close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Το τέλος του κόσμου (Γιάκομπ βαν Χόντις)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Το τέλος του κόσμου
Image
Το ποίημα σε διαφημιστική στήλη στο Μόναχο στην αρχή της πανδημίας COVID-19 τον Απρίλιο του 2020
ΣυγγραφέαςΓιάκομπ βαν Χόντις
ΤίτλοςWeltende
ΓλώσσαΓερμανικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1911
Μορφήποίημα

Το τέλος του κόσμου (γερμανικά: Weltende) είναι ποίημα του Γερμανού ποιητή Γιάκομπ βαν Χόντις. Γράφτηκε το 1910 και δημοσιεύτηκε το 1911. Θεωρείται ευρέως πρωτοποριακό έργο του γερμανικού λογοτεχνικού εξπρεσιονισμού.[1]

Το ποίημα έχει θέμα την επερχόμενη καταστροφή. Γύρω στο 1910, υπήρχε ένας πραγματικός αποκαλυπτικός φόβος για τον κομήτη του Χάλεϊ: οι άνθρωποι φοβόντουσαν ότι θα συγκρούονταν με τη Γη ή ότι η τοξική ουσία κυάνιο, που είχε εντοπιστεί προηγουμένως από αστρονόμους στην ουρά του κομήτη, θα δηλητηρίαζε τη Γη. Προϊόντα της εκβιομηχάνισης, όπως ο σιδηρόδρομος, προκάλεσαν επίσης αβεβαιότητα στους ανθρώπους. Το ποίημα του Γιάκομπ βαν Χόντις μπορεί να ερμηνευτεί ως απάντηση σε αυτόν τον πανικό.[2]

Η ασυνέπεια των περιγραφών του τέλους του κόσμου, μαζί με το σχόλιο «διαβάστε το», μπορεί να ερμηνευτεί ως κριτική των μέσων ενημέρωσης. Τα κακά νέα είναι καλά νέα: Κάθε μέρα υπάρχει μια νέα καταστροφή.

Από άποψης μορφής, το ποίημα θεωρείται πιο συμβατικό από άλλα εξπρεσιονιστικά ποιήματα όσον αφορά την παραβίαση των γραμματικών κανόνων και τους εκφραστικούς νεολογισμούς.

Πιθανότατα γράφτηκε το 1910, σχεδόν τέσσερα χρόνια πριν το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και δημοσιεύτηκε το 1911. Στα τέλη του 1919, δημοσιεύτηκε πρώτο στην ανθολογία εξπρεσιονιστικής ποίησης Λυκόφως της Ανθρωπότητας του Κουρτ Πίντους, ένα εκρηκτικό πρωτοποριακό έργο που μέχρι σήμερα εξακολουθεί να αποτελεί την αντιπροσωπευτική συλλογή του εξπρεσιονισμού της γερμανικής λογοτεχνίας.[3]

Weltende

Dem Bürger fliegt vom spitzen Kopf der Hut,

In allen Lüften hallt es wie Geschrei,

Dachdecker stürzen ab und gehn entzwei.

Und an den Küsten steigt die Flut.

Der Sturm ist da, die wilden Meere hupfen

An Land, um dicke Dämme zu zerdrücken.

Die meisten Menschen haben einen Schnupfen.

Die Eisenbahnen fallen von den Brücken.

Τέλος του Κόσμου

Πετάνε τα καπέλα απ’ τα μυτερά κεφάλια των αστών

Παντού οι ανέμοι μια κραυγή, η ίδια.

Πέφτουν, συντρίβονται στα δυό απ’ τις σκεπές τα κεραμίδια

Και η παλίρροια, λένε, σκεπάζει τα μήκη των ακτών.

Η καταιγίδα έφτασε, τα φράγματα χτυπούν

Οι άγριες θάλασσες, μαστίζουν τη γη μας ολοένα.

Από συνάχι οι πιο πολλοί νοσούν.

Από τις γέφυρες πέφτουνε πια τα τρένα.[4][5]

  1. . «babelmatrix.org/works/de-all/Hoddis_Jakob_van-1887/biography».
  2. . «studyflix.de/deutsch/weltende-jakob-van-hoddis».
  3. . «deutsche-biographie.de///Jakob van Hoddis».
  4. . «poiein.gr/2022/07/25/jakob-van-hoddis-Ποιήματα».
  5. Ποιήματα του βαν Χόντις (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)