close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πριγκιπάτο του Βενεβέντου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Το Πριγκιπάτο του Βενεβέντου ήταν η μόνη Λομβαρδική επικράτεια (πρώην Δουκάτο του Βενεβέντου) που συνέχισε να υπάρχει ως απομεινάρι κράτους, διατηρώντας την de facto ανεξαρτησία του μετά την πτώση του βasιλείου των Λομβαρδών στα χέρια των Φράγκων. Το Μπενεβέντο μειώθηκε σε έκταση στις αρχές του 11ου αι. και καταλήφθηκε ολοκληρωτικά από τον Νορμανδό Ροβέρτο Γυισκάρδο το 1053.

Πτώση των Λομβαρδών

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Image
Χάρτης της Ευρώπης το 814 κατά το τέλος του Καρλομάγνου.
Image
Το Μπενεβέντο στο απόγειό της έκτασή του περί το 851.
Image
Σόλιδος του Γριμοάλδου Γ΄. Επιγρ.: GRIMUALD / DOMS CAR , cross RX, G R, VICD, 3,87 γραμ.

Το 758 ο βασιλιάς Δεσιδέριος κατέλαβε για λίγο το Σπολέτο και το Μπενεβέντο, αλλά με την κατάκτηση του βασιλείου των Λομβαρδών από τον Καρλομάγνο το 774, ο Αρέχις Β' προσπάθησε να διεκδικήσει τη βασιλική διάκριση, και να κάνει το Μπενεβέντο ένα secundum Ticinum: μία δεύτερη Παβία (την παλαιά πρωτεύουσα των Λομβαρδών). Βλέποντας ότι αυτό ήταν ανέφικτο και θα τραβούσε την προσοχή των Φράγκων επάνω του, επέλεξε αντ' αυτού τον τίτλο του πρίγκιπα (princeps). Το 787 αναγκάστηκε από την πολιορκία του Σαλέρνο από τον Καρλομάγνο να υποταχθεί στην φραγκική επικυριαρχία. Εκείνη την εποχή, το Μπενεβέντο ανακηρύχθηκε από έναν χρονικογράφο ως Ticinum geminum -δίδυμο τής Παβίας». Ο Αρέχις Β΄ επέκτεινε τη ρωμαϊκή πόλη με νέους περιτειχισμένους περιβόλους, που εκτείνονταν στο επίπεδο έδαφος νοτιοδυτικά της παλαιάς πόλης, όπου ο Αρέχις Β΄ κατεδάφισε παλαιές κατασκευές για ένα νέο πριγκιπικό παλάτι, του οποίου η ανοιχτή αυλή είναι ακόμα ανιχνεύσιμη στον όροφο της αυλής (Piano di Corte) της ακρόπολης. Όπως και οι Ρωμαίοι (Βυζαντινοί) εχθροί τους, οι δούκες συνέδεσαν το συγκρότημα του παλατιού με μία εθνική εκκλησία, την Αγία Σοφία.

Το 788 στο πριγκιπάτο έγινε προσπάθεια ανάκτησής του από Ρωμαϊκά (Βυζαντινά) στρατεύματα με επικεφαλής τον γιο του Δεσιδέριου, Αδέλχι, ο οποίος είχε καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, οι προσπάθειές του ματαιώθηκαν από τον γιο του Αρέχι Β΄, Γριμοάλδο Γ΄, ο οποίος, ωστόσο, είχε υποταχθεί εν μέρει στους Φράγκους. Οι Φράγκοι βοήθησαν στην απόκρουση του Αδέλχι, αλλά, με τη σειρά τους, επιτέθηκαν αρκετές φορές στα εδάφη του Μπενεβέντο, επιτυγχάνοντας μικρά κέρδη, κυρίως την προσάρτηση του Κιέτι στο δουκάτο του Σπολέτο. Το 814 ο Γριμοάλδος Δ΄ έδωσε αόριστες υποσχέσεις φόρου υποτέλειας και υποταγής στον Λουδοβίκο Α΄ τον Ευσεβή, οι οποίες ανανεώθηκαν από τον διάδοχό του Σίκο. Καμία από αυτές τις δεσμεύσεις δεν τηρήθηκε, και η μειωμένη δύναμη και επιρροή των μεμονωμένων Καρολιδών μοναρχών επέτρεψε στο δουκάτο να αυξήσει την αυτονομία του.

Οι δούκες του Μπενεβέντο χρησιμοποιούσαν σφραγιδόλιθους για να επικυρώνουν έγγραφα, όπως ακριβώς και οι Λομβαρδοί βασιλείς, και οι πρίγκιπες μπορεί να συνέχισαν να τους χρησιμοποιούν μέχρι τον 9ο αι. Υποδηλώνουν μία συνέχιση (ή μίμηση) των ρωμαϊκών μορφών διοίκησης, καθώς και εκτεταμένη παιδεία (ή «υπο-παιδεία»). [1]

Παρακμή μέσω διαίρεσης και κατάκτησης

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Image
Σόλιδος του Σικάρδου. Επιγρ.: SICARDU / VITOR +PRINCI, S I, CON.OB, 3,78 γραμ.

Τον επόμενο αιώνα, παρά τη συνεχιζόμενη εχθρότητα των Φράγκων ηγεμόνων, το Μπενεβέντο έφτασε στο απόγειό του, επιβάλλοντας φόρο υποτέλειας στη Νάπολη και καταλαμβάνοντας το Αμάλφι υπό τον δούκα Σικάρδο. Όταν ο Σικάρδος δολοφονήθηκε το 839, ξεκίνησε εμφύλιος πόλεμος. Ο αδελφός τού Σικάρο, Σικονόλφος, ανακηρύχθηκε πρίγκιπας στο Σαλέρνο, ενώ ο δολοφόνος Ραδέλχις Α΄ ανέλαβε τον θρόνο στο Μπενεβέντο. Μετά από 10 χρόνια εμφυλίου πολέμου, ο αυτοκράτορας Λουδοβίκος Β΄ τερμάτισε τη σύγκρουση, διατάσσοντας τη διαίρεση του δουκάτου σε δύο ξεχωριστά πριγκιπάτα: το Μπενεβέντο (με το Μολίζε και την Απουλία βόρεια προς τον Τάραντα) και το πριγκιπάτο του Σαλέρνο. Ως μέρος της διαίρεσης, η Κάπουα έγινε μέρος του πριγκιπάτου του Σαλέρνο.

Η κρίση επιδεινώθηκε από την έναρξη των μουσουλμανικών καταστροφών, καθώς οι πρώτοι Σαρακηνοί κλήθηκαν από τον Ραδέλχι Α΄ και στη συνέχεια από τον Σικονούλφο στον δεκαετή πόλεμό τους. Συχνά υποκινούμενοι από αντίπαλους Χριστιανούς ηγεμόνες, οι Σαρακηνοί επιτέθηκαν ανεπιτυχώς στη Νάπολη και το Σαλέρνο. [2] Η ισλαμική αποικία στο νότιο Λάτιο εξαλείφθηκε μόλις το 915, μετά τη μάχη του Γαριλιάνο. Ταυτόχρονα, ωστόσο, η Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) Αυτοκρατορία ανακατέλαβε ένα μεγάλο μέρος της νότιας Ιταλίας, ξεκινώντας από το Μπάρι, το οποίο ανέκτησε από τους Σαρακηνούς το 876, και τελικά ανύψωσε τα υπό στρατηγούς Θέματά τους σε ένα Κατεπανάτο της Ιταλίας (999), μειώνοντας περαιτέρω την ήδη φθίνουσα δύναμη του Μπενεβέντο.

Το 899 ο Ατενούλφος Α΄ της Κάπουα κατέκτησε το Μπενεβέντο και ένωσε τα δύο δουκάτα. Τα κήρυξε αχώριστα και εισήγαγε την αρχή της συνδιοίκησης, σύμφωνα με την οποία οι γιοι θα συνδέονταν με τους πατέρες τους, μία αρχή που σύντομα υιοθέτησε το Σαλέρνο. Ωστόσο, όλη η μικρή Λαγγοβαρδία ενοποιήθηκε για τελευταία φορά από τον δούκα Πανδόλφο Α΄ τον Σιδηροκέφαλο, ο οποίος έγινε πρίγκιπας του Σαλέρνο το 978. Κατάφερε να κάνει το Μπενεβέντο αρχιεπισκοπή το 969. Πριν από το τέλος του (Μάρτιος 981), είχε αποκτήσει από τον αυτοκράτορα Όθωνα Α΄ και τον τίτλο του δούκα του Σπολέτο. Ωστόσο, τον μοίρασε μεταξύ των γιων του: ο Λανδούλφος Δ΄ έλαβε το Μπενεβέντο-Κάπουα και ο Πανδόλφος Β΄ το Σαλέρνο. Σύντομα, το Μπενεβέντο αφαιρέθηκε ξανά όταν ο Πανδόλφος Β΄, ανιψιός του Σιδηροκέφαλου, εξεγέρθηκε, απαιτώντας το μερίδιό του από την κληρονομιά.

Οι πρώτες δεκαετίες του 11ου αι. είδαν το Μπενεβέντο να μειώνεται γενόμενο λιγότερο από οποιοδήποτε από τα αδελφά δουκάτα του, το τότε εξέχον Σαλέρνο, ή την Κάπουα. Γύρω στο 1000, το Μπενεβέντο εξακολουθούσε να αποτελείτο από 34 ξεχωριστές κομητείες. Το 1022 ο Ερρίκος Β΄ αυτοκράτορας της Γερμανίας, κατέκτησε τόσο την Κάπουα όσο και το Μπενεβέντο, αλλά επέστρεψε στη Γερμανία μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Τρόια. Ο πρίγκιπας του Σαλέρνο, Γουαϊμάρ Δ΄, ανέλαβε τον έλεγχο του Μπενεβέντο το 1040.

Διαδοχικά, οι Νορμανδοί έφτασαν στη Νότια Ιταλία ("Μετζοτζιόρνο") αυτά τα χρόνια, και το Μπενεβέντο, που τότε αναγνώρισε ότι βρισκόταν υπό παπική κυριαρχία, ήταν μόνο ένας περιστασιακός σύμμαχος. Ο δούκας του Μπενεβέντο είχε ακόμη αρκετό κύρος για να δανείσει τον γιο του, Ατενούλφο, στην εξέγερση των Νορμανδών-Λομβαρδών στην Απουλία ως ηγέτη, αλλά ο Ατενούλφος εγκατέλειψε τους Νορμανδούς, και το Μπενεβέντο έχασε ό,τι είχε απομείνει από την επιρροή του.

Ο σπουδαιότερος από τους Νορμανδούς ηγεμόνες του νότου ήταν ο Ροβέρτος Γυισκάρδος, ο οποίος κατέλαβε το Μπενεβέντο το 1053. Ο Γυισκάρδος, με τη σειρά του, έδωσε το Μπενεβέντο στον κατ' όνομα επικυρίαρχό του, τον πάπα Λέοντα Θ΄. Ο πάπας Λέων Θ΄ και οι διάδοχοί του διόρισαν μία σειρά από δευτερεύοντες Λομβαρδούς ως δούκες, μέχρι που ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ διόρισε τον Γυισκάρδο ως πρίγκιπα του Μπενεβέντο το 1078. Τελικά το 1081 ο Γυισκάρδος επέστρεψε τον τίτλο στον πάπα, με ελάχιστη πια έκταση: την πόλη που απέμενε από το κάποτε μεγάλο πριγκιπάτο, το οποίο καθόριζε τις υποθέσεις της Νότιας Ιταλίας για γενιές. Έκτοτε, δεν ονομάστηκαν δούκες ή πρίγκιπες.


Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]