Χάραλντ Γ΄ της Νορβηγίας
| Χαράλδος Γ΄ | |
|---|---|
| Περίοδος | 1046 - 25 Σεπτεμβρίου 1066 |
| Προκάτοχος | Μάγκνους ο Καλός |
| Διάδοχος | Μάγκνους Β΄ της Νορβηγίας |
| Γέννηση | 1015 Νορβηγία |
| Θάνατος | 25 Σεπτεμβρίου 1066 (51 ετών) Στάμφορντ Μπριτζ, Γιορκσάιρ, Αγγλία |
| Τόπος ταφής | Τρόντχαϊμ, Νορβηγία |
| Σύζυγος | Ελισίβ του Κιέβου Τόρα Τόργκμπερσνταττερ |
| Απόγονοι | Ινγκεγκέρδη της Νορβηγίας Μαρία Χάραλντσντοττερ Μάγκνους Β΄ της Νορβηγίας Όλαφ Γ΄ της Νορβηγίας |
| Οίκος | Οίκος του Χάρντραντα |
| Πατέρας | Σίγκουρντ Σιρ |
| Μητέρα | Όστα Γκούντμπραντσντατερ |
| Θρησκεία | Καθολική Εκκλησία |
| δεδομένα () | |
Ο Χάραλντ Σίγκουρντσον, ή Αράλτης κατα τους Βυζαντινούς (Harald Sigurdsson, 1015 - 25 Σεπτεμβρίου 1066), στον οποίο δόθηκε το επίθετο Hardråde (το οποίο μεταφράζεται σχεδόν ως "σκληρός κυβερνήτης") στη σκανδιναβική σάγκα, ήταν βασιλιάς της Νορβηγίας (ως Χαράλδος Γ΄) από το 1046 έως το 1066. Επιπλέον, διεκδίκησε ανεπιτυχώς τον θρόνο της Δανίας μέχρι το 1064 και τον αγγλικό θρόνο το 1066. Πριν γίνει βασιλιάς, ο Χαράλδος είχε περάσει περίπου 15 χρόνια στην εξορία ως μισθοφόρος και στρατιωτικός διοικητής στο Κράτος των Ρως και του Τάγματος των Βαράγγων στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Όταν ήταν 15 ετών, το 1030, ο Χαράλδος πολέμησε στη μάχη του Στίκλεσταντ μαζί με τον ετεροθαλή αδελφό του, Όλαφ Β΄ της Νορβηγίας (αργότερα άγιο Όλαφ). Ο Όλαφ προσπάθησε να ανακτήσει τον νορβηγικό θρόνο, τον οποίο είχε χάσει από τον Δανό βασιλιά Κνούτο δύο χρόνια νωρίτερα.
Είναι επίσης ο ήρωας της 9ης σάγκας του ισλανδού μεσαιωνικού ποιητή Σνόρρι Στούρλουσον, όπου με επικό τρόπο εξιστορούνται κομμάτια της ζωής του. Θεωρείται ιδρυτής του Όσλο, αν και τα αρχαιολογικά ευρήματα δε συνηγορούν σε αυτό.
Πρώτα χρόνια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Χάραλντ Χαράλδος γεννήθηκε στο Ρίνγκερικ της Νορβηγίας (1015/1016), ήταν γιος της Όστα Γκούντμπραντσντατερ και του δεύτερου συζύγου της Σίγκουρντ Σιρ.[1][2] Ο πατέρας του ήταν τοπικός βασιλεύς του Ρίνγκερικ και ένας από τους ισχυρότερους αρχηγούς στα Υψίπεδα.[3] Ο Χάραλντ ήταν μέσω της μητέρας του ο μικρότερος από τους τρεις ετεροθαλείς αδελφούς του Αγίου Όλαφ, στην νεότητα του τον θαύμαζε ως πρότυπο, με αυτόν τον τρόπο διέφερε από τους άλλους γιους του πατέρα του που ήταν προσκολλημένοι στο αγρόκτημα τους.[4][5] Οι Ισλανδικές Σάγκας και ο Σνόρι Στούρλουσον αναφέρουν ο Σίγκουρντ Σιρ ήταν δισέγγονος του βασιλέως Χάραλντ Χορφάγκρε από αρρενογονία. Οι σύγχρονοι συγγραφείς ωστόσο απορρίπτουν την γνώμη των Σάγκας και των συγγραφών της εποχής αναφέροντας ότι ο ισχυρισμός για καταγωγή από τον Οίκο του Χορφάγκρε αφορά περισσότερο τις πολιτικές τους φιλοδοξίες παρά την ιστορική πραγματικότητα.[6][7] Η υποθετική καταγωγή του Χάραλντ Χαράλδου από τον Οίκο του Χορφάγκρε δεν έπαιξε ωστόσο κανέναν ρόλο για την άνοδο του στον θρόνο της Νορβηγίας.[8] Μετά από μια εξέγερση ο Δανός βασιλιάς Κνούτος κατέκτησε την Νορβηγία (1028), ο ετεροθαλής αδελφός του Άγιος Όλαφ αναγκάστηκε να εξοριστεί (1028/1030). Με την επιστροφή του (1030) ο Χάραλντ Χαράλδος συγκέντρωσε 600 άνδρες για να τον υποστηρίξει, πολέμησε στην "μάχη του Στίκλεσταντ" (29 Ιουλίου 1030) στο πλευρό του ετεροθαλούς αδελφού του.[9] Η μάχη κατέληξε σε ήττα των δύο ετεροθαλών αδελφών από τον Κνούτο, ο Άγιος Όλαφ έπεσε στην μάχη ενώ ο ίδιος ο Χάραλντ που έδειξε μεγάλο ταλέντο τραυματίστηκε σοβαρά.[10][11]
Ένταξη στην Βαράγγειο φρουρά της Κωνσταντινούπολης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά την "μάχη του Στίκλεσταντ" ο Χάραλντ δραπέτευσε σε ένα απομακρυσμένο αγρόκτημα στην Ανατολική Νορβηγία, έμεινε έναν χρόνο για να θεραπεύσει τις πληγές του και κατόπιν ταξίδευσε βόρεια προς την Σουηδία. Σε έναν χρόνο έφτασε στην Ρωσία του Κιέβου (1031) όπου διέμεινε στην Στάραγια Λάντογκα, τον δέχτηκε με ενθουσιασμό ο Μεγάλος Πρίγκιπας Γιαροσλάβ Α΄ ο Σοφός του οποίου η σύζυγος Στάραγια Λάντογκα ήταν μακρινή συγγενής του.[12][13] Ο Γιαροσλάβ Α΄ είχε μεγάλη ανάγκη από ικανούς αξιωματικούς και έκανε τον Χάραλντ αρχηγό του στρατού του.[14] Ο αδελφός του Χάραλντ Όλαφ είχε εξοριστεί στην αυλή του Γιαροσλάβ Α΄ (1028) και ο ίδιος τον δέχτηκε για αυτό με μεγάλο ενθουσιασμό.[15] Ο Χάραλντ συμμετείχε στην εκστρατεία εναντίον των Πολωνών (1031) και πιθανότατα απέναντι σε άλλους αντιπάλους όπως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και οι Πετσενέγοι.[16] Μετά από μερικά χρόνια υπηρεσίας στο Κίεβο ο Χάραλντ με 500 άντρες κινήθηκε νότια προς την Κωνσταντινούπολη (1033/1034) όπου εντάχθηκε στην Βαράγγειο Φρουρά. Ο Χάραλντ προσπάθησε να κρατήσει μυστική την νέα του υπηρεσία, σύντομα ωστόσο έγινε διάσημος σε ολόκληρη την Ανατολή. Ο προορισμός της Βαράγγειου φρουράς ήταν η σωματική φύλαξη προσωπικά του αυτοκράτορα, ο Χάραλντ ωστόσο τις υπερέβη και συμμετείχε σε όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.[17] Η πρώτη του εκστρατεία ήταν εναντίον των Αράβων στην Μεσόγειο, στην συνέχεια προχώρησε στην Μικρά Ασία που μαστιζόταν από τους πειρατές. Ο Σνόρρι Στούρλουσον έγραψε ότι ο Χάραλντ έγινε σύντομα ηγέτης όλων των Βαράγγων της αυτοκρατορικής αυλής. Οι Βυζαντινοί εκδίωξαν με την συμμετοχή του όλους τους Άραβες από την Μικρά Ασία (1035), προχώρησε κατόπιν ανατολικά μέχρι τον Τίγρη και τον Ευφράτη στην Μεσοποταμία, κατέλαβε έναν τεράστιο αριθμό περίπου 80 Αραβικών οχυρών.
Οι Σάγκας έγραψαν ότι παρά το γεγονός ότι οι Βάραγγοι και ο αρχηγός τους δεν είχαν καμιά στρατιωτική υπηρεσία πήγαιναν οι ίδιοι για να κατακτήσουν όλα τα οχυρά.[18][19] Τα τέσσερα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Δ΄ ο Παφλαγών απέστειλε τον Χάραλντ σε εκστρατείες εναντίον των Πετσενέγγων.[20] Οι Σάγκας αναφέρουν ότι προχώρησε κατόπιν σε εκστρατεία στην Ιερουσαλήμ, την τοποθετούν μετά την επιστροφή του από την Σικελία αλλά η ιστορικός Κέλι Ντέβρις αμφισβητεί την χρονολόγηση.[21] Δεν είναι γνωστό αν η εκστρατεία είχε αμυντικό ή στρατιωτικό στόχο, εξαρτάται αν έγινε πριν ή μετά την συνθήκη που έκλεισε ο Μιχαήλ Δ΄ με τον Χαλίφη των Φατιμιδών Αλ-Μουστανσίρ Μπιλλάχ, θεωρείται απίθανο να έγινε πριν.[22] Οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι σκοπός της αποστολής του ήταν η ειρηνική προστασία, επισκευάστηκε ο Ναός της Αναστάσεως ενώ ταυτόχρονα ο Χάραλντ επιτέθηκε στους ληστές που λεηλατούσαν χριστιανούς.[23][24] Ο Χάραλντ εντάχθηκε στην εκστρατεία στην Σικελία με τον Βυζαντινό στρατό (1038).[25][26] Την ίδια εποχή ο κορυφαίος στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης προσπάθησε να ανακατακτήσει το νησί από τους Σαρακηνούς που είχαν δημιουργήσει το Εμιράτο της Σικελίας. Ο Χάραλντ πολέμησε με Νορμανδούς μισθοφόρους όπως ο Γουλιέλμος Α΄ της Απουλίας.[27] Ο Σνόρρι Στούρλουσον έγραψε ότι ο Χάραλντ κατέκτησε τέσσερις πόλεις της Σικελίας.[28] Την εποχή που έληξε η Βυζαντινή εκστρατεία στην Ιταλία (1041) ξέσπασε μια εξέγερση Λομβαρδών και Νορμανδών στην νότια Ιταλία, ο Χάραλντ οδήγησε τους Βαράγγους σε πολλές μάχες.[29] Ο Χάραλντ υπηρέτησε κατόπιν με τον Κατεπανίκιο της Ιταλίας Μιχαήλ Δοκειανό ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον εκδιωχθέντα Μανιάκη. Οι Νορμανδοί ωστόσο μετά από κάποιες επιτυχίες του Χάραλντ στην αρχή νίκησαν με αρχηγό τον Γουλιέλμο τον Σιδηρόχειρα τους Βαράγγους στην Μάχη του Ολιβέντο και στην Μάχη του Μοντεματζόρε.[30][31] Μετά την ήττα οι Βάραγγοι και ο αρχηγός τους Χάραλντ κλήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη ενώ ο Μανιάκης βρισκόταν φυλακή. Ο Χάραλντ και οι Βάραγγοι απεστάλησαν κατόπιν στην Βουλγαρία (1041) για να αντιμετωπίσει την Εξέγερση του Πέτρου Δελεάνου, εκεί απέκτησε το προσωνύμιο ο "Βουλγαροκαύτης".[32][33][34] Οι συγκρούσεις του αυτοκράτορα με τον Μανιάκη δεν εμπόδισαν την αυτοκρατορική εύνοια απέναντι στον Χάραλντ που τον δέχτηκε με τιμές στην Κωνσταντινούπολη. Στο Στρατηγικόν του Κεκαυμένου αναφέρεται ότι κέρδισε την εύνοια του αυτοκράτορα που διόρισε μετά την Σικελική εκστρατεία Μαγκλαβίτες με τον τίτλο του Πρωτοσπαθάριου στην αυτοκρατορική φρουρά.[35][36][37][38][39] Μετά την εκστρατεία του από την Βουλγαρία και ενώ βρισκόταν στην Μοσυνούπολις απέκτησε τον βαθμό του Σπαθαροκανδιδάτου.[40]
Γάμος με την Ελισίβ του Κιέβου
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η αυτοκρατορική εύνοια προς τον Χάραλντ μειώθηκε με τον θάνατο του Μιχαήλ Δ΄, ακολούθησαν συγκρούσεις με τον διάδοχο του Μιχαήλ Ε΄ και την πανίσχυρη αυτοκράτειρα Ζωή.[41] Την περίοδο της αναταραχής ο Χάραλντ συνελήφθη και φυλακίστηκε αλλά οι πηγές διαφωνούν σχετικά με τους λόγους.[42] Μερικά έπη αναφέρουν ότι φυλακίστηκε επειδή εξαπάτησε τον αυτοκράτορα σχετικά με την περιουσία του, άλλα αναφέρουν ότι ζήτησε γάμο με κάποια φανταστική εγγονή ή ανεψιά της Ζωής αλλά η αυτοκράτειρα απέρριψε το αίτημα επειδή ήθελε να παντρευτεί τον ίδιο.[43] Ο Γουίλιαμ οφ Μαλμεσμπέρι αναφέρει ότι ο Χάραλντ συνελήφθη επειδή ήθελε να βεβηλώσει μια ευγενή γυναίκα, ο Σάξων ο Γραμματικός αντίστοιχα ότι φυλακίστηκε λόγω φόνου. Η Κέλι Ντέβρις υποστηρίζει ότι ο νέος αυτοκράτορας φοβόταν τον Χάραλντ επειδή ήταν πιστός στον προκάτοχο του Μιχαήλ Δ΄.[44] Άσχετα με την διαφωνία των πηγών όλοι συμφωνούν ότι την εποχή της εξέγερσης εναντίον του Μιχαήλ Ε΄ οι επαναστάτες βοήθησαν τον Χάραλντ να δραπετεύσει, παρέμεινε ο πιστός ηγέτης όλων των Βαράγγων παρά στο ότι μερικοί βοήθησαν τον αυτοκράτορα. Ο Μιχαήλ Ε΄ σύρθηκε τελικά έξω από το ιερό του, τυφλώθηκε και εξορίστηκε σε μοναστήρι, σύμφωνα με τα Σάγκας τον τύφλωσε ο ίδιος ο Χάραλντ.[45] O Χάραλντ είχε γίνει πολύ πλούσιος την εποχή της διαμονής του στην ανατολή, εξασφάλισε τα πλούτη του αφού ο ίδιος ο Γιαροσλάβ ο Σοφός ενεργούσε ως φύλακας της περιουσίας του.[46] Τα Σάγκας αναφέρουν ότι πέρα από τα λάφυρα που είχε εξασφαλίσει από τις λεηλασίες κέρδισε τρις φορές περισσότερα πλούτη από τις λεηλασίες στο θησαυροφυλάκιο των ανακτόρων με τον θάνατο του κάθε αυτοκράτορα, ζητούσε εκταμίευση μεγάλων ποσών για λογαριασμό των Βαράγγων ώστε να εξασφαλίσει την πίστη του στον νέο.[47]
Τα χρήματα που κέρδισε ο Χάραλντ την εποχή που ήταν στην Κωνσταντινούπολη του επέτρεψαν να χρηματοδοτήσει τις απαιτήσεις στον στόχο που είχε προκειμένου να ανέβει στον θρόνο της Νορβηγίας.[48] Η μεγάλη ευκαιρία παρουσιάστηκε την εποχή που υπηρετούσε τρεις συνεχόμενους αυτοκράτορες: Ρωμανός Γ΄ Αργυρός, Μιχαήλ Δ΄ και Μιχαήλ Ε΄, απέκτησε μαζί τους τεράστιο πλούτο πέρα από τα νόμιμα εισοδήματα που κατείχε.[49] Με την αποκατάσταση της Ζωής στον θρόνο τον Ιούνιο του 1042 με τον νέο της σύζυγο Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο ο Χάραλντ ζήτησε να τον αφήσουν να επιστρέψει στην Νορβηγία. Η Ζωή του το αρνήθηκε αλλά ο ίδιος δραπέτευσε στον Βόσπορο με δύο πλοία και τους πιο πιστούς οπαδούς του, το δεύτερο πλοίο καταστράφηκε από τις σιδερένιες Βυζαντινές αλυσίδες αλλά το πρώτο με τον ίδιο έφτασε με ασφάλεια στην Μαύρη Θάλασσα.[50] Ο Κεκαυμένος εξυμνεί ωστόσο την πίστη που έτρεφε ο Κεκαυμένος για την Βυζαντινή αυτοκρατορία ακόμα και μετά την επιστροφή του στην Νορβηγία και την άνοδο του στον θρόνο.[51] Με την απόδραση του στο Κίεβο παντρεύτηκε την Ελισίβ του Κιέβου, κόρη του Γιαροσλάβ του Σοφού και εγγονή του βασιλιά της Σουηδίας Όλαφ Σκότκονουνγκ.[52][53] Ο Γιαροσλάβ ο Σοφός επιτέθηκε κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη (1043) με βάση πληροφορίες που του παρείχε ο ίδιος ο Χάραλντ για την κατάσταση της αυτοκρατορίας.[54] Είναι πολύ πιθανό να είχαν συμφωνήσει τον γάμο την πρώτη φορά που βρέθηκε ο Χάραλντ στο Κίεβο ή να γνωρίστηκαν εκεί. Την εποχή που βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη ο Χάραλντ φέρεται ότι είχε συνθέσει ένα ποίημα για να υπενθυμίσει στον Γιάροσλαβ την υπόσχεση που του είχε δώσει για την κόρη του κατά την πρώτη τους συνάντηση στο Κίεβο.[55] Η ίδια πηγή αναφέρει ότι ο Χάραλντ είχε επιτρέψει στον Γιάροσλαβ να απορρίψει την πρόταση του εάν κατά την επιστροφή του δεν ήταν ακόμα επαρκώς πλούσιος.[56] Ο Γιάροσλαβ σε κάθε περίπτωση του επέτρεψε να προχωρήσει στον γάμο αφού τα άλλα παιδιά του είχαν παντρευτεί με επιφανείς προσωπικότητες όπως ο Ερρίκος Α΄ της Γαλλίας, ο Ανδρέας Α΄ της Ουγγαρίας και η κόρη του Κωνσταντίνου Θ΄.[57]
Άνοδος στον θρόνο της Νορβηγίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Με στόχο να ανακτήσει το βασίλειο της Νορβηγίας που έχασε ο ετεροθαλής αδελφός του Όλαφ Χάραλντσον ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής.[58] Στις αρχές του 1045 αναχώρησε από το Νόβγκοροντ προς την Στάραγια Λάντογκα όπου απέκτησε ένα πλοίο, πέρασε από την λίμνη Λάντογκα και στην συνέχεια μέσω του ποταμού Νέβα έφτασε στον Φινλανδικό κόλπο και την Βαλτική Θάλασσα. Ο Χάραλντ έφτασε στην Σίκτουνα της Σουηδίας στα τέλη του 1045 ή στις αρχές του 1046.[59][60] Κατά την άφιξη του το πλοίο του έτρεμε από το τεράστιο φορτίο σε χρυσό.[61] Την περίοδο της απουσίας του είχε αποκατασταθεί στον θρόνο της Νορβηγίας ο Μάγκνους ο Καλός, ένας νόθος γιος του Όλαφ, ο Χάραλντ πιθανότατα το γνώριζε για αυτό ήθελε επίμονα την επιστροφή του.[62] Οι δύο γιοι του Κνούτου Αρθακανούτος και Χάρολντ ο Λαγοπόδαρος είχαν εγκαταλείψει την Νορβηγία, συνεπώς ο Μάγκνους είχε εξασφαλίσει την άνοδο του στον θρόνο. Την περίοδο της 11ετής βασιλείας του δεν είχαν σημειωθεί επαναστάσεις ή ανταρσίες.[63] Με τον πρόωρο θάνατο του Αρθακανούτου ο θρόνος της Δανίας έμεινε κενός, ο Μάγκνους ο Καλός κατόρθωσε να κερδίσει και αυτόν από τον διεκδικητή Σβεν Β΄ της Δανίας.[64] Μόλις άκουσε για την ήττα του Σβεν ο Χάραλντ συναντήθηκε με τον ίδιο και με τον βασιλιά της Σουηδίας Ιάκωβο Άνουντ, ο στόχος τους ήταν να ανατρέψουν μαζί τον Μάγκνους.[65] Οι πρώτες τους επιτυχίες σημειώθηκαν στις ακτές της Δανίας.[66] Ο στόχος τους ήταν να εντυπωσιάσουν τους γηγενείς κατοίκους με την επίδειξη ότι ο Μάγκνους δεν τους παρείχε προστασία, με τον τρόπο αυτό κέρδισε την υποταγή τους. Ο Μάγκνους ο Καλός γνώριζε ότι ο επόμενος στόχος τους ήταν η Νορβηγία, για αυτό ετοιμάστηκε να τους αντιμετωπίσει.[67]
Ο Χάραλντ ίσως να ήθελε αρχικά να αναλάβει το μικρό βασίλειο του πατέρα του και κατόπιν να διεκδικήσει ολόκληρη την Νορβηγία.[68] Ο λαός σε κάθε περίπτωση υποστήριζε τον βασιλιά του, ο Μάγκνους μετέφερε ολόκληρο τον στρατό του στην Νορβηγία για να τον αντιμετωπίσει.[69] Οι σύμβουλοι του Μάγκνους συνέστησαν στον νεαρό βασιλιά να μην πάει σε πόλεμο αλλά να αντιμετωπίσει τον θείο του με διαπραγματεύσεις (1046). Ο Χάραλντ θα ήταν συμβασιλεύς με τον Μάγκνους στην Νορβηγία αλλά θα εγκατέλειπε την Δανία, έπρεπε να μοιραστεί επίσης με τον Μάγκνους που είχε μεγάλη ανάγκη από χρήματα τον μισό του πλούτο. Την σύντομη περίοδο της συμβασιλείας τους ζούσαν σε ξεχωριστές αυλές, συναντήθηκαν ελάχιστες φορές και κάθε συνάντηση οδηγούσε σε σύγκρουση.[70][71] Ο Μάγκνους και ο Χάραλντ πήγαν στην Δανία με δικές τους δυνάμεις (1047), σε λιγότερο από έναν χρόνο μετά την έναρξη της συμβασιλείας ο Μάγκνους πέθανε στην Γιουτλάνδη αιφνίδια και πρόωρα χωρίς κληρονόμο. Ο Μάγκνους είχε αποφασίσει σε περίπτωση πρόωρου θανάτου του να κληρονομήσουν ο Μάγκνους την Νορβηγία και ο Σβεν την Δανία.[72] Μόλις έμαθε ο Χάραλντ για τον πρόωρο θάνατο του Μάγκνους συγκέντρωσε τους οπαδούς του στην Νορβηγία και ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλέα της Νορβηγίας και της Δανίας με προετοιμασίες να εκδιώξει τον Σβεν.[73] Ο στρατός ωστόσο υπό την ηγεσία του Έιναρ αντιτάχθηκε σε οποιοδήποτε σχέδιο του Χάραλντ για εισβολή στην Δανία. Ο Χάραλντ αρνήθηκε επίσης την μεταφορά της σωρού του Μάγκνους στην Νορβηγία, ο στρατός ωστόσο το αρνήθηκε μετέφερε τον νεκρό Μάγκνους στο Τρόντχαϊμ όπου τον έθαψε δίπλα από τον πατέρα του Άγιο Όλαφ (1047).[74][75] Ο Άιναρ ισχυρίστηκε "το να ακολουθείς έναν νεκρό βασιλιά είναι μεγαλύτερη τιμή από το να ακολουθήσεις οποιονδήποτε βασιλιά εν ζωή".[76] Την εποχή της βασιλείας του Χάραλντ ο ίδιος ως βασιλεύς είχε το μονοπώλιο στην κοπή νομισμάτων, έγιναν κοινά αποδεκτά από ολόκληρο τον λαό.[77] Η κοπή των νομισμάτων αποτελούσε σημαντικό μέρος των βασιλικών εσόδων, κατέρρευσε στην Νορβηγία στα τέλη του 14ου αιώνα.[78]
Επιθέσεις στην Δανία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Χάραλντ ήθελε με κάθε μέσο να αποκατασταθεί στην κυριαρχία του Μάγκνους με μελλοντικό στόχο την Αυτοκρατορία της Βόρειας Θάλασσας στην ολότητα της.[79][80] Την πρώτη χρονιά απέτυχε να πείσει τον στόλο του να εισβάλει στην Δανία, την επόμενη χρονιά θα ξεκινήσει ασταμάτητους πολέμους με τον Σβεν που θα διατηρηθούν ολόκληρη την περίοδο 1048-1064. Οι περισσότερες εκστρατείες κατά του Σβεν βασίστηκαν σε αντίθεση με τις προηγούμενες που ήταν σύμμαχος του σε βίαιες και γρήγορες επιδρομές στις ακτές της Δανίας. Αρχικά λεηλάτησε την Γιουτλάνδη (1048) και κατόπιν κατέκαψε το Χέδεπι το οποίο ήταν το σημαντικότερο εμπορικό κέντρο και μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες πόλεις της Σκανδιναβίας.[81] Το Χέδεπι δεν ανέκαμψε ποτέ, παρέμεινε κατεστραμμένο μέχρι την χρονιά που οι Σλάβοι λεηλάτησαν ότι είχε απομείνει (1066).[82] Την επόμενη χρονιά οι δύο βασιλιάδες ήταν έτοιμοι για μάχη μεταξύ τους αλλά σύμφωνα με τον Σάξων τον Γραμματικό ο στρατός του Σβεν φοβήθηκε όταν πλησίαζαν οι Νορβηγοί και έπεσαν στο νερό για να γλυτώσουν, οι περισσότεροι πνίγηκαν. Ο Χάραλντ είχε κερδίσει στις περισσότερες μάχες αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει ολόκληρη την Δανία.[83] Η δεύτερη και πιο σημαντική ήταν "η ναυμαχία της Νίσας" (9 Αυγούστου 1062), αφού ο Χάραλντ δεν μπόρεσε να κατακτήσει την Δανία αποφάσισε να δώσει την μεγάλη αποφασιστική μάχη εναντίον του Σβεν. Ο Χάραλντ ξεκίνησε από την Νορβηγία με έναν τεράστιο στρατό και έναν στόλο 300 πλοίων. Ο Σβεν που δεν είχε προετοιμαστεί δεν έφτασε στην καθορισμένη ώρα, με τον τρόπο αυτό ο Χάραλντ έστειλε τους μισθοφόρους του που αποτελούσαν το ήμισυ του στρατού του πίσω στην Νορβηγία. Μόλις αναχώρησαν τα πλοία εμφανίστηκε ο Σβεν με έναν στόλο 300 πλοίων, η μάχη ήταν σκληρή αιματοχυσία με νίκη του Χάραλντ, ο Σβεν ωστόσο με τμήμα του στρατού του μπόρεσε ξανά να δραπετεύσει.[84] Η κόπωση και το τεράστιο κόστος είχαν σαν αποτέλεσμα να οπισθοχωρήσει ο Χάραλντ και να επιδιώξει ειρήνη με τον Σβεν (1064), οι δύο βασιλείς συναντήθηκαν και κατέληξαν σε συμφωνία.[85] Οι δύο βασιλείς θα διατηρούσαν σύμφωνα με την συμφωνία τα προηγούμενα όρια τους και δεν θα απαιτούσε κανένας από τον άλλον αποζημιώσεις. Με την επιστροφή του στην Νορβηγία ο Χάραλντ κατηγόρησε τους αγρότες ότι παρακρατούσαν τους φόρους, στην συνέχεια προχώρησε σε μεγάλες βιαιότητες απέναντι σε όσους τον παρακούσανε, ακρωτηριασμοί και φόνοι.[86] Ο Χάραλντ διατήρησε την εξουσία με τον μόνιμο ιδιωτικό στρατό από Νορβηγούς άρχοντες, απέκλεισε ιδιωτικούς στρατούς από όλους τους τοπικούς άρχοντες με εξαίρεση τον εαυτό του.[87]
Επίθεση στην Αγγλία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Με πλήρη επίγνωση ότι οι προσπάθειες του να κατακτήσει την Δανία και να γίνει βασιλιάς της ναυάγησαν ο Χάραλντ Γ΄ στράφηκε προς την Αγγλία. Οι διεκδικήσεις του βασίστηκαν σε μια συμφωνία που είχε υπογράψει ο Μάγκνους ο Καλός με τον Αρθακανούτο ο οποίος πέθανε άτεκνος (1042), όριζε ότι αν πέθαινε ο ένας θα κληρονομούσε τον θρόνο του άλλου αλλά ήταν αδύνατο να το κάνει ο Μάγκνους χωρίς μάχη. Ο Αρθακανούτος προτίμησε ως διάδοχο τον ετεροθαλή αδελφό του Εδουάρδο τον Εξομολογητή, τον υποστήριξε επίσης ο Γκόντουιν του Ουέσσεξ πατέρας του μετέπειτα βασιλέως Χάρολντ Β΄ της Αγγλίας. Ο Μάγκνους ο Καλός ματαίωσε την επίθεση του στην Αγγλία λόγω μιας εξέγερσης που αντιμετώπιζε στην Δανία υπό τον Σβεν.[88] Με τον πρόωρο θάνατο του Μάγκνους (1047) ο Χάραλντ Γ΄ ανέλαβε και την διεκδίκηση του θρόνου της Αγγλίας. Ο Εδουάρδος ο Εξομολογητής προσπάθησε να αφήσει ικανοποιημένους τους υπόλοιπους διεκδικητές ώστε να μην τον ενοχλούν, ανάμεσα τους ήταν ο Σβεν της Δανίας και ο Γουλιέλμος Α΄ της Αγγλίας.[89] Ο Νορβηγικός στόλος υπό την ηγεσία του γιου του Χάραλντ Μάγκνους Β΄ της Νορβηγίας λεηλάτησε την Ουαλία αλλά οι λεπτομέρειες των γεγονότων είναι περιορισμένες.[90] Την κρίσιμη στιγμή, τον Ιανουάριο του 1066 πέθανε ο ηλικιωμένος Εδουάρδος ο Εξομολογητής και τον διαδέχθηκε ο Χάρολντ Γκόντγουινσον ως Χάρολντ Β΄.[91] Ο αδελφός του Χάρολντ Β΄ πρώην κόμης της Νορθουμβρίας Τόστικ Γκόντουινσον προσέγγισε με την ελπίδα να ανακτήσει τους τίτλους και τα εδάφη του τόσο τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή όσο και τον Σβεν. Η βόρεια Αγγλία ήταν το καταλληλότερο σημείο απόβασης για μια Νορμανδική εισβολή, με τον τρόπο αυτό η συμμαχία με τον Χάραλντ Γ΄ έγινε περισσότερο πολύτιμη. Ο Τόστικ έστειλε σύμφωνα με τις λίγες πληροφορίες κάποιον εκπρόσωπο για να συναντηθεί με τον Χάραλντ στην Νορβηγία ενώ παρέμεινε ο ίδιος στην Γαλλία, ο στόχος του ήταν να βοηθήσει τον Γουλιέλμο σε μια εισβολή στην Αγγλία.[92][93] Την άνοιξη του 1066 ο Χάραλντ συγκέντρωσε τον στόλο του στο Σόγκν, η διαδικασία ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.[94] Λίγο πριν την αναχώρηση του από την Νορβηγία ο Χάραλντ όρκισε νέο βασιλιά τον μεγαλύτερο γιο του Μάγκνους, πήρε μαζί του τις κόρες του και τον μικρότερο γιο του μελλοντικό Όλαφ Γ΄ της Νορβηγίας.[95]
Στον δρόμο σταμάτησε στα νησιά Σέτλαντ και τις Ορκάδες που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της Νορβηγίας, εκεί συγκέντρωσε περισσότερα στρατεύματα, αργότερα συναντήθηκε και με τον Τόστικ στο Ντανφέρμλιν ενώ ο Μάλκολμ Γ΄ της Σκωτίας του έδωσε επιπλέον 2000 στρατιώτες.[96] Οι περισσότερες πηγές αναφέρουν ωστόσο ότι ο Χάραλντ συνάντησε τον Τόστικ στο Τάινσμουθ (8 Σεπτεμβρίου 1066). Ο Χάραλντ είχε 10.000-15.000 άνδρες σε 240-300 πλοία ενώ ο Τόστικ μόνο 12 πλοία αλλά με περισσότερες διασυνδέσεις.[97][98] Ο Ιωάννης του Γούστερ αναφέρει ότι ο Τόστικ έφυγε από την Φλάνδρα τον Μάιο ή τον Ιούνιο, επιτέθηκε στα κτήματα του αδελφού του στην νότια Αγγλία από την Νήσο Ουάιτ μέχρι τα νησιά του Σάντουιτς, κατόπιν πήγε βόρεια ενώ ο Χάρολντ περίμενε να αντιμετωπίσει τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή.[99] Ο Χάραλντ και ο Τόστικ αποβιβάστηκαν μέσω του ποταμού Τιζ στο Τάινμαουθ, στην συνέχεια εισήλθαν στο Κλίβελαντ και ξεκίνησαν την λεηλασία της ακτής.[100][101] Την πρώτη τους αντίσταση την συνάντησαν στο Σκάρμπορο, ο Χάραλντ ζήτησε την παράδοση του, μετά την άρνηση τους πυρπόλησε την πόλη, ακολούθησε η παράδοση πολλών πόλεων της Νορθουμβρίας στον Χάραλντ. Τα νέα για τις επιδρομές του Χάραλντ έφτασαν στους κόμητες Έντουιν της Μερκίας και Μόρκαρ της Νορθουμβρίας, αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τον εισβολέα τρία χιλιόμετρα νότια της Γιορκ στην Μάχη του Φούλφορντ (20 Σεπτεμβρίου 1066). Η μάχη κατέληξε σε αποφασιστική νίκη για τους δύο εισβολείς, η Γιορκ και οι υπόλοιπες περιοχές παραδόθηκαν στον Χάραλντ και στον Τόστικ (24 Σεπτεμβρίου 1066).[102] Η μάχη στο Φούλφορντ ήταν η τελευταία φορά που ένας στρατός Βίκινγκ νίκησε τους Αγλοσάξονες.[103] Ο αντίπαλος τους Χάρολντ Γκόντγουινσον αντιλήφθηκε τις κινήσεις τους και έφτασε μόλις 11 χιλιόμετρα κοντά στον αγκυροβολημένο στόλο του Χάραλντ στο Ρίκαλ. Ο Χάραλντ έδιωξε τις δυνάμεις του από την Γιορκ και ο Χάρολντ Β΄ της Αγγλίας βρήκε την ευκαιρία να βαδίσει με όλο τον στρατό του στην Γιορκ μέσω της γέφυρας του Στάμφορντ.[104]
Η μάχη του Στάμφορντ Μπριτζ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Χάραλντ και ο Τόστικ αναχώρησαν με τα 2/3 των δυνάμεων τους από το Ρίκαλ, φορούσαν μόνο μια ελαφριά πανοπλία, περίμεναν τους πολίτες της Γιορκ για να αποφασίσουν ποιος θα διοικούσε την πόλη τους υπό την διοίκηση του Χάραλντ.[105] Μόλις έφτασαν βρήκαν ολόκληρο τον στρατό του Χάρολντ Β΄ οπλισμένο με βαριές πανοπλίες αν και βρήκε κάποια αντίσταση στην γέφυρα από κάποιον θηριώδη Νορβηγό που επέτρεψε στον Χάραλντ και τον Τόστικ να ανασυντάξουν προσωρινά τον στρατό τους. Ακολούθησε η Μάχη του Στάμφορντ Μπριτζ στην οποία οι Νορβηγοί και οι σύμμαχοι τους γνώρισαν ολοκληρωτική συντριβή από τους Αγγλοσάξονες που ήταν πολύ περισσότεροι και βαριά οπλισμένοι. Ο Χάραλντ βρέθηκε σε κατάσταση μανίας πολεμώντας με το σπαθί του χωρίς θώρακα, χτυπήθηκε στον λαιμό από ένα βέλος και σκοτώθηκε επί τόπου.[106][107] Με την λήξη της μάχης εμφανίστηκαν οι τελευταίες εφεδρείες των Νορβηγών υπό την ηγεσία του Έϊσταϊν Όρε, παρά την εξάντληση τους ο Έϊσταϊν σήκωσε το πεσμένο λάβαρο του Χάραλντ και ξεκίνησε την αντεπίθεση του μέχρι τέλους. Παρά το γεγονός ότι αρχικά υπερτερούσαν ο Έϊσταϊν σκοτώθηκε αιφνίδια με αποτέλεσμα οι άντρες του να υποχωρήσουν πανικόβλητοι.[108] Οι Αγγλοσάξονες επέστρεψαν στους ελάχιστους που διασώθηκαν να επιστρέψουν ειρηνικά στην Νορβηγίας ανάμεσα τους βρισκόταν και δεύτερος ο γιος του Χάραλντ Όλαφ που θα ανέβει στον θρόνο μετά τον πρόωρο θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του.[109][110] Οι πηγές αναφέρουν ότι οι στρατιώτες του Χάραλντ που διασώθηκαν γέμισαν μόνο 20-25 πλοία αλλά το πλήρωμα αφορούσε μόνο Νορβηγούς, οι σύμμαχοι τους από την Σκωτία και τις Ορκάδες παρέμειναν στο Ρίκαλ, οι δυνάμεις τους δεν έχουν υπολογιστεί.[111] H νίκη του Χάρολντ Γκόντγουινσον θα είναι ωστόσο πολύ σύντομη αφού ο ίδιος ο Χάρολντ Β΄ θα ηττηθεί στην Μάχη του Χέιστινγκς από τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή και θα πέσει στην μάχη. Το γεγονός ότι ο Χάρολντ Β΄ κινήθηκε πολύ γρήγορα προς τα νότια με τον αρκετά εξασθενημένο στρατό του για να αντιμετωπίσει τους Νορμανδούς στο Χέιστινγκς στάθηκε καθοριστικός παράγοντας για την τελική νίκη του Γουλιέλμου του Κατακτητή.[112] Οι διάδοχοί του ακολούθησαν διαφορετική πολιτική, αυτήν της ειρηνικής συμβίωσης με τη Δυτική Ευρώπη, με αποτέλεσμα την εδραίωση του χριστιανισμού και το σταδιακό εξευρωπαϊσμό των σκανδιναβικών λαών. Για τον λόγο αυτό συχνά ο Χάραλντ περιγράφεται ως ο τελευταίος βίκινγκ βασιλιάς.
Ιστορίες για τον Χαράλδο Σίγκουρντσον
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
- Σε μια εκστρατεία ο βυζαντινός στρατός έπρεπε να στρατοπεδεύσει σε ένα παραθαλάσσιο δάσος. Οι βαράγγοι του Χαράλδου πρόλαβαν το καλύτερο σημείο (σε ένα μικρό ύψωμα) και άφησαν για τους έλληνες στρατιώτες το πεδινό. Γενικά τα χαμηλά σημεία μειονεκτούν, επειδή σε περίπτωση βροχής πλημμυρίζουν από τα ρυάκια που σχηματίζονται στα γύρω υψώματα. Άρχισαν τότε φιλονικίες ανάμεσα στον Χαράλδο και τον στρατηγό Γρηγόριο, που ήθελε να στήσει στο ίδιο σημείο τις σκηνές της προσωπικής φρουράς του. Όταν ο Χαράλδος αρνήθηκε να υπακούσει, λέγοντας ότι η Βαραγγική Φρουρά υπακούει μόνο στον θρόνο, η κατάσταση έφθασε στα πρόθυρα σύγκρουσης. Την τελευταία στιγμή οι πιο ψύχραιμοι τους προέτρεψαν να κάνουν κλήρωση. Οι δύο άνδρες θα σημάδευαν από έναν λαχνό, θα τον έριχναν σε ένα κουτί και όποιος λαχνός έβγαινε πρώτος θα έδινε το δικαίωμα στρατοπέδευσης στο ύψωμα. Πράγματι, ο Γρηγόριος σημάδεψε τον λαχνό του. Ο Χαράλδος είδε το σημάδι που έκανε ο Γρηγόριος και έκανε στον δικό του λαχνό ακριβώς το ίδιο. Όταν έγινε η κλήρωση, ο Χαράλδος πήρε τον κλήρο και τον πέταξε στη θάλασσα, λέγοντας πως είναι σίγουρος ότι πρόκειται για τον δικό του. Ο Γρηγόριος έβγαλε από το κουτί τον λαχνό που είχε απομείνει, είδε το σημάδι του και αναγκάσθηκε να υποχωρήσει, χωρίς να καταλάβει το κόλπο του Χάραλντ!
- Σε μία εκστρατεία στη Σικελία, ο στρατός πολιορκούσε μία πόλη αλλά αδυνατούσε για καιρό να την καταλάβει, γιατί τα τείχη της ήταν ισχυρά και οι προμήθειες των πολιορκημένων έφθαναν για πολύ καιρό ακόμα. Ο Χαράλδος όμως κατάφερε να το εκπορθήσει με ένα φρικτό τέχνασμα. Είχε παρατηρήσει ότι τη μέρα έβγαιναν από το κάστρο μικρά πουλιά που αναζητούσαν τροφή στην ύπαιθρο και μετά επέστρεφαν στην πόλη, προφανώς για να ταΐσουν τα μικρά τους. Έβαλε τότε τους άνδρες του να πιάσουν όσα περισσότερα μπορούσαν και αφού τους έδεσε στην πλάτη ξυλάκια αλειμμένα με πίσσα, κερί και θειάφι, τους έβαλε φωτιά και τα άφησε ελεύθερα όλα την ίδια στιγμή. Τα πουλιά ενστικτωδώς πέταξαν προς τις φωλιές τους. Ξεκίνησαν έτσι συγχρόνως εκατοντάδες μικρές φωτιές, οι οποίες από τις φωλιές μεταδίδονταν στις στέγες των σπιτιών μέχρι που έγιναν μαζική πυρκαγιά και κάηκε όλη η πόλη. Μετά από αυτό, οι πύλες των τειχών άνοιξαν και οι κάτοικοι παραδόθηκαν.
- Σε μία άλλη παρόμοια περίπτωση, οι βαράγγοι του Χαράλδου έσκαψαν μία σήραγγα. Λόγω του σκληρού εδάφους, αναγκάσθηκαν να εκτρέψουν για πολλές ημέρες το ρου ενός μικρού ποταμού ώστε να μαλακώσουν το χώμα. Οι αμυνόμενοι δεν το αντιλήφθηκαν, διότι ήταν αφοσιωμένοι στις επιθέσεις που δέχονταν από τα άλλα τμήματα του βυζαντινού στρατού. Μην έχοντας σχέδια του εσωτερικού της πόλης, ο υπόνομος κατέληξε σε μία τραπεζαρία όπου έτρωγαν και ξεκουράζονταν στρατιώτες των αμυνομένων. Αμέσως οι Βαράγγοι τους ακινητοποίησαν και κάποιοι έτρεξαν να ανοίξουν τις πύλες, εξαναγκάζοντας την πόλη σε παράδοση.
- Όταν κάποτε ο επίδοξος σύμμαχός του Σβεν Ούλφσον τον ρώτησε ποιο κομμάτι της περιουσίας που μάζεψε στο Βυζάντιο είναι το πολυτιμότερο, ο Χαράλδος απάντησε "Το λάβαρό μου, γιατί όποιος μπει πίσω από αυτό αποκλείεται να χάσει". Μία άλλη φορά, παραμονές μίας σημαντικής μάχης, οι επιτελείς του τον συμβούλευαν να υποχωρήσει και να μην οδηγήσει τα στρατεύματά του σε μάχη, υπό τον φόβο της υπεροπλίας των αντιπάλων. Ο Χαράλδος διαφώνησε και διέταξε γενική επίθεση, με τα λόγια "Προτιμώ να πεθάνω όρθιος παρά να ζήσω γονατιστός".
- Σύμφωνα με τον θρύλο, καθώς επέστρεφε στη Νορβηγία για να διεκδικήσει το στέμμα, ο Χαράλδος συναντήθηκε σε μία σκηνή με τον βασιλιά Μάγκνους, ο οποίος ήταν γιος του Όλαφ, άρα ανιψιός του. Ο Μάγκνους του προσέφερε τον τίτλο του συμβασιλέως με πλήρη δικαιώματα, υπό τον μοναδικό όρο πως όταν βρίσκονταν μαζί θα κρατούσε αυτός τα πρωτεία. Μετά τη συνάντηση ο Χαράλδος επέστρεψε στο πλοίο του. Το άλλο πρωί επέστρεψε στη σκηνή και μοίρασε άδεια κράνη στη βασιλική φρουρά. Βλέποντας την έκδηλη απορία στο πρόσωπο του Μάγκνους, είπε: Εχθές μου προσφέρατε το μισό βασίλειο που αναστήσατε με το αίμα σας. Γι' αυτό κι εγώ σήμερα σας προσφέρω τη μισή περιουσία που κέρδισα με το αίμα μου. Τότε οι συνοδοί του Χαράλδου άρχισαν να γεμίζουν τα άδεια κράνη με χρυσάφι, σφραγίζοντας τη συμφωνία.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Hjardar & Vike (2011), σ. 284
- ↑ Halvor Tjønn (2010) Harald Hardråde, σ. 13
- ↑ Tjønn (2010), σ. 14
- ↑ https://snl.no/Harald_Hardr%C3%A5de
- ↑ Tjønn (2010), σσ. 15–16
- ↑ https://snl.no/Harald_Hardr%C3%A5de
- ↑ Joan Turville-Petre, "The Genealogist and History: Ari to Snorri", Saga-Book 20 (1978–81), σσ. 7–23
- ↑ https://snl.no/Harald_Hardr%C3%A5de
- ↑ Tjønn (2010), σσ. 17–18
- ↑ Blöndal 2007, σ. 54
- ↑ DeVries (1999), σ. 25
- ↑ Tjønn (2010), σσ. 21–22
- ↑ DeVries (1999), σσ. 25–26
- ↑ DeVries (1999), σ. 26
- ↑ Tjønn (2010) σ. 25
- ↑ DeVries (1999), σ. 27
- ↑ DeVries (1999), σ. 29
- ↑ DeVries (1999), σσ. 29-30
- ↑ Blöndal 2007, σσ. 60–62
- ↑ Blöndal 2007, σ. 63
- ↑ DeVries (1999), σ. 30
- ↑ DeVries (1999), σ. 30
- ↑ DeVries (1999), σσ. 30-31
- ↑ Tjønn (2010), σ. 43
- ↑ DeVries (1999), σ. 31
- ↑ Tjønn (2010), σ. 47
- ↑ DeVries (1999), σ. 31
- ↑ Tjønn (2010), σ. 47
- ↑ Beeler 1971, σ. 68
- ↑ Blöndal 2007, σ. 70
- ↑ Gravett & Nicolle 2007, σ. 102
- ↑ Blöndal 2007, σ. 63
- ↑ Bibikov 2004, σ. 21
- ↑ Tjønn (2010), σσ. 55-56
- ↑ Bibikov 2004, σ. 21
- ↑ Blöndal 2007, σ. 57
- ↑ Bibikov 2004, σ. 20
- ↑ Tjønn (2010), σ. 32
- ↑ DeVries (1999), σ. 33
- ↑ Raffaele D'Amato, The Varangian Guard 988–1453, σ. 8
- ↑ DeVries (1999), σσ. 33–34
- ↑ DeVries (1999), σ. 34
- ↑ https://snl.no/Harald_Hardr%C3%A5de
- ↑ DeVries (1999), σσ. 34-35
- ↑ DeVries (1999), σσ. 35-38
- ↑ Thenrik Bimbaum, "Yaroslav's Varangian Connection" in Scando-Slavica, Τομ. 24, Έκδοση 1, 1978, σσ. 5–25
- ↑ Blöndal 2007, σσ. 80–83
- ↑ DeVries (1999), σ. 39
- ↑ Skaare 1995, σ. 45
- ↑ DeVries (1999), σσ. 35-38
- ↑ Bagge (1990), σ. 175
- ↑ DeVries (1999), σ. 39
- ↑ Jesch, Judith (2015). The Viking Diaspora. Routledge, σ. 29
- ↑ Tjønn (2010), σ. 77
- ↑ DeVries (1999), σσ. 26–27
- ↑ Tjønn (2010), σ. 27
- ↑ Tjønn (2010), σ. 77
- ↑ DeVries (1999), σ. 39
- ↑ DeVries (1999), σ. 39
- ↑ Tjønn (2010), σ. 83
- ↑ https://web.archive.org/web/20121020001633/http://snl.no/.nbl_biografi/Harald_3_Hardr%C3%A5de/utdypning
- ↑ Blöndal 2007, σσ. 96
- ↑ DeVries (1999), σ. 40
- ↑ DeVries (1999), σσ. 40–41
- ↑ https://web.archive.org/web/20121020001633/http://snl.no/.nbl_biografi/Harald_3_Hardr%C3%A5de/utdypning
- ↑ Thunberg 2012, σσ. 39–40
- ↑ DeVries (1999), σ. 42
- ↑ Tjønn (2010), σ. 94
- ↑ Tjønn (2010), σ. 94
- ↑ DeVries (1999), σσ. 43–45
- ↑ Tjønn (2010), σσ. 95–102
- ↑ Tjønn (2010), σσ. 102–103
- ↑ DeVries (1999), σσ. 45–46
- ↑ Tjønn (2010), σ. 103
- ↑ DeVries (1999), σ. 57
- ↑ Tjønn (2010), σ. 103
- ↑ Bagge, Sverre (2014). Cross and Scepter: The Rise of the Scandinavian Kingdoms from the Vikings to the Reformation. Princeton University Press, σσ. 126–127
- ↑ Bagge, Sverre (2014). Cross and Scepter: The Rise of the Scandinavian Kingdoms from the Vikings to the Reformation. Princeton University Press, σσ. 126–127
- ↑ https://web.archive.org/web/20121020001633/http://snl.no/.nbl_biografi/Harald_3_Hardr%C3%A5de/utdypning
- ↑ Moseng 1999, σ. 81
- ↑ DeVries (1999), σσ. 56–58
- ↑ Hjardar & Vike (2011), σ. 118
- ↑ DeVries (1999), σσ. 59–60
- ↑ DeVries (1999), σσ. 61–65
- ↑ DeVries (1999), σ. 66
- ↑ Sprague, Martina (2007). Norse Warfare: The Unconventional Battle Strategies of the Ancient Vikings. Hippocrene Books, σ. 302
- ↑ Popperwell, Ronald G., Norway (New York: Praeger Publishers, 1972), σ. 79
- ↑ Lamb, H.H. (1982). Climate, History, and the Modern World. Taylor & Francis, σ. 165
- ↑ DeVries 2001, σσ. 65–67
- ↑ DeVries 1999, σ. 78
- ↑ DeVries 2001, σσ. 67–68
- ↑ DeVries (1999), σσ. 231–240
- ↑ Tjønn (2010), σ. 165
- ↑ Hjardar & Vike (2011), σσ. 141, 143
- ↑ Tjønn (2010), σ. 169
- ↑ Hjardar & Vike (2011), σσ. 284–285
- ↑ Tjønn (2010), σ. 167
- ↑ DeVries (1999), σσ. 251–252
- ↑ DeVries (1999), σσ. 242–243
- ↑ DeVries (1999), σ. 252
- ↑ Tjønn (2010), σ. 170
- ↑ DeVries (1999), σσ. 250–261
- ↑ Tjønn (2010), σ. 172
- ↑ DeVries (1999), σσ. 267–270
- ↑ Tjønn (2010), σσ. 172–174
- ↑ DeVries (1999), σσ. 276–296
- ↑ Hjardar & Vike (2011), σσ. 289–291
- ↑ Hjardar & Vike (2011), σ. 291
- ↑ DeVries (1999), σ. 296
- ↑ Stenton 1971, σ. 590
- ↑ Hjardar & Vike (2011), σ. 291
- ↑ Stenton 1971, σ. 592