close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μιούζικαλ (κινηματογράφος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Image
Αφίσα της ταινίας Τραγουδώντας στη βροχή (1952)

Το μιούζικαλ ή μουσική ταινία είναι ένα κινηματογραφικό είδος στο οποίο τραγούδια των χαρακτήρων συνυφαίνονται με την αφήγηση, ενίοτε συνοδευόμενα από χορό.[1] Τα τραγούδια συνήθως προωθούν την πλοκή ή αναπτύσσουν τους χαρακτήρες της ταινίας, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, χρησιμεύουν απλώς ως διαλείμματα στην ιστορία.

Η μουσική ταινία ήταν μια φυσική εξέλιξη του θεατρικού μιούζικαλ μετά την εμφάνιση της τεχνολογίας του ομιλούντος κινηματογράφου. Συνήθως, η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του κινηματογραφικού και του θεατρικού μιούζικαλ είναι η χρήση πλούσιων σκηνικών και εξωτερικών σκηνών που θα ήταν ανέφικτα σε ένα θέατρο. Οι μουσικές ταινίες περιέχουν χαρακτηριστικά στοιχεία που θυμίζουν θέατρο· οι ερμηνευτές συχνά αντιμετωπίζουν τα τραγούδια και τα χορευτικά τους νούμερα σαν να τους παρακολουθεί ζωντανό κοινό. Κατά μία έννοια, ο κάθε θεατής γίνεται το κοινό, καθώς ο ερμηνευτής κοιτάζει απευθείας την κάμερα και ερμηνεύει μπροστά σε αυτήν.

Με την έλευση του ήχου στα τέλη της δεκαετίας του 1920, τα μιούζικαλ κέρδισαν δημοτικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ταινίες του Μπάσμπι Μπέρκλεϊ, ενός χορογράφου γνωστού για τα ιδιαίτερα και περίτεχνα σκηνικά του με πολλές χορεύτριες. Αυτά τα πλούσια νούμερα χαρακτηρίζονται από το χορογραφικό του έργο στις παραστάσεις 42nd Street, Gold Diggers of 1933, Footlight Parade (όλα του 1933). Κατά τη δεκαετία του 1930, οι μουσικές ταινίες των Φρεντ Αστέρ και Τζίντζερ Ρότζερς κέρδισαν τεράστια πολιτισμική αξία στα μάτια του αμερικανικού κοινού. Οι ταινίες ήταν τα Top Hat (1935), Ναυτική παρέλαση (Follow the Fleet, 1936) , Δε χορεύω πια (Swing Time, 1936) και Ας χορέψουμε (Shall We Dance, 1937). Ο μάγος του Οζ (1939) του Βίκτορ Φλέμινγκ θα γινόταν ορόσημο για τα μιούζικαλ, καθώς πειραματιζόταν με νέες τεχνολογίες όπως το Technicolor.

Τις δεκαετίες του 1940 και του 1950, τα μιούζικαλ της MGM έκαναν τακτικά πρεμιέρες. Αυτές οι ταινίες ήταν: Το τραγούδι της αγάπης (Meet Me in St. Louisμ 1944), Πασχαλινή παρέλασις (Easter Parade, 1948), 3 κορίτσια και 3 ναύτες (On the Town, 1949), Ένας Αμερικανός στο Παρίσι (An American in Paris, 1951), Τραγουδώντας στη βροχή (Singin' in the Rain, 1952), Ένα χορό για σένα (The Band Wagon, 1953), Υψηλή κοινωνία (High Society 1956) και Ζιζί (Gigi, 1958). Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι ταινίες εκτός της μονάδας του Άρθουρ Φριντ στη MGM ήταν τα Μουσική παρέλασις (Holiday Inn, 1942), Λευκά Χριστούγεννα (White Christmas, 1954) και Funny Face (1957), καθώς και τα Οκλαχόμα (Oklahoma!, 1955), Ο βασιλιάς κι εγώ (The King and I, 1956), Carousel και Νότιος Ειρηνικός (South Pacific, 1958). Αυτές οι ταινίες της εποχής βασίζονταν συνήθως στη φήμη αστέρων του κινηματογράφου όπως οι Φρεντ Αστέρ, Τζιν Κέλι, Μπινγκ Κρόσμπι, Φρανκ Σινάτρα, Τζούντι Γκάρλαντ, Αν Μίλερ, Κάθριν Γκρέισον και Χάουαρντ Κιλ. Βασίζονταν επίσης σε σκηνοθέτες όπως οι Στάνλεϊ Ντόνεν και Βινσέντε Μινέλι, καθώς και στους τραγουδοποιούς Κόμντεν και Γκριν, Ρότζερς και Χάμερσταϊν, Ίρβινγκ Μπερλίν, Κόουλ Πόρτερ και τους αδελφούς Γκέρσουιν.

Κατά τη δεκαετία του 1960, οι ταινίες που βασίζονταν σε θεατρικά μιούζικαλ συνέχισαν να σημειώνουν επιτυχία στους κριτικούς και να έχουν εισπρακτικά έσοδα. Αυτές οι ταινίες ήταν τα Γουέστ Σάιντ Στόρι (West Side story, 1961), Γυμνή κάθε βράδυ (Gypsy, 1962), Μουσική παρέλαση (The Music Man, 1962), Ο πειρασμός (Bye Bye Birdie, 1963), Ωραία μου κυρία (My Fair Lady, 1964), Μαίρη Πόπινς (Mary Poppins, 1964), Η μελωδία της ευτυχίας (The Sound of Music, 1965), A Funny Thing Happened on the Way to the Forum (1967), Πώς να βγάζετε λεφτά χωρίς να δουλεύετε (How to Succeed in Business Without Really Trying, 1967), Γλυκιά μου Μίλυ (Thoroughly Modern Millie, 1967), Όλιβερ! (Oliver!, 1968) και Ένα αστείο κορίτσι (Funny Girl, 1968).

Τη δεκαετία του 1970, η κινηματογραφική κουλτούρα και η μεταβαλλόμενη δημογραφική σύνθεση των σινεφίλ έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στον σκληρό ρεαλισμό, ενώ η καθαρή ψυχαγωγία και η θεατρικότητα των μιούζικαλ του Χόλιγουντ της κλασικής εποχής θεωρούνταν παλιομοδίτικες. Παρ' όλα αυτά, οι ταινίες Χριστουγεννιάτικη μπαλάντα (Scrooge, 1970), Ο Γουίλι Γουόνκα και το εργοστάσιο σοκολάτας (Willy Wonka & the Chocolate Factory, 1971), Ο βιολιστής στη στέγη (Fiddler on the Roof, 1971), Καμπαρέ (Cabaret, 1972), 1776 (1972), τα Μάγισσες και σκουπόξυλα (Bedknobs and Broomsticks, 1971) και Ο Πιτ και ο δράκος (Pete's Dragon, 1977) της Disney, καθώς και Grease (1978) και Ο μάγος του Οζ (The Wiz, 1978), ήταν πιο παραδοσιακά μιούζικαλ, βασισμένα σε θεατρικές παραστάσεις, και σημείωσαν μεγάλη επιτυχία σε κριτικούς και κοινό.

Καθ' όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1980 και του 1990, τα μιούζικαλ προέρχονταν κυρίως από ταινίες κινουμένων σχεδίων του Γουόλτ Ντίσνεϊ και από τους συνθέτες και στιχουργούς Χάουαρντ Άσμαν, Άλαν Μένκεν και Στίβεν Σουόρτς. Η Αναγέννηση της Disney ξεκίνησε με τη Μικρή γοργόνα (The Little Mermaid, 1989), ενώ ακολούθησαν οι ταινίες Η πεντάμορφη και το τέρας (Beauty and the Beast, 1991), Αλαντίν (Aladdin, 1992), Ο βασιλιάς των λιονταριών (The Lion King, 1994), Ποκαχόντας (Pocahontas, 1995), Η Παναγία των Παρισίων (The Hunchback of Notre Dame 1996), Ηρακλής: Πέρα από το μύθο (Hercules, 1997) και Μουλάν (Mulan, 1998).

Τον 21ο αι., το μουσικό είδος έχει αναζωογονηθεί με πιο σκοτεινά μιούζικαλ, μουσικές βιογραφίες, μουσικά ριμέικ, επικά δραματικά μιούζικαλ και κωμικά δραματικά μιούζικαλ όπως Moulin Rouge! (2001), Σικάγο (Chicago, 2002), Το φάντασμα της όπερας (The Phantom of the Opera, 2004), Όνειρα και φιλοδοξίες (Rent, 2005), Dreamgirls (2006), Μέχρι την άκρη του κόσμου (Across the Universe, 2007), Η μαγεμένη (Enchanted, 2007), Hairspray (2007), Sweeney Todd: Ο φονικός κουρέας της οδού Φλιτ (Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street, 2007), Mamma Mia! Η ταινία (Mamma Mia!, 2008), Εννέα (Nine, 2009), The Muppets (2011), Οι άθλιοι (Les Misérables, 2012), Τα μυστικά του δάσους (Into the Woods, 2014), Η επόμενη γενιά (Descendants, 2015) , La La Land (2016), Η πεντάμορφη και το τέρας (Beauty and the Beast, 2017), The Greatest Showman (2017), Mamma Mia! Here We Go Again (2018), Ένα αστέρι γεννιέται (A Star Is Born, 2018), Η Μαίρη Πόπινς επιστρέφει (Mary Poppins Returns, 2018), Bohemian Rhapsody (2018), Αλαντίν (Aladdin, 2019), Rocketman (2019), Ο βασιλιάς των λιονταριών (The Lion King, 2019), The Prom (2020), Σε μια γειτονιά της Νέας Υόρκης (In the Heights, 2021), Respect (2021), Dear Evan Hansen (2021), Συρανό ντε Μπερζεράκ (Cyrano, 2021), Όλοι μιλάνε για τον Τζέιμι (Everybody's Talking About Jamie, 2021), tick, tick... BOOM! (2021) , Γουέστ Σάιντ Στόρι (West Side Story, 2021), Elvis (2022), Spirited (2022), Disenchanted (2022), Matilda the Musical (2022), Η μικρή γοργόνα (The Little Mermaid, 2023), Γουόνκα (Wonka, 2023), The Color Purple (2023), Mean Girls(2024), Wicked (2024), Μουφάσα: Ο βασιλιάς των λιονταριών (Mufasa: The Lion King, 2024), Joker: Τρέλα για δύο (Joker: Folie à Deux, 2024), A Complete Unknown (2024), Better Man (2024), Kiss of the Spider Woman (2025), Χιονάτη (Snow White, 2025), Blue Moon (2025).

Μιούζικαλ του Χόλιγουντ

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Image
Ο μάγος του Οζ (1939) θεωρείται μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.

1930–1950: Η πρώτη περίοδος των κινηματογραφικών μιούζικαλ

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δεκαετία του 1930 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1950 θεωρείται η χρυσή εποχή του μουσικού κινηματογράφου, όταν η δημοτικότητα του είδους βρισκόταν στο απόγειό της στον δυτικό κόσμο. Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι, η πρώτη ταινία της Disney, ήταν ένα μιούζικαλ που χάρισε τιμητικό Όσκαρ στον Γουόλτ Ντίσνεϊ στων τελετή των 11ων Βραβείων Όσκαρ.

Τα πρώτα μιούζικαλ

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο 1923-24, γυρίστηκαν μουσικές ταινίες μικρού μήκους από τον Λι ντε Φόρεστ. Από το 1926, δημιουργήθηκαν χιλιάδες ταινίες μικρού μήκους Vitaphone, πολλές από τις οποίες περιλάμβαναν μπάντες, τραγουδιστές και χορευτές. Οι πρώτες ταινίες μεγάλου μήκους με συγχρονισμένο ήχο είχαν μόνο μουσική υπόκρουση και ενίοτε κάποια ηχητικά εφέ που έπαιζαν καθώς οι ηθοποιοί απέδιδαν τους χαρακτήρες τους όπως ακριβώς έκαναν και στις βωβές ταινίες: χωρίς ακουστικούς διαλόγους. [2] Ο τραγουδιστής της τζαζ, που κυκλοφόρησε το 1927 από την Warner Brothers, ήταν η πρώτη ταινία που περιελάμβανε ηχητικό κομμάτι που περιείχε μη αφηγηματική μουσική, καθώς και μια σύντομη ακολουθία προφορικών διαλόγων. Αυτή η μεγάλου μήκους ταινία ήταν επίσης και μιούζικαλ, με τον Αλ Τζόλσον να τραγουδά τα "Dirty Hands, Dirty Face", "Toot, Toot, Tootsie", "Blue Skies" και "My Mammy". Ο ιστορικός Σκοτ Άιμαν έγραψε: «Καθώς η ταινία τελείωνε και τα χειροκροτήματα αυξάνονταν με τα φώτα του σπιτιών, η σύζυγος του Σαμ Γκόλντγουιν, Φράνσις, κοίταξε γύρω της τους διάσημους μέσα στο πλήθος. Είδε «τρόμο στα πρόσωπά τους», είπε, σαν να ήξεραν ότι «το παιχνίδι που έπαιζαν χρόνια είχε επιτέλους τελειώσει»». [3] Ωστόσο, μόνο μεμονωμένες σκηνές είχαν «ζωντανό» ήχο. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είχε απλώς ταυτόχρονη μουσική επένδυση. [2] Το 1928, η Warner Brothers ακολούθησε με μια άλλη ταινία που βασιζόταν στον Τζόλσον, Ο τρελός τραγουδιστής (The Singing Fool, 1928), που σημείωσε μεγάλη επιτυχία. [2] Οι αίθουσες έσπευσαν να εγκαταστήσουν τον νέο ηχητικό εξοπλισμό και να προσλάβουν συνθέτες του Μπρόντγουεϊ για να γράψουν μιούζικαλ για την οθόνη. [2] Η πρώτη ταινία με τις περισσότερες ομιλίες, με τίτλο Lights of New York, περιελάμβανε μια μουσική σκηνή σε ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης. Ο ενθουσιασμός του κοινού ήταν τόσο μεγάλος που σε λιγότερο από ένα χρόνο όλα τα μεγάλα στούντιο γύριζαν αποκλειστικά ηχητικές ταινίες. Η μελωδία του Μπρόντγουεϊ (The Broadway Melody, 1929) είχε μια πλοκή με θέμα τη σόουμπιζ για δύο αδερφές που διεδκικούσαν για τον εαυτό της η καθεμία έναν γοητευτικό τραγουδιστή και χορευτή. Η ταινία διαφημίστηκε από τη MGM ως η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία όπου «όλα μιλάνε, όλα τραγουδούν, όλα χορεύουν», σημείωσε επιτυχία και κέρδισε Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας το 1929. Κατόπιν τούτου, τα στούντιο έσπευσαν να προσλάβουν ταλέντα από το θέατρο για να πρωταγωνιστήσουν σε πλούσιες εκδοχές επιτυχιών του Μπρόντγουεϊ. Στην Ερωτική παρέλαση (The Love Parade, 1929) πρωταγωνιστούσαν ο Μορίς Σεβαλιέ και η πρωτοεμφανιζόμενη Ζανέτ Μακντόναλντ, ενώ το σενάριο είχε γράψει ο βετεράνος του Μπρόντγουεϊ, Γκάι Μπόλτον. [4]

Η Warner Brothers έκανε την παραγωγή της πρώτης οπερέτας στον κινηματογράφο, με τίτλο The Desert Song το 1929. Η εταιρεία δεν φοβήθηκε τα έξοδα και γύρισε ένα μεγάλο μέρος της ταινίας σε Technicolor. Ακολούθησε η πρώτη έγχρωμη και ομιλούσα μουσική ταινία μεγάλου μήκους με τίτλο On with the Show (1929). Η πιο δημοφιλής ταινία του 1929 ήταν η δεύτερη έγχρωμη, μεγάλου μήκους ταινία, με τίτλο Χρυσόμυγες (Gold Diggers of Broadway, 1929). Αυτή η ταινία έσπασε όλα τα ρεκόρ εισπράξεων και παρέμεινε η ταινία με τις υψηλότερες εισπράξεις που είχε γυριστεί μέχρι το 1939. Ξαφνικά, η αγορά κατακλύστηκε από μιούζικαλ, επιθεωρήσεις και οπερέτες.

Το Χόλιγουντ κυκλοφόρησε περισσότερες από 100 μουσικές ταινίες το 1930, αλλά μόνο 14 το 1931. [2] Μέχρι τα τέλη του 1930, το κοινό είχε υπερκορεστεί με μιούζικαλ και τα στούντιο αναγκάστηκαν να κόψουν τη μουσική από τις ταινίες που κυκλοφορούσαν τότε. Για παράδειγμα, το The Life of the Party (1930) δημιουργήθηκε αρχικά ως μουσική κωμωδία. Πριν κυκλοφορήσει, ωστόσο, τα τραγούδια είχαν αφαιρεθεί. Το ίδιο συνέβη και στις 50 Million Frenchmen (1931) και Manhattan Parade (1932), οι οποίες είχαν γυριστεί εξ ολοκλήρου σε Technicolor. Η Μάρλεν Ντίτριχ τραγούδησε με επιτυχία στις ταινίες της, ενώ οι Ρότζερς και Χαρτ έγραψαν μερικές ταινίες που έτυχαν θερμής υποδοχής, αλλά ακόμη και εκείνων η δημοτικότητα είχε μειωθεί μέχρι το 1932. [2] Το κοινό γρήγορα άρχισε να συνδέει το χρώμα με τα μιούζικαλ και έτσι η μείωση της δημοτικότητας της μουσικής ταινίας οδήγησε επίσης σε μείωση των έγχρωμων παραγωγών.

Η προτίμηση για τα μιούζικαλ αναβίωσε το 1933, όταν ο σκηνοθέτης Μπάσμπι Μπέρκλεϊ άρχισε να εμπλουτίζει το παραδοσιακό χορευτικό νούμερο με ιδέες που αντλήθηκαν από την ακρίβεια των παρελάσεων που είχε βιώσει ως στρατιώτης του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Σε ταινίες όπως 42α οδός (42nd Street, 1933) και Γυναίκες πολυτελείας (Gold Diggers of 1933, 1933), ο Μπέρκλεϊ χορογράφησε μια σειρά από ταινίες με το μοναδικό του στιλ. Τα έργα του Μπέρκλεϊ συνήθως ξεκινούν από μία θεατρική σκηνή, αλλά σταδιακά ξεπερνούν τους περιορισμούς του θεατρικού χώρου: οι ευρηματικές του ρουτίνες, όπως ανθρώπινα σώματα που σχηματίζουν μοτίβα σαν καλειδοσκόπιο, δεν θα μπορούσαν ποτέ να χωρέσουν σε μια πραγματική σκηνή και η καλύτερη προοπτική είναι η θέαση από ψηλά. [5]

Αστέρες του μιούζικαλ

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αστέρες του μιούζικαλ όπως ο Φρεντ Αστέρ και η Τζίντζερ Ρότζερς ήταν από τις πιο δημοφιλείς και ιδιαίτερα σεβαστές προσωπικότητες στο Χόλιγουντ κατά την κλασική εποχή. Το δίδυμο των Φρεντ και Τζίντζερ ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένο και οδήγησε σε μια σειρά από κλασικές ταινίες όπως τα Top Hat (1935), Swing Time (Swing Time, 1936) και Ας χορέψουμε (Shall We Dance, 1937). Πολλοί δραματικοί ηθοποιοί συμμετείχαν ευχαρίστως σε μιούζικαλ βρίσκοντας έναν τρόπο να ξεφύγουν από την τυποποίησή τους. Για παράδειγμα, ο πολυτάλαντος Τζέιμς Κάγκνεϊ είχε αρχικά γίνει διάσημος ως τραγουδιστής και χορευτής, αλλά οι επανειλημμένες επιτυχίες του σε ρόλους «σκληρών» και σε γκανγκστερικές ταινίες τού έδωσαν λίγες ευκαιρίες να επιδείξει αυτά τα ταλέντα. Ο βραβευμένος με Όσκαρ ρόλος του Κάγκνεϊ στην ταινία Ο ουρανός της δόξας (Yankee Doodle Dandy, 1942) του επέτρεψε να τραγουδάει και να χορεύει και τη θεωρούσε μία από τις καλύτερες στιγμές του.

Πολλές κωμωδίες (και μερικά δράματα) είχαν δικά τους μουσικά νούμερα. Οι ταινίες των αδελφών Μαρξ περιλάμβαναν ένα μουσικό κομμάτι σχεδόν σε κάθε ταινία, που τους επέτρεπε να αναδείξουν τα μουσικά τους ταλέντα. Στην τελευταία τους ταινία, με τίτλο Τρελοί ερωτευμένοι (Love Happy, 1949), πρωταγωνιστούσε η Βέρα-Έλεν, η οποία θεωρούνταν η καλύτερη χορεύτρια μεταξύ των συναδέλφων της.

Ομοίως, ο βοντεβιλιανός κωμικός Γ. Σ. Φιλντς ένωσε τις δυνάμεις του με την κωμική ηθοποιό Μάρθα Ρέι και τον νεαρό κωμικό Μπομπ Χόουπ στη μουσική σπονδυλωτή ταινία της Paramount Pictures The Big Broadcast of 1938. Η ταινία ανέδειξε επίσης τα ταλέντα αρκετών διεθνώς αναγνωρισμένων μουσικών καλλιτεχνών, όπως: Κίρστεν Φλλαγκσταντ (Νορβηγίδα υψίφωνος), Γουίλφρεντ Πελετιέ (Καναδός μαέστρος της Μητροπολιτικής Όπερα), Τίτο Γκουιζάρ (Μεξικανός τενόρος), Σεπ Φιλντες που διηύθυνε την τζαζ μπάντα Rippling Rhythm και Τζον Σέρι ο πρεσβύτερος (Ιταλοαμερικανός ακορντεονίστας). [6] Εκτός από Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού (1938), η ταινία κέρδισε ένα βραβείο Κινηματογράφου και Τηλεόρασης ASCAP (1989) για το χαρακτηριστικό τραγούδι του Μπομπ Χόουπ "Thanks for the Memory". [7]

Rock, Rock, Rock, μια μουσική ταινία του 1956

Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και στις αρχές της δεκαετίας του 1950, μια μονάδα παραγωγής στη Metro-Goldwyn-Mayer με επικεφαλής τον Άρθουρ Φριντ έκανε τη μετάβαση από τις παλιομοδίτικες μουσικές ταινίες, των οποίων η φόρμουλα είχε γίνει επαναλαμβανόμενη, σε κάτι νέο. Ωστόσο, γύριζαν επίσης τεχνικόλορ ριμέικ μιούζικαλ όπως το Show Boat, το οποίο είχε γυριστεί για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1930. Το 1939, ο Φριντ προσελήφθη ως βοηθός παραγωγής στην ταινία Τ' ανήλικα εν δράσει (Babes in Arms). Ξεκινώντας το 1944 με Το τραγούδι της αγάπης (Meet Me in St. Louis), η ομάδα του Φριντ εργάστηκε κάπως ανεξάρτητα από το υπόλοιπο στούντιο γυρίζοντας μερικά από τα πιο δημοφιλή και γνωστά παραδείγματα του είδους. Προϊόντα αυτής της περιόδου είναι τα Πασχαλινή παρέλασις (Easter Parade, 1948), 3 κορίτσια και 3 ναύτες (On the Town, 1949), Ένας Αμερικανός στο Παρίσι (An American in Paris, 1951), Τραγουδώντας στη βροχή (Singin' in the Rain, 1952), Ένα χορό για σένα (The Band Wagon, 1953) και Ζιζί (Gigi, 1958). Άλλα μιούζικαλ του στούντιο ήταν τα Επτά νύφες για επτά αδέλφια (Seven Brides for Seven Brothers, 1954) και Υψηλή κοινωνία (High Society, 1956), ενώ το στούντιο διένειμε και το Μάγκες και κούκλες (Guys and Dolls) του Σάμιουελ Γκόλντγουιν το 1955.

Εκείνη την εποχή, έγιναν γνωστά αρκετά μουσικά αστέρια, όπως οι Τζούντι Γκάρλαντ, Τζιν Κέλι, Αν Μίλερ, Ντόναλντ Ο'Κόνορ, Σιντ Τσαρίς, Μίκι Ρούνεϊ, Βέρα-Έλεν, Τζέιν Πάουελ, Χάουαρντ Κιλ και Κάθριν Γκρέισον. Ο Φρεντ Αστέρ πείστηκε επίσης να αποσυρθεί από τη σύνταξη για να γυρίσει την Πασχαλινή παρέλαση, μετά την οποία επέστρεψε οριστικά.

Τα άλλα στούντιο του Χόλιγουντ αποδείχθηκαν εξίσου επιδέξια στην αντιμετώπιση του είδους, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1950. Τέσσερις διασκευές παραστάσεων των Ρότζερς και Χάμερσταϊν - Οκλαχόμα! (Oklahoma!, 1955), Ο βασιλιάς και εγώ (The King and I, 1956), Carousel (1956) και Νότιος Ειρηνικός (1958) - σημείωσαν επιτυχία, ενώ η Paramount Pictures κυκλοφόρησε τα Λευκά Χριστούγεννα και Funny Face, δύο ταινίες που χρησιμοποίησαν μουσική γραμμένη προηγουμένως από τον Ίρβινγκ Μπερλίν και τους αδελφούς Γκέρσουιν, αντίστοιχα. Η Warner Bros. κυκλοφόρησε τις ταινίες Η γυναίκα με το μαστίγιο (Calamity Jane, 1953) και Ένα αστέρι γεννιέται (A Star Is Born, 1954). Η πρώτη αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία της Ντόρις Ντέι, ενώ η δεύτερη έδωσε την ευκαιρία στην Τζούντι Γκάρλαντ να επιστρέψει στη μεγάλη οθόνη, αφού είχε απομακρυνθεί από τα φώτα της δημοσιότητας από το 1950. Στο μεταξύ, ο σκηνοθέτης Ότο Πρέμινγκερ, περισσότερο γνωστός για «σοβαρές» ταινίες, γύρισε τα Carmen Jones (1954) και Porgy and Bess (1959), με πρωταγωνίστρια την Ντόροθι Ντάντριτζ, η οποία θεωρείται η πρώτη Αφροαμερικανίδα σταρ του κινηματογράφου ποιότητας. Ο διάσημος σκηνοθέτης Χάουαρντ Χοκς εισήλθε επίσης στο είδος με την ταινία Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές (Gentlemen Prefer Blondes, 1953).

Στις δεκαετίες του 1960, του 1970 και μέχρι σήμερα, οι μουσικές ταινίες έγιναν λιγότερο βιώσιμες και τα στούντιο δεν μπορούσαν να βασιστούν σε αυτές για σίγουρες επιτυχίες. Το κοινό προσέλκυαν μειώθηκε και γυρίζονταν λιγότερες μουσικές ταινίες, καθώς το είδος γινόταν πιο εξειδικευμένο.

Το μιούζικαλ της δεκαετίας του 1960

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη δεκαετία του 1960, οι ταινίες Γουέστ Σάιντ Στόρι (West Side story, 1961), Γυμνή κάθε βράδυ (Gypsy, 1962), Μουσική παρέλαση (The Music Man, 1962), Ο πειρασμός (Bye Bye Birdie, 1963), Ωραία μου κυρία (My Fair Lady, 1964), Μαίρη Πόπινς (Mary Poppins), Η μελωδία της ευτυχίας (The Sound of Music, 1965), A Funny Thing Happened on the Way to the Forum (1966), Το Βιβλίο της ζούγκλας, (The Jungle Book, 1967), Γλυκιά μου Μίλυ (1967),Όλιβερ! (Oliver!, 1968) και Ένα αστείο κορίτσι (Funny Girl, 1968) σημείωσαν καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία αποδεικνύοντας ότι το παραδοσιακό μιούζικαλ ήταν σε καλή κατάσταση, ενώ τα τζαζ μιούζικαλ Οι ομπρέλες του Χερβούργου (Les parapluies de Cherbourg, 1964) και Τα κορίτσια του Ροσφόρ (Les demoiselles de Rochefort, 1967) του Γάλλου σκηνοθέτη Ζακ Ντεμί είχαν απήχηση στους κριτικούς σε όλον τον κόσμο. Ωστόσο, τα μουσικά γούστα επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό από το ροκ εν ρολ και την ελευθερία και τη νιάτα που συνδέονται με αυτό το είδος. Έτσι, ο Έλβις Πρίσλεϊ γύρισε μερικές ταινίες που έχουν εξισωθεί με τα παλιά μιούζικαλ από άποψη μορφής. Τα A Hard Day's Night (1964) και Help! (1965), με πρωταγωνιστές τους Beatles, ήταν τολμηρά εγχειρήματα. Οι περισσότερες μουσικές ταινίες των δεκαετιών του 1950 και του 1960, όπως τα Οκλαχόμα και Η μελωδία της ευτυχίας ήταν απλές διασκευές ή επαναλήψεις επιτυχημένων θεατρικών παραγωγών. Τα πιο επιτυχημένα μιούζικαλ της δεκαετίας του 1960 που γυρίστηκαν ειδικά για τον κινηματογράφο ήταν η Μαίρη Πόπινς και Το βιβλίο της χούγκλας, δύο από τις μεγαλύτερες επιτυχίες όλων των εποχών για την Disney.

Η εκπληκτική απήχηση της Μελωδίας της ευτυχίας έδωσε στα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση ώστε να γυρίσουν μεγάλης διάρκειας μιούζικαλ με υψηλούς προϋπολογισμούς. Παρά την εντυπωσιακή επιτυχία ορισμένων από εκείνες τις ταινίες, το Χόλιγουντ κυκλοφόρησε επίσης έναν μεγάλο αριθμό αποτυχημένων στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Είτε συλλογικά είτε μεμονωμένα, εκείνες οι αποτυχίες επηρέασαν την οικονομική βιωσιμότητα αρκετών μεγάλων στούντιο.

Τη δεκαετία του 1970, η κινηματογραφική κουλτούρα και η μεταβαλλόμενη δημογραφική σύνθεση των σινεφίλ έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στον σκληρό ρεαλισμό, ενώ η καθαρή ψυχαγωγία και η θεατρικότητα των μιούζικαλ της κλασικής εποχής του Χόλιγουντ θεωρούνταν παλιομοδίτικες. Ωστόσο, Ο βιολιστής στη στέγη (Fiddler on the Roof, 1971) και το Καμπαρέ (Cabaret, 1972) ήταν πιο παραδοσιακά μιούζικαλ, σε μεγάλο βαθμό προσαρμοσμένα από θεατρικές παραστάσεις και σημείωσαν μεγάλη επιτυχία σε κριτικούς και κοινό. Η αλλαγή των ηθών και η εγκατάλειψη του κώδικας Χέιζ το 1968 συνέβαλαν επίσης στην αλλαγή των προτιμήσεων του κινηματογραφικού κοινού. Η ταινία του 1973 Ιησούς Χριστός, υπέρλαμπρο άστρο (Jesus Christ Superstar) των Άντριου Λόιντ Γουέμπερ και Τιμ Ράις, δέχτηκε κάποιες επικρίσεις από θρησκευτικές ομάδες, αλλά έτυχε θερμής υποδοχής. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, οι σκηνοθέτες απέφευγαν το είδος και προτιμούσαν να χρησιμοποιούν μουσική από δημοφιλή ροκ ή ποπ συγκροτήματα ως μουσική υπόκρουση, εν μέρει με την ελπίδα να πουλήσουν το άλμπουμ του σάουντρακ στους θαυμαστές. Το The Rocky Horror Picture Show κυκλοφόρησε αρχικά το 1975 και απέτυχε οικτρά, ώσπου ξεκίνησε τις μεταμεσονύκτιες προβολές τη δεκαετία του 1980, οπότε και έγινε καλτ. Την ίδια χρονιά έκανε επίσης πρεμιέρα η ταινία Train Ride to Hollywood του R&B συγκροτήματος Bloodstone, αλλά τα προβλήματα στη διανομή της οδήγησαν σε οριακή κυκλοφορία στις αίθουσες. [8] Το 1976 κυκλοφόρησε η χαμηλού προϋπολογισμού μουσική κωμωδία The First Nudie Musical, από την Paramount. Η κινηματογραφική έκδοση του Grease (1978) σημείωσε μεγάλη επιτυχία, με τραγούδια που ήταν πρωτότυπες συνθέσεις σε ποπ στιλ της δεκαετίας του 1950. Ωστόσο, η συνέχεια Γκριζ 2: Μπλου-τζιν και μίνι (Grease 2, 1982) απέτυχε εισπρακτικά. Γυρίστηκαν επίσης ταινίες για ερμηνευτές που ενσωμάτωναν σκληρό δράμα και μουσικά νούμερα συνυφασμένα με την ιστορία, όπως τα Η κυρία τραγουδά τα μπλουζ (Lady Sings the Blues», 1972), Η παράσταση αρχίζει (All That Jazz, 1979) και New York, New York (1977). Μερικά μιούζικαλ που γυρίστηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο πειραματίστηκαν με αυτήν τη φόρμα, όπως το Αυτός ο υπέροχος πόλεμος (Oh! What a Lovely War, 1969) του Ρίτσαρντ Ατένμπορο, Το κορίτσι του αιώνα και οι ανήλικοι ριφιφίδες (Bugsy Malone, 1976) του Άλαν Πάρκερ και τα Τόμμυ (Tommy, 1975) και Lisztomania (1975) του Κεν Ράσελ.

Eξακολουθούσαν να γυρίζονται aρκετά μιούζικαλ, τα οποία ήταν οικονομικά ή/και κριτικά λιγότερο επιτυχημένα από ό,τι στην εποχή της ακμής του μιούζικαλ. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα Hair (1979), Ο Γουίλι Γουόνκα και το εργοστάσιο σοκολάτας (Willy Wonka & the Chocolate Factory, 1971) και η ταινία της Disney Μάγισσες και σκουπόξυλα (Bedknobs and Broomsticks, 1971), με την τελευταία να κερδίζει Όσκαρ Καλύτερων Οπτικών Εφέ.

Δεκαετίες του 1980 και 1990

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι τη δεκαετία του 1980, οι χρηματοδότες απέκτησαν ολοένα και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο μουσικό είδος, εν μέρει ενισχυμένοι από τη σχετικά εύρωστη εικόνα του μιούζικαλ στο Μπρόντγουεϊ και το Γουέστ Εντ του Λονδίνου. Κάποιες από τις παραγωγές των δεκαετιών του 1980 και του 1990 ήταν οι ταινίες Το μήλο (The Apple, 1980), Xanadu (1980), The Blues Brothers (The Blues Brothers, 1980), Άννυ (Annie, 1982), Βίκτωρ Βικτώρια (Victor/Victoria, 1982), Footloose (1984), A Chorus Line (1985), Το μαγαζάκι του τρόμου (Little Shop of Horrors, 1986), Οι αρχάριοι (Absolute Beginners, 1986), Εβίτα (Evita, 1996) και Όλοι λένε σ' αγαπώ (Everyone Says I Love You, 1996). Ωστόσο, το Η μουσική δεν τελειώνει ποτέ (Can't Stop the Music, 1980), με πρωταγωνιστές τους Village People, ήταν μια καταστροφική προσπάθεια αναβίωσης του παλιού μιούζικαλ και κυκλοφόρησε χωρίς να ικανοποιήσει το κοινό.

Πολλές ταινίες κινουμένων σχεδίων της περιόδου – κυρίως της Disney – περιελάμβαναν παραδοσιακά μουσικά κομμάτια. Οι Χάουαρντ Άσμαν, Άλαν Μένκεν και Στίβεν Σουόρτς είχαν προηγούμενη εμπειρία στο μουσικό θέατρο και έγραψαν τραγούδια για ταινίες κινουμένων σχεδίων εκείνη την περίοδο, αντικαθιστώντας τους αδελφούς Σέρμαν. Ξεκινώντας με τη Μικρή γοργόνα (The Little Mermaid, 1989), η αναγέννηση της Disney έδωσε νέα πνοή στη μουσική ταινία. Άλλα επιτυχημένα μιούζικαλ κινουμένων σχεδίων ήταν τα Αλαντίν (Aladdin, 1992), Η Παναγία των Παρισίων (The Hunchback of Notre Dame, 1996) και Ποκαχόντας (Pocahontas, 1995) από την Disney, Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης (The Nightmare Before Christmas, 1993) από την Touchstone Pictures, Ο πρίγκιπας της Αιγύπτου (The Prince of Egypt, 1998) από την DreamWorks, Αναστασία (Anastasia, 1997) από τη Fox και Το πάρκο της τρέλας (South Park: Bigger, Longer & Uncut, 1999) από την Paramount και την Warner Bros. Η πεντάμορφη και το τέρας (Beauty and the Beast, 1991), Ο βασιλιάς των λιονταριών (The Lion King, 1994) και άλλα διασκευάστηκαν για το θέατρο μετά την τεράστια επιτυχία τους.

2000–σήμερα: Η δεύτερη κλασική εποχή ή Νέα Μουσική Εποχή

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μιούζικαλ του 21ου αι. ή Νέα Εποχή

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 21ο αι., τα κινηματογραφικά μιούζικαλ αναγεννήθηκαν με πιο σκοτεινά μιούζικαλ, βιογραφικές ταινίες, επικά δραματικά μιούζικαλ και κωμικά δραματικά μιούζικαλ όπως το Ω αδελφέ, πού είσαι; (O Brother, Where Art Thou?, 2000), Moulin Rouge! (2001), Σικάγο (Chicago, 2002), Walk the Line (1005), Sweeney Todd: Ο φονικός κουρέας της οδού Φλιτ (Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street, 2007), Οι άθλιοι (Les Misérables, 2012), La La Land (2016), και West Side Story (2021)· όλες κέρδισαν Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ταινίας - Μιούζικαλ ή Κωμωδία στις αντίστοιχες χρονιές κυκλοφορίας τους, ενώ ταινίες όπως Το φάντασμα της όπερας (The Phantom of the Opera, 2004), Hairspray (2007), Mamma Mia! Η ταινία (Mamma Mia!, 2008), Τα μυστικά του δάσους (Into the Woods, 2014), Elvis (2022), Wicked (2024) και άλλες ήταν απλώς υποψήφιες. Τέλος, το Σικάγο ήταν το πρώτο μιούζικαλ από την εποχή του Όλιβερ! που κέρδισε Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας.

Το υποψήφιο για Όσκαρ ντοκιμαντέρ Η πράξη του φόνου (The Act of Killing, 2012) του Τζόσουα Οπενχάιμερ μπορεί να θεωρηθεί μη μυθοπλαστικό μιούζικαλ. [9]

Μια συγκεκριμένη μουσική τάση ήταν ο αυξανόμενος αριθμός μιούζικαλ "τζουκ μποξ" βασισμένων σε μουσική διαφόρων ποπ/ροκ καλλιτεχνών στη μεγάλη οθόνη, μερικά από τα οποία βασίζονταν σε παραστάσεις του Μπρόντγουεϊ. Παραδείγματα ταινιών τζουκ μποξ ήταν τα Mamma Mia! - Η ταινία! (ABBA), Ροκ για πάντα (2012, Rock of Ages) και Ερωτευμένοι στο Εδιμβούργο (Sunshine on Leith, 2013, The Proclamers). Στα πρωτότυπα περιλαμβάνονται τα Μέχρι την άκρη του κόσμου (Across the Universe, 2007, The Beatles), Moulin Rouge! (διάφορες ποπ επιτυχίες), Idlewild (2006, Outkast) και Yesterday (2019, The Beatles).

Η Disney επέστρεψε επίσης στα μιούζικαλ με τις ταινίες Η μαγεμένη (Enchanted, 2007), Η πριγκίπισσα και ο βάτραχος (The Princess and the Frog, 2009), Μαλλιά κουβάρια (Tangled, 2010), Ο Γουίνι το αρκουδάκι (Winnie the Pooh, 2011), The Muppets (2011), Ψυχρά κι ανάποδα (Frozen, 2013), Βαϊάνα (Moana, 2016), Ψυχρά κι ανάποδα ΙΙ (Frozen ΙΙ, 2019), Ενκάντο: Ένας κόσμος μαγικός (Encanto, 2021), Ευχή (Wish, 2023), Βαϊάνα 2 (Moana ΙΙ, 2024) κ.ά. Μετά από μια σειρά επιτυχιών με διασκευές φαντασίας με ζωντανή δράση σε αρκετές ταινίες κινουμένων σχεδίων της, η Disney κυκλοφόρησε μια εκδοχή ζωντανής δράσης της ταινίας Η πεντάμορφη και το τέρας (Beauty and the Beast, 2017), την πρώτη αυτής της διασκευής φαντασίας με ζωντανή δράση που αποτελεί ολοκληρωμένο μιούζικαλ και περιλαμβάνει νέα τραγούδια και νέους στίχους. Η δεύτερη ταινία αυτής της διασκευής φαντασίας με ζωντανή δράση που αποτελεί ολοκληρωμένο μιούζικαλ ήταν το Αλαντίν (Aladdin, 2019), η τρίτη Ο βασιλιάς των λιονταριών (The Lion King, 2019) και η τέταρτη ταινία Η μικρή γοργόνα (Η μικρή γοργόνα, 2023). Η Pixar επίσης κυκλοφόρησε την ταινία Coco (2017), την πρώτη μουσική ταινία κινουμένων σχεδίων σε υπολογιστή της εταιρείας. Άλλα μιούζικαλ κινουμένων σχεδίων είναι τα Happy Feet (2016), Ρίο (Rio, 2011), Λόραξ (The Lorax, 2012), Ρίο 2 (Rio, 2014), Οι ευχούληδες (Trolls, 2016), Τραγούδα! (Sing, 2016), Οι ευχούληδες 2: Παγκόσμια περιοδεία (Trolls World Tour, 2020), Τραγούδα! 2 (Sing 2, 2021) και Οι ευχούληδες 3: Μαζί για μπάντα (Trolls Band Together, 2023).

Οι βιογραφικές ταινίες για μουσικούς και σόουμεν έγνιναν επίσης δημοφιλείς τον 21ο αι. Κάποια παραδείγματα είναι τα 8 Mile (2002, Eminem), Ray (2004, Ρέι Τσαρλς), Walk the Line (2005, Τζόνι Κας), Ζωή σαν τριαντάφυλλο (2007, Εντίθ Πιάφ), Notorious (2009, The Notorious B.I.G.), Jersey Boys (2014, The Four Seasons), Love & Mercy (2014, Μπράιαν Γουίλσον), CrazySexyCool: The TLC Story (2013, TLC), Aaliyah: The Princess of R&B (2014, Aaliyah), Get on Up (2014, Τζέιμς Μπράουν), Whitney (2015) και I Wanna Dance With Somebody (2022, Γουίτνεϊ Χιούστον), Straight Outta Compton (2015, N.W.A), The Greatest Showman (2017, Π. Τ. Μπάρναμ), Bohemian Rhapsody (2018, Φρέντι Μέρκιουρι), The dirt: Οι Mötley Crüe εξομολογούνται (The Dirt, 2019, Mötley Crüe), Τζούντι (Judy, 2019, Τζούντι Γκάρλαντ), Rocketman (2019, Έλτον Τζον), Respect (2021, Αρίθα Φράνκλιν), Elvis (2022, Έλβις Πρίσλεϊ) και A Complete Unknown (2024, Μπομπ Ντίλαν). Με εισπράξεις άνω των 900 εκατομμυρίων δολαρίων στο box office, το Bohemian Rhapsody είναι η πιο επιτυχημένη εμπορικά μουσική βιογραφική ταινία. [10]

Ο σκηνοθέτης Ντάμιεν Σαζέλ γύρισε μια μουσική ταινία με τίτλο La La Land, με πρωταγωνιστές τους Ράιαν Γκόσλινγκ και Έμα Στόουν. Σκοπός του ήταν να επαναφέρει το παραδοσιακό στιλ τζαζ των τραγουδιών στα νούμερα με επιρροές από τη Χρυσή Εποχή του Χόλιγουντ και τα γαλλικά μιούζικαλ του Ζακ Ντεμί, ενσωματώνοντας παράλληλα μια μοντέρνα άποψη για την ιστορία και τους χαρακτήρες με ισορροπίες και προσγειωμένη πραγματικότητα. Η ταινίαέλαβε 14 υποψηφιότητες σττην τελετή των 89ων Βραβείων Όσκαρ, ισοφαρίζοντας το ρεκόρ για τις περισσότερες υποψηφιότητες με τις ταινίες Όλα για την Εύα (All About Eve, 1950) και Τιτανικός (Titanic, 1997), και κέρδισε βραβεία Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Α΄ Γυναικείου Ρόλου, Καλύτερης Φωτογραφίας, Καλύτερης Πρωτότυπης Μουσικής, Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού και Καλύτερου Σχεδιασμού Παραγωγής.

Ινδικές μουσικές ταινίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Image
Οι χοροί Μπόλιγουντ συνήθως ακολουθούν ή χορογραφούνται σύμφωνα με τραγούδια των αντίστοιχων ταινιών.

Μια εξαίρεση στην παρακμή των μουσικών ταινιών είναι ο ινδικός κινηματογράφος, ειδικά η κινηματογραφική βιομηχανία του Μπόλιγουντ με έδρα το Μουμπάι (πρώην Βομβάη), όπου οι περισσότερες ταινίες ήταν και εξακολουθούν να είναι μιούζικαλ. Η πλειονότητα των ταινιών που παράγονται στα Ταμίλ, με έδρα την Τσενάι (πρώην Μαντράς), είναι επίσης μιούζικαλ.

Παρά την εξαίρεση ότι σχεδόν κάθε ινδική ταινία είναι μιούζικαλ και ότι η Ινδία παράγει τις περισσότερες ταινίες στον κόσμο, η πρώτη ταινία Μπόλιγουντ που ήταν πλήρες μιούζικαλ, Dev D, κυκλοφόρησε το 2009.

Image
Το μελόδραμα και ο ρομαντισμός είναι κοινά συστατικά των ταινιών του Μπόλιγουντ. Στη φωτογραφία η ταινία Achhut Kanya (1936).

Ισπανικές μουσικές ταινίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ισπανία έχει ιστορία και παράδοση μουσικών ταινιών που γυρίστηκαν ανεξάρτητα από την επιρροή του Χόλιγουντ. Οι πρώτες ταινίες εμφανίζονται στη διάρκεια της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας τη δεκαετίας του 1930 με την έλευση των ομιλουσών ταινιών. Μερικές θαρθουέλες (ισπανικές οπερέταες) διασκευάστηκαν ακόμη και ως σενάρια την εποχή του βωβού κινηματογράφου. Οι απαρχές του ισπανικού μιούζικαλ επικεντρώθηκαν σε ρομαντικά ισπανικά αρχέτυπα: ανδαλουσιανά χωριά και τοπία, τσιγγάνοι, «μπαντολέρο» και άλλα δημοφιλή λαϊκά τραγούδια που συμπεριλήφθηκαν στην ανάπτυξη της ιστορίας. Αυτές οι ταινίες σημείωσαν ακόμη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία από τις πρεμιέρες του Χόλιγουντ στην Ισπανία. Οι πρώτοι Ισπανοί αστέρες του κινηματογράφου προήλθαν από το μουσικό είδος. Το ισπανικό μιούζικαλ άρχισε να επεκτείνεται και να αναπτύσσεται. Λόγω της ισπανικής μεταπολίτευσης, το μουσικό είδος μειώθηκε σε παραγωγή και εισπράξεις, και σώθηκε μόνο από τον Κάρλος Σάουρα και τις μουσικές του ταινίες φλαμένκο.

Σοβιετικές μουσικές ταινίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αντίθεση με τα μιούζικαλ του Χόλιγουντ και του Μπόλιγουντ, που ταυτίζονται ευρέως με την φυγή από την πραγματικότητα, το σοβιετικό μιούζικαλ ήταν πρώτα και κύρια μια μορφή προπαγάνδας. Ο Βλαντίμιρ Λένιν έλεγε ότι ο κινηματογράφος ήταν «η πιο σημαντική από τις τέχνες». Ο διάδοχός του, Ιωσήφ Στάλιν, αναγνώρισε επίσης τη δύναμη του κινηματογράφου στην αποτελεσματική διάδοση του δόγματος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Οι ταινίες ήταν ευρέως δημοφιλείς τη δεκαετία του 1920, αλλά ο ξένος κινηματογράφος ήταν αυτός που κυριαρχούσε στην σοβιετική κινηματογραφική αγορά. Οι ταινίες από τη Γερμανία και τις ΗΠΑ αποδείχθηκαν πιο διασκεδαστικές από τα ιστορικά δράματα του Σοβιετικού σκηνοθέτη Σεργκέι Αϊζενστάιν. [11] Τη δεκαετία του 1930, ήταν σαφές ότι, αν ο σοβιετικός κινηματογράφος επρόκειτο να ανταγωνιστεί τους δυτικούς ομολόγους του, θα έπρεπε να δώσει στο κοινό αυτό που ήθελε: την αίγλη και τη φαντασία που έπαιρνε από το Χόλιγουντ. [12] Η μουσική ταινία, που εμφανίστηκε εκείνη την εποχή, ενσάρκωσε τον ιδανικό συνδυασμό ψυχαγωγίας και επίσημης ιδεολογίας.

Μια πάλη μεταξύ του γέλιου για χάρη του γέλιου και ψυχαγωγίας με σαφές ιδεολογικό μήνυμα θα καθόριζε τη χρυσή εποχή του σοβιετικού μιούζικαλ των δεκαετιών του 1930 και του 1940. Ο τότε επικεφαλής της κινηματογραφικής βιομηχανίας Μπόρις Σουμιάτσκι προσπάθησε να μιμηθεί τη μέθοδο παραγωγής με ιμάντα μεταφοράς του Χόλιγουντ, φτάνοντας στο σημείο να προτείνει την ίδρυση ενός σοβιετικού Χόλιγουντ. [13]

Image
Volga-Volga, σκηνοθεσία Γκριγκόρι Αλεξάντροφ

Η πιο δημοφιλής ταινία της σύντομης εποχής των σταλινικών μιούζικαλ ήταν η ταινία του Volga-Volga (1938) του Γκριγκόρι Αλεξάντροφ. Πρωταγωνίστρια ήταν η Λιουμπόφ Ορλόβα και η ταινία περιείχε τραγούδι και χορό. Είναι η πιο ασυνήθιστη ταινία του είδους της. Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από μια ερωτική ιστορία μεταξύ δύο ατόμων που θέλουν να παίζουν μουσική. Δεν αντιπροσωπεύουν τις σοβιετικές αξίες, καθώς επικεντρώνονται περισσότερο στη μουσική τους παρά στη δουλειά τους. Τα αστεία της ταινίας κοροϊδεύουν τις τοπικές αρχές και τη γραφειοκρατία. Δεν υπάρχει εξύμνηση της βιομηχανίας, καθώς η ταινία λαμβάνει χώρα σε ένα μικρό αγροτικό χωριό. Ούτε η δουλειά εξυμνείται, καθώς η πλοκή περιστρέφεται γύρω από μια ομάδα χωρικών που χρησιμοποιούν τον χρόνο των διακοπών τους για να κάνουν ένα ταξίδι στον Βόλγα και το κανάλι της Μόσχας για να εμφανιστούν στη Μόσχα.

Το Volga-Volga ακολουθούσε τις αισθητικές αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού αλλά όχι και τις αντίστοιχες ιδεολογικές αρχές. Έγινε η αγαπημένη ταινία του Ιωσήφ Στάλιν και την έκανε δώρο στον Φραγκλίνος Ρούζβελτ στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι ένα ακόμη παράδειγμα μιας από τις ταινίες που ισχυρίζονταν ότι η ζωή είναι καλύτερη. Κυκλοφόρησε στο αποκορύφωμα των εκκαθαρίσεων του Στάλιν, παρείχε μια ευκαιρία διαφυγής και μια παρηγορητική ψευδαίσθηση για το κοινό. [14]


  1. «μιούζικαλ». Λεξικό της κοινής νεοελληνικής. Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. Ανακτήθηκε στις 4 Ιουλίου 2025.
  2. 1 2 3 4 5 6 «Film 1927-1930:Hollywood Learns to Sing». www.musicals101.com. Ανακτήθηκε στις 4 Ιουλίου 2025.
  3. '"Eyman, Scott. The Speed of Sound: Hollywood and the Talkie Revolution Simon & Schuster, 1997, p. 160
  4. Kenrick, John. "History of Musical Film, 1927-30: Part II". Musicals101.com, 2004, accessed May 17, 2010
  5. Kenrick, John. "History of Musical Film, 1930s Part II". Musicals101.com, 2004, accessed May 17, 2010
  6. The Big Broadcast of 1938 on imdb.con
  7. The Big Broadcast of 1938 - Awards on IMDb
  8. Szebin, Frederick C. (Οκτωβρίου 1998). «Roberta Collins:'Caged Heat'! Diary of a Drive-In Diva:Partyin' and Bustin'-Out with Pam Grier». Femme Fatales. Baltimore, Maryland: King Features Syndicate, Inc. σελ. 46. Ανακτήθηκε στις 28 Αυγούστου 2023.
  9. «Build my gallows high: Joshua Oppenheimer on The Act of Killing». British Film Institute (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 29 Απριλίου 2018.
  10. «Bohemian Rhapsody: Queen biopic surpasses $900m at box office». BBC. Ανακτήθηκε στις 15 Απριλίου 2019.
  11. Denise Youngblood. Movies for the Masses: Popular Cinema and Soviet Society in the 1920s (Cambridge: Cambridge University Press, 1992), 18
  12. Dana Ranga. "East Side Story" (Kino International, 1997)
  13. Richard Taylor, Derek Spring. Stalinism and Soviet Cinema (London: Routledge Inc., 1993), 75
  14. Svetlana Boym, Common Places (Cambridge MA: Harvard University Press, 1994), 200-201 and Birgit Beumers, A History of Russian Cinema (Oxford: Berg, 2009).
  • Hirschhorn, Clive (1991). The Hollywood Musical (2nd έκδοση). New York: Portland House. ISBN 978-0517060353. 
  • McGee, Mark Thomas. The Rock and Roll Movie Encyclopedia of the 1950s. Jefferson, N.C.: McFarland & Co., 1990. 0-89950-500-7.
  • Padva, Gilad. Uses of Nostalgia in Musical Politicization of Homo/Phobic Myths in Were the World Mine, The Big Gay Musical, and Zero Patience. In Padva, Gilad, Queer Nostalgia in Cinema and Pop Culture, pp. 139–172. Basingstock, UK and New York: Palgrave Macmillan, 2014. ISBN 978-1-137-26633-0.
  • Sennett, Ted (1981). Hollywood Musicals. New York: H.N. Abrams. ISBN 978-0810910751. 
  • Stern, Alan (21 Ιουλίου 1981). «A song and a dance: Why they don't make musicals like they used to». The Boston Phoenix. Ανακτήθηκε στις 9 Απριλίου 2024.