Συνθήκη του Βενεβέντου
Η Συνθήκη του Βενεβέντου [1] ή Κονκορδάτο του Βενεβέντου [2] (18 Ιουνίου 1156) ήταν μία σημαντική συνθήκη μεταξύ τού παπισμού τού Αδριανού Δ΄ και τού Νορμανδικού βασιλείου τής Σικελίας. [2] Μετά από χρόνια ταραγμένων σχέσεων, οι πάπες τελικά κατέληξαν σε ειρήνη με τους βασιλείς τού Οίκου των Ωτβίλ.
Το 1156 τα γεγονότα οδήγησαν τον πάπα μόνο του απέναντι στους Νορμανδούς. Ο στρατός τού Μιχαήλ Παλαιολόγου είχε εξοντωθεί, ο στρατός του Φρειδερίκου Α΄ Βαρβαρόσα είχε επιστρέψει στη Γερμανία, και οι εσωτερικοί επαναστάτες κατά τής βασιλικής εξουσίας στην Απουλία, άνδρες όπως ο Ροβέρτος Β΄ της Καπούης ή ο Ριχάρδος Β΄ της Ακουίλα, είτε είχαν συμφιλιωθεί, είτε είχαν φυλακιστεί. Με λίγα λόγια, ο πάπας δεν είχε κάποια υποστήριξη, για να συνεχίσει τις εχθροπραξίες. Επίσης, ο λαός του απαγόρευσε την είσοδο στη Ρώμη. Έμενε στο Μπενεβέντο, το οποίο ήταν παπικό έδαφος για περισσότερο από έναν αιώνα. Ο σικελικός στρατός πλησίασε το Μπενεβέντο, και ο πάπας αναγκάστηκε να κάνει όρους.
Ο παπικός καγκελάριος, Ρολάνδος τής Σιένα, αργότερα πάπας Αλέξανδρος Γ΄, και ο Ρωμαίος ευγενής Οντόνε Φραγκιπάνε στάλθηκαν για διαπραγματεύσεις. [3] Ο Γουλιέλμος της Τύρου υποστηρίζει ότι η πόλη πολιορκήθηκε, αλλά αυτόπτες μάρτυρες τον διαψεύδουν. Ο βασιλιάς Γουλιέλμος Α΄ της Σικελίας έστειλε τον δικό του αρχιναύαρχο (ammiratus ammiratorum), Μάγιο τού Μπάρι, και τους δύο πρώτους κληρικούς του, τον Ούγο τού Παλέρμο και τον Ρωμουάλδο τού Σαλέρνο. Έχοντας το επάνω χέρι, οι Σικελοί απεσταλμένοι ολοκλήρωσαν μία συμφωνία στις 18 Ιουνίου. Αυτή η συμφωνία ήταν η Συνθήκη τού Μπενεβέντο.
Ένας από τους κύριους συντάκτες τής συνθήκης, όπως έχει διαμορφωθεί, ήταν ένας νεαρός συμβολαιογράφος ονόματι Ματθαίος τού Αγιέλο, [4] ο οποίος αργότερα έγινε πολύ διάσημος στη Σικελία. Η βασιλεία τού Γουλιέλμου Β΄ αναγνωρίστηκε σε όλη τη Σικελία, την Απουλία, την Καλαβρία και την Καμπανία, καθώς και στην Κάπουα, τις παράκτιες πόλεις Αμάλφι, Νάπολη και Γκαέτα, [1] ακόμη και στα πρόσφατα κατακτημένα εδάφη στη Μάρκια (δηλαδή Μάρκε, ή ίσως Μαρσίκα) και το Αμπρούτσι, τα οποία οι Ρογήρος Γ΄ και Αλφόνσος, οι μεγαλύτεροι αδελφοί τού Γουλιέλμου, είχαν διεκδικήσει στο παρελθόν. Ο φόρος υποτέλειας προς τον πάπα ύψους 600 σκυφάτων, που συμφωνήθηκε από τον Ρογήρο Β' το 1139 στο Μινιάνο, επικυρώθηκε, και προστέθηκαν άλλα 400 σκυφάτα για το Μάρσι. [1]
Το δικαίωμα τού πάπα να στέλνει απεσταλμένους στο βασίλειο τής χερσονήσου έγινε δεκτό, αλλά η θέση τού λεγάτου τού βασιλιά στη Σικελία επιβεβαιώθηκε, και ο πάπας αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την πολύ αξιωμένη εξουσία του στο νησί. Στην εκκλησία τού Αγίου Μαρκιανού, ο Γουλιέλμος Β΄ ανέλαβε από τον πάπα πρώτα τη Σικελία, στη συνέχεια την Απουλία και τέλος την Κάπουα. Έλαβε το Φιλί τής Ειρήνης και απένειμε στον πάπα δώρα χρυσού και αργύρου.
Το πρωτότυπο χειρόγραφο τής συνθήκης βρίσκεται στο Αποστολικό Αρχείο τού Βατικανού.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 Chalandon 1968, σελ. 193.
- 1 2 Robinson 2015, σελ. 378.
- ↑ Robinson 1990, σελ. 147.
- ↑ Dummett 2015, σελ. 49.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- (Αγγλικά) Chalandon, Ferdinand (1968). «The Norman Kingdom of Sicily». Στο: Tanner, επιμ. The Cambridge Medieval History, Contest of Empire and Papacy. 5.
- (Αγγλικά) Dummett, Jeremy (2015). Palermo, City of Kings: The Heart of Sicily. I.B. Tauris.
- (Αγγλικά) Robinson, I. S. (1990). The Papacy, 1073-1198: Continuity and Innovation. Cambridge University Press.
- (Αγγλικά) Robinson, I.S. (2015). «The Papacy, 1122-1198». Στο: Luscombe, επιμ. The New Cambridge Medieval History: Volume 4, C.1024-c.1198, Part II. Cambridge University Press.