τας ακοάς των ηγεμόνων Φιλίππου και Ουάλεντος των οποίων τα ονόματα προείπομεν, οι οποίοι ήσαν πρόθυμοι να πληρώσουν τα προστάγματα του δυσσεβούς Ιουλιανού· και ως ήκουσαν και αυτοί την πολιτείαν των Αγίων, πως ολίγον τίποτες ήτος (δηλαδή ελάχιστα έμεινε) να είναι όμοιοι με τους Αγγέλους, τουτέστιν δια το άυλον και ότι η διδαχή τους είναι πολλή, και θεϊκήν χάριν και δύναμιν έχει και φέρνει εις εκείνους όπου την ακούσουν και ότι κανείς δεν απέμεινεν εις την Τιβεριούπολιν εις τον Ελληνισμόν (δηλαδή ειδωλολατρείαν), ουδέ από τους μεγάλους ανθρώπους, αλλ’ έγιναν όλοι Χριστού μαθηταί και προσκυνηταί”. (Θεοφύλακτος, ένθ. ανωτ. σελ. 19α). Τότε σκέφθηκαν να στείλουν στην Τιβεριούπολη μερικούς αξιωματικούς τους, για να πειθαναγκάσουν τους Πεντεκαίδεκα να επιστρέψουν στην ειδωλολατρία και να θυσιάσουν στους “θεούς”, αλλά, αφού το καλοσκέφθηκαν, άλλαξαν γνώμη και πήραν την απόφαση να πάνε οι ίδιοι. Αυτό το έκαναν ίσως γιατί υπήρχε φόβος μήπως οι αξιωματικοί τους, αντί να πείσουν τους Πεντεκαίδεκα, πεισθούν αυτοί από εκείνους και μεταστραφούν στο Χριστιανισμό. Εχοντας τη γνώμη ότι μπορούν για πάντα οι φορείς της κρατικής εξουσίας να επιβάλλονται στους ανθρώπους με τη βία, το φόβο, την αγριότητα και τα βασανιστήρια, για να τους υποτάσσουν στα παράνομα θελήματά τους, πήραν το δρόμο για την Τιβεριούπολη, αποφασισμένοι να δείξουν όλη την αγριότητά τους, εάν τυχόν οι “Δεκαπέντε” δεν εννοούσαν να αλλάξουν φρόνημα. Εκτός από την προσωπική τους φρουρά, επήραν μαζί τους δημίους-βασανιστές μαζί με τα απαίσια σύνεργα βασανισμού. 12. Οι διοικητές της Θεσσαλονίκης στην Τιβεριούπολη Οι διοικητές της Θεσσαλονίκης Φίλιππος και Ουάλης πραγματοποίησαν την απόφασή τους. Με τη συνοδεία τους έφθασαν κάποια μέρα στην Τιβεριούπολη. Το νέο διαδόθηκε αστραπιαία. Ολοι πάγωσαν από το φόβο τους. Η αγριότητα, η ωμότητα και η βάρβαρη συμπεριφορά των εν λόγω διοικητών ήσαν πράγματα από πριν γνωστά, όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη αλλά και στην ευρύτερη περιοχή· και όχι μόνο απέναντι των χριστιανών αλλά και απέναντι όλων των υπηκόων. Συνδύαζαν την εξουσία με την ωμή αγριότητα, για “να μην κουνιέται ουτε φύλλο”. Βέβαια, ούτε λόγος να γίνεται για ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα, για ελευθερία συνειδήσεως και ιδεών κλπ. Αυτά ήσαν πράγματα άγνωστα, αδιανόητα και ακαταλαβίστικα γι’ αυτούς και γενικά για τον ειδωλολατρικό κόσμο της εποχής εκείνης. Ξέρανε μόνο: βία, απανθρωπιά, εξαναγκασμό, βασανιστήρια, θάνατο. Οι διοικητές μόλις έφθασαν στην Τιβεριούπολη και ξεκουράστηκαν, διέταξαν να συγκεντρωθεί ο κόσμος της πόλεως στην πλατεία, μπροστά στο Δικαστήριο, για να παρακολουθήσει τη δημόσια δίκη και να στηθούν γι’ αυτούς δύο μεγαλοπρεπείς θρόνοι με τη φρουρά γύρω, τους δημίους και τα σύνεργα βασανισμού. Μετά “επρόσταξαν και έφεραν τους Αγίους έμπροσθέν τους, ίνα και η θεωρία τους μάλλον τους φοβήση και ο λόγος των γένη εξακουστότερος, και είπον προς τους Αγίους: Ολοι οι βασιλικοί, τω βασιλικώ διατάγματι πείθονται, το οποίον είναι να προσκυνούμεν τους αθάνατους θεούς, τους οποίους οι παλαιοί σοφοί παρέδωκαν, να τους φθιάνουν ναούς και καμμίαν θρησκείαν να μη δεχθούν, μήτε κανένα νέον θεόν να προσέχουν. Πώς εσείς εφάνητε έξω από όλην την οικουμένην και σοφώτεροι από τους παλαιούς άνδρας; ή εσείς έχετε περισσοτέραν δύναμιν και σοφίαν από την Βασιλέα ημών, ο οποίος επέρασε τους σοφούς, και εσείς τολμάτε να ονομάζετε τας περί θεών μαρτυρίας, μύθους;.... και καταφρονείτε τα βασιλικά προστάγματα και έναν ανθρωπο όπου εγεννήθη εις την Παλαιστίνην ....... (και)....... έπειτα εσταυρώθη με τους ληστάς, τούτον ως βασιλέα και Θεόν προσκυνάτε, και πάσαν τιμήν αποδίδοντες, θαρείτε πως ευσεβείτε;” (Θεοφύλακτος, ένθ. ανωτ. σελ. 19β). Τέλος, κατά την πάγια συνήθεια, αφού τους υποσχέθηκαν πλούτη και μεγαλεία, αν αρνηθούν το Χριστό και δημοσίως θυσιάσουν στα είδωλα, ενώ διαφορετικά τους ανέμεναν βασανιστήρια και θάνατος, τους κάλεσαν να απαντήσουν. 13. Η απολογία και το μαρτύριο των Αγίων Πεντεκαίδεκα Οταν άκουσαν αυτά οι Αγιοι, χωρίς να φοβηθούν καθόλου, τους έδωσαν αποστομωτική απάντηση: “Ανοίξαντες το στόμα (αυτών) απέδειξαν μεν την των ειδώλων ματαιότητα, ομολόγησαν δε το μυστήριον της ευσεβούς θεολογίας και της του Θεού λόγου οικονομίας”. (Αγ. Νικόδημος Αγιορείτης, Συναξαριστής, Τόμ. Β’, σελ. 205-206). Η απολογία ήταν εκτεταμένη, έγινε με ευφράδεια λόγου και σαφήνεια και περιείχε αδιάσειστα επιχειρήματα. Οταν έφθασαν στο σημείο να μιλήσουν “για την αποστολήν και κάθοδον του Παναγίου Πνεύματος και περί της δυνάμεως, οπού εδόθη τοις Αποστόλοις...” (Θεοφύλακτος, ένθ. ανωτ. σ. 21), οι διοικητές τους διέκοψαν λέγοντες: “Ημείς σας εδώκαμεν άδειαν να αποκριθείτε την ερώτησιν, εσείς δε εφάνητε ρήτορες προς ημάς και δείχνετε την δύναμιν όπου έχετε εις το λέγειν. Ομως έμπροσθεν εις το θέατρον (δηλαδή τους θεατές) στέκεσθε και εις δικαστικόν και φοβερόν βήμα και ουχί προς κρίσιν (δηλαδή. απόκριν, απάντησιν)· πώς ομολογείτε; θύετε τοις αθανάτοις θεοίς ή ουχί; αποκριθείτε”. (Θεοφύλακτος, ένθ. ανωτ. σ. 21). Οι δύο διοικητές εξοργίσθηκαν με τη θαρραλέα απάντηση των Αγίων. Αμέσως εξέδωσαν καταδικαστική απόφαση και τιμωρία με βασανιστήρια και θάνατο δια ξίφους. Αρχικά σκέφθηκαν να τους μεταφέρουν σιδηροδέσμιους στις φοβερές φυλακές της Θεσσαλονίκης για τα περαιτέρω, αλλά σε λίγο άλλαξαν γνώμη, επειδή επείγοντο να επιστρέψουν στην έδρα τους. Τότε διέταξαν να εκτελεστεί επί τόπου και αμέσως η απόφασή τους, όπως και έγινε. Λίγο πριν από την εκτέλεση, ένας από τους Πεντεκαίδεκα, ο ιερεύς Πέτρος, ο οποίος διακρινόταν για το θάρρος και την ευγλωτία του, “θείω ζήλω κινούμενος, και πυρωθείς την καρδίαν, είπε προς τους τυράννους: ω άνομοι και ασεβέστατοι και εχθροί της αληθείας, πώς βάλλοντες πρόσωπα κριτών και πλασάμενοι σχήμα κρίσεως, χύνετε αίματα δικαίων χωρίς πταίσιμον, εις τους οποίους δεν ευρέθη ουδέν άξιον θανάτου, αλλά τιμή και πάσης τιμής στεφάνων άξια;” (Θεοφύλακτος, ένθ. ανωτ. σ. 21). ...... “Ταύτα ως ήκουσαν οι μιαροί άρχοντες επρόσταξαν να εκδύσωσιν τον άγιον και να απλώσωσιν αυτόν κατά γης· έπειτα να δείρωσιν αυτόν με ραβδία και να κόψωσι τας χείρας του και τελευταίον να τον αποκεφαλίσωσιν. Τούτο δε γενομένου ερρίφθισαν αι ιεραί αυτού χείρες δια να τας φάγωσιν οι σκύλοι. Μία δε γυνή, τυφλή ούσα εκ γενετής, ευρέθη εκεί και ενόησεν ότι έπεσεν πλησίον εις τους πόδας της η δεξιά χείρ του μάρτυρος, όθεν λαβούσα ταύτην και τυλίξασα εις το επανοσκέπασμα της κεφαλής της, υπήγεν εις την οικίαν της. Από δε την χαράν της, μη έχουσα τί να κάμη δια τον τοιούτον θησαυρόν, εφίλει την μαρτυρικήν δεξιάν, ενηγκαλίζετο και ήγγιζε αυτήν εις τα όμματά της και ευθύς, ώ των θαυμασίων σου Κύριε! ηνοίχθηκαν οι οφθαλμοί της. Οθεν βλέπουσα το φως του ηλίου, με μεγάλην φωνήν την του Χριστού και των αγίων εκήρυττε δύναμιν. Είτα λαβούσα την δεξιάν υπήγεν εις την Θεσσαλονίκην και απεθησαύρισεν αυτήν εις τον εκείσε ναόν της καλλινίκου μάρτυρος Αναστασίας”. (Αγ. Νικοδήμου, ένθ. ανωτ. 206-207). Τελικά το ιερό αυτό λείψανο επανήλθε στα χέρια των Τιβεριουπολιτών (Στρωμνιτσιωτών), οι οποίοι το 1913, ως πρόσφυγες, το μετέφεραν στο Κιλκίς. Σήμερα ευρίσκεται αποθησαυρισμένο στον περικαλή Ναό των Πεντεκαίδεκα Ιερομαρτύρων. Μετά τη θανάτωση δι’ αποκεφαλισμού του Αγίου Πέτρου, εκτελέσθηκαν επί τόπου και οι υπόλοιποι Αγιοι, επίσης δι’ αποκεφαλισμού. Ηταν 28η Νοεμβρίου. Η εκδικητική μανία των δύο διοικητών ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δεν μπόρεσαν να σεβαστούν ούτε τους νεκρούς. Εδωσαν αυστηρότατη εντολή να μείνουν άταφα τα σώματα των Αγίων Μαρτύρων, για να τα φάνε τα σκυλιά και τα αγρίμια. Κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει. Αυτά όμως εφυλάσσονταν “ανύβριστα και αλώβιητα υπό της χάριτος του Ιησού Χριστού· και βλέποντες οι πιστοί τούτο το παράδοξον, εδόξαζον τον Θεόν...” (Θεοφύλακτος, ένθ. ανωτ. σ. 22). Ο αγ. Νικόδημος (ένθ. ανωτ. σελ. 206-207 σημειώνει: “Επειδή δε ευρίσκοντο άταφα και ατίμως ερριμμένα τα των αγίων μαρτύρων λείψανα, δια τούτο, ότε οι ρηθέντες άρχοντες υπήγαν εις Θεσσαλονίκην, Χριστιανοί τινές ευρόντες άδειαν επήραν αυτά με λαμπάδας και θυμιάματα και τα ενεταφίασαν εις την Τιβεριούπολιν, έκαστον λείψανον εις χωριστήν θήκην, επιγράψαντες και το όνομα ενός εκάστου μάρτυρος και την ζωήν και το αξίωμα. Εκτοτε δε πηγάς θαυμάτων εκχέουσι τα άγια ταύτα λείψανα όχι μόνον εις τους εκεί εγχωρίους, αλλά και εις τους μακράν κατοικούντας”. 14. Η μετακομιδή των ιερών λειψάνων από τους Βουλγάρους Περαιτέρω ο βιογράφος λέγει ότι μετά παρέλευσιν πολλού καιρού, κάποιο έθνος βάρβαρο, οι λεγόμενοι Ο(μ)βροι (πιθανώς Ούνοι), διαβαίνοντας από την Μεσήμβρια έφθασαν στην Τιβεριούπολη-Στρώμνιτσα και την κατέστρεψαν ολοσχερώς. Επυρπόλησαν όλα τα κτήρια και κατεδάφισαν το Ναό των Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων, καταχώνοντας τις μαρμάρινες λάρνακές τους κάτω από τα χαλάσματα. Πολύ αργότερα ο βασιλιάς των Βουλγάρων Μιχαήλ (Βόρις-Μιχαήλ, 852-889), γιός του Πρεσιάμ (836-852), το 864 βαπτίστηκε και μετά διέταξε εκσκαφή των ερειπίων και βρήκε τα ιερά λείψανα των Αγίων. Εκτισε Ναόν στην επισκοπή Κραλινίτζας και διέταξε τον τοπικό διοικητή να τα μεταφέρει εκεί. Παρά τις διαμαρτυρίες των Τιβεριωτών ο διοικητής ονόματι Ταριδήνας, μετέφερε τα ιερά λείψανα των τριών εκ των Πεντεκαίδεκα ήτοι των: Τιμόθέου, Κομασίου και Ευσεβίου (Αυγούστου 28) και τα εναπόθεσε στον νεόδμητο επ’ ονόματι των Μαρτύρων Ναό. Αργότερα, επί τσάρου των Βουλγάρων Συμεών (893-927), δευτερότοκου γιου του πρώτου χριστιανού ηγεμόνα των Βουλγάρων Βόριδος-Μιχαήλ, λαβόντος αγιόλογη μόρφωση στην Κωνσταντινούπολη και τοπικού διοικητού, λεγομένου Δίστρου, μεταφέρθηκαν τα ιερά λείψανα στην Κραλινίτζα και των υπολοίπων Αγίων. Ο βιογράφος τους αναφέρεται και σε πολλά θαύματα, που, δια των ιερών λειψάνων των, επιτέλεσαν οι Αγιοι μέχρι την εποχή του και επιλέγει: “Αυτή είναι η πολιτεία των Αγίων Πεντεκαίδεκα, ευλογημένοι χριστιανοί, αυτά είναι τα έργα των και αι πράξεις των. Ετσι εδούλευαν τω Θεώ Ολοψύχως. Δια τούτο και ο Θεός τους ετίμησεν και εν ουρανώ και επί γης. Τοιουτοτρόπως εσπούδασαν να αρέσουν τον Χριστόν, αλλά και ο Ιησούς Χριστός τους το ανταπέδωκε χιλιαπλασίως. Δια τούτο και ημείς, όσοι εσυνάχθημεν σήμερον και ηκούσαμεν τον λόγον των Αγίων, πρέπον είναι να κάμωμεν, ωσάν ηκούσαμεν και ωσάν πως έχομεν την πίστιν την αγίαν και καθαράν, έτσι να έχωμεν τα καλά και αγαθά έργα...” (Θεοφύλακτος, ένθ. ανωτ. σελ. 27α-β). Από τότε “πηγάς θαυμάτων εκχέουσι τα άγια ταύτα λείψανα όχι μόνον εις τους εκεί εγχωρίους αλλά και εις τους μακράν κατοικούντας, ώστε πολλοί Ελληνες (Ελληνες=ειδωλολάτρες) παρακινούμενοι από τα θαύματα αυτών, επίστευσαν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθησαν και ουδείς έμεινεν ούτε εις την Στρούμμιτζαν ούτε εις τα όριά της ασεβής τε και Ελλην (δηλ. ειδωλολάτρης). (Αγ. Νικόδημος Αγιορ. ένθ. ανωτ. σελ. 207). 15. Επιλεγόμενα Για τους Πεντεκαίδεκα ιερομάρτυρες, προστάτες και πολιούχους του Κιλκίς συντάχθηκε, πλη του “βίου και της πολιτείας” τους και σχετική εορτάσιμη Ακολουθία, που ψάλλεται κατά την Εορτή τους 27 (εσπέρας) και 28 Νοεμβρίου. Η Ακολουθία αυτή είναι ποίημα που συνέταξε ο Κωνσταντίνος Καβάσιλας, Μητροπολίτης Τιβεριουπόλεως και η οποία τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1741 στη Μοσχόπολη της Βόρειας Ηπείρου, της οποίας το τυπογραφείο, παρ’ ότι Τουρκοκρατία, ήταν το δεύτερο στον ελληνικό χώρο, μετά το τυπογραφείο που ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη (Οικουμ. Πατριαρχείο) το 1627) από το Νικόδημο Μεταξά, στα χρόνια της πατριαρχίας του Κυρίλλου Λουκάρεως. (Β. Σφυρόερας, Εγκυκλ. Παπ. LARUSSE-BRITANNICA, Τό. 36, σ. 640). Η Ακολουθία αυτή μετατυπώθηκε σε ιδιαίτερο βιβλίο (“Φυλλάδα”) το 1830 στον Γαλατά Κωνσταντινουπόλεως από τον Γρηγόριο Βυζάντιο, πρότερον Μητροπολίτη Τιβεριουπόλεως, ύστερα δε Μητροπολίτη Ανδριανουπόλεως. (Εκκλησιαστ. Βιβλιοθήκη “ΦΩΣ”, Μηναίον του Νοεμβρίου 1960-61 και επανέκδοση: Αύγουστος 1971, Τόμ. 11ος, σελ. 367). Το Απολυτίκιον των Αγίων ψάλλεται σε Ηχον Γ’ κατά το “Θείας πίστεως” ή κατά το “Μέγαν εύρατο” και έχει ως εξής κατά στίχον: “Μέγα καύχημα η Τιβερίων/ και οχύρωμα τους Ιεράρχας,/ Ιερείς τε και Λευΐτας κατέχουσα·/ Ούτοι δαιμόνων/ αποσοβούντες τας φάλαγγας,/ ρώσιν δωρούνται/ πιστοίς οι Πεντεκαίδεκα”. Ο εκδότης του ως άνω Μηναίου χαρακτηρίζει το Απολυτίκιον αυτό ως “κακόζηλον ολίγον”. Εν τούτοις όμως το υιοθετεί. Από το 1830 και μετά, η εορτάσιμος Ακολουθία των Αγίων εκτυπώνεται μαζί με τη βιογραφία τους. Εν τω μεταξύ έχουν ποιηθεί και άλλα Απολυτίκια των Αγίων από διάφορους υμνογράφους, ένα εκ των οποίων είναι και του Αρχιμανδρίτου π. Γερμανού Κομνηνού, το εξής: Πεντεκαίδεκα μάρτυρες αξιάγαστοι· της Στρωμνίτσης προστάται και πολιούχοι Κιλκίς, μεγαλύνομεν Υμάς και μακαρίζομεν· ότι εδείχθητε τρανώς, νικηταί των ασεβών του Πνεύματος τη δυνάμει· και νυν πρεσβεύσατε τω Κυρίω, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών. Αρχιμ. Γερμανού Κομνηνού (24/11/03) Πρόσφατα εκυκλοφορήθη νέα Ασματική Ακολουθία για τους Πεντεκαίδεκα Μάρτυρες, την οποία συνέθεσε ο Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλης και Αλμωπίας κ. Ιωήλ. Αυτή περιέχει και το εξής νέο Απολυτίκιο των Αγίων: “Πεντεκαίδεκα άνδρας, πολυάθλους τιμήσωμεν/ Τιβεριουπόλεως πάσης, τα αρχαία καυχήματα,/ ομού δε τους προστάτας του Κιλκίς,/ τους σκέποντας λαόν τον ευσεβή,/ τον τιμώντα την επέτειον και οστά,/ αυτών και αναμέλποντα:/ Δόξα το ενισχύσαντι υμάς./ Δόξα τω στεφανώσαντι./ Δόξα το ενεργούντι δι’ υμάς/ πάσιν ιάματα.” (Ψάλλεται σε ήχο Α’) Τελικά, υπογραμμίζουμε ότι οι Τιβεριουπολίτες-Στρωμνιτσιώτες, άνθρωποι θεοφιλείς και ευλαβούμενοι τους Αγίους Πεντεκαίδεκα Ιερομάρτυρες, μετέφεραν στο Κιλκίς, μαζί με το ιερό λείψανο του δεξιού χεριού του ιερομάρτυρα Αγίου Πέτρου και μια παλιά και ιστορική ιερή εικόνα των Αγίων Πεντεκαίδεκα. Οπως σημειώνει στο Ημερολόγιο 2011της Ι. Μητροπόλεως Πολυανής και Κιλκισίου ο κ. Δ. Νατσίος: “Το 1967, με ενέργειες του τότε Μητροπολίτη Πολυανής και Κιλκισίου Χαρίτωνα Συμεωνίδη, του Ποντίου, προς την την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και το αρμόδιο Υπουργείο, καθιερώθηκε μα Βασιλικό Διάταγμα της 19ης Ιουλίου 1967, να εορτάζονται (οι Αγιοι Πεντεκαίδεκα Ιερομάρτυρες) επίσημα ως Πολιούχοι της πόλεως Κιλκίς και η ημέρα της γιορτής τους (28 Νοεμβρίου) ως αργία για τον τόπο. ......... Ο ευσεβής λαός του Κιλκίς, κάθε χρόνο στις 27 και 28 Νοεμβρίου, τιμά και γεραίρει τη μνήμη των Πολιούχων και προστατών, των Πεντεκαίδεκα Ιερομαρτύρων”. *Θεολόγος, τέως λυκειάρχης, Πρόεδρος του Συλλόγου “Ελληνοχριστιακή Αγωγή” ΣΑ |








(Ενα σύντομο ευλαβικό αφιέρωμα στους Πολιούχους του Κιλκίς)