close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Λεύκιος Μάρκιος Φίλιππος (ύπατος το 56 π.Χ.)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Λεύκιος Μάρκιος Φίλιππος (ύπατος το 56 π.Χ.)
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
L. Marcius L.f.Q.n. Philippus (Λατινικά)
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Ρώμη
ΘρησκείαΘρησκεία στην αρχαία Ρώμη
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΛατινικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
στρατιωτικός
Οικογένεια
ΣύζυγοςΑτία Βάλβα (57 π.Χ.–42 π.Χ.)[1][2]
ΤέκναΛεύκιος Μάρκιος Φίλιππος (ύπατος το 38 π.Χ.)
Μαρκία[1][3]
Quintus Marcius Philippus
ΓονείςΛεύκιος Μάρκιος Φίλιππος (ύπατος το 91 π.Χ.)[4][1][5]
ΣυγγενείςΟκταβιανός Αύγουστος (θετός υιός) και Οκταβία η Νεότερη (θετή κόρη)
ΟικογένειαMarcii Philippi
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΡωμαίος έπαρχος
Πραίτορας
Ρωμαίος συγκλητικός (άγνωστη τιμή)[6]
Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (56 π.Χ.)[6]
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Λεύκιος Μάρκιος Φίλιππος, λατινικά: Lucius Marcius Philippus (γενν. πριν από το 102 π.Χ. [7]) ήταν πολιτικός και συγκλητικός στην ύστερη ρωμαϊκή Δημοκρατία. Ήταν κυβερνήτης της Συρίας από το 61 έως το 60, και αργότερα υπηρέτησε στην υπατεία του 56 π.Χ. Ήταν επίσης πατριός του Αυτοκράτορα Αυγούστου.

Ο Φίλιππος ισχυριζόταν καταγωγή από τον Ρωμαίο 4ο βασιλιά Άνκο Μάρκιο. Ήταν γιος του υπάτου του 91 π.Χ. και τιμητή (censor) του 86 π.Χ. ΛΕύκιου Μάρκιου Φιλίππου.[8] Επίσης είχε έναν αδελφό, τον Κόιντο, που υπηρέτησε ως ανθύπατος της Κιλικίας από το 47 ως το 46 π.Χ..[9]

Το πρώτο του γνωστό αξίωμα ήταν αυτό του πραίτορα το έτος 62 π.Χ. [10] Μετά την οργάνωση της Ρωμαϊκής Συρίας, που αποσπάστηκε ως επαρχία από την αυτοκρατορία των Σελευκιδών από τον Πομπήιο το 64 π.Χ., διοικούνταν από δύο αντικαταστάτες πραίτορες (propraetors) κυβερνήτες. Ο Φίλιππος ήταν ένας από αυτούς. [11] Διαδέχθηκε τον Mάρκο Αιμίλιο Σκαύρο, ο οποίος είχε κυβερνήσει την επαρχία ως αντικαταστάτης ταμίας του πραίτορα (proquaestor pro praetore) του Πομπήιου. Ο Φίλιππος υπηρέτησε εκεί δύο χρόνια, από το 61 έως 60 π.Χ. [12]

Το 56 π.Χ. ανέλαβε το αξίωμα του υπάτου με συνάδελφό του τον Γναίο Κορνήλιο Λέντουλο Μαρκελλίνο. [13] Πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους, υποστήριξαν τη δίκη του Πόπλιου Κλόδιου Πούλχερ πριν από τις εκλογές των αγορανόμων (aediles). Είχαν εξασφαλίσει ένα συγκλητικό διάταγμα για τον σκοπό αυτό, αλλά μετά από έντονες αντιρρήσεις από τους συμμάχους τού Κλόδιου στη Σύγκλητο –συμπεριλαμβανομένου του Κόιντου Καικίλιου Μέτελλου Νέπωτα (τότε υπάτου) και του Γάιου Πόρκιου Κάτο (τριβούνου)– καταρρίφθηκε εν μέσω διαδηλώσεων από τους υποστηρικτές του Κλόδιου. [14] Εκείνη τη χρονιά, ο Μαρκελλίνος επιτέθηκε σφοδρές ομιλίες κατά του Καίσαρα και του Πομπήιου, τις οποίες υποστήριξε ο Φίλιππος. Οι ύπατοι μαζί αντιτάχθηκαν στην επέκταση της γαλατικής διοίκησης του Καίσαρα και στους στόχους της λεγόμενης Α΄ Τριανδρίας και των μελών της. [15]

Όταν ο Κράσσος και ο Πομπήιος αποφάσισαν να διεκδικήσουν την υπατεία του 55 π.Χ., ο Φίλιππος και ο Μαρκελλίνος τους αντιτάχθηκαν. «Μόνο με την απελπιστική αναβολή των εκλογών για το επόμενο έτος», σε συνδυασμό με τις τακτικές εκφοβισμού με ισχυρά όπλα και την αποστολή των ανδρών του από τον Καίσαρα για να ψηφίσουν στη Ρώμη, μπόρεσαν ο Κράσσος και ο Πομπήιος να ξεπεράσουν τη σημαντική αντίθεση εναντίον τους, και να κερδίσουν τις εκλογές ως ύπατοι στα τέλη Ιανουαρίου 55 π.Χ. [16]

Την επόμενη χρονιά, το 54 π.Χ., ο Φίλιππος ενώθηκε με τον Κλόδιο, τον Κικέρωνα, τη Μίλωνα, τον Πομπήιο και ορισμένους άλλους ανώτερους πολιτικούς (συμπεριλαμβανομένων εννέα πρώην υπάτων) στην υπεράσπιση του Μάρκου Αιμίλιου Σκαύρου με την κατηγορία των επαναλήψεων (repetundae). Ο Σκαύρος, καλώντας τις διασυνδέσεις σε όλη την αριστοκρατία –«καμία άλλη δίκη στη Δημοκρατία δεν προκάλεσε τη συμμετοχή τόσων διακεκριμένων και διαφορετικών ατόμων»[17]– αθωώθηκε συντριπτικά. [18]

Λίγο μετά τα 59 π.Χ. και πιθανώς και μετά την υπατεία του το 56 π.Χ., ο Φίλιππος ενώθηκε σε μια με γάμο συμμαχία με τον Γάιο Ιούλιο Καίσαρα μέσω της ανιψιάς εκείνου Ατίας Βάλβας. [19] Αυτός ο γάμος τον έκανε θετό πατέρα της Οκταβίας της Νεότερης και του Γάιου Οκταβιανού (μελλοντικού Ρωμαίου Αυτοκράτορα Αυγούστου). [20]

Στο 49 π.Χ. οι εντάσεις ανάμεσα στον Ιούλιο Καίσαρα και τη Σύγκλητο, με επικεφαλής τον Πομπήιο, μετατράπηκαν σε ανοιkτό πόλεμο. Παραβλέφθηκε ση διοίκηση από τους αντι-καισαρικούς στις αρχές Ιανουαρίου 49 π.Χ., λόγω της οικογενειακής του σχέσης με τον Καίσαρα. [21] Όταν οι οπαδοί του Πομπήιου ζήτησαν από όλους τους συγκλητικούς να εκκενώσουν την Ιταλία και να τους ακολουθήσουν πέρα από την Αδριατική, [22] ο Φίλιππος ζήτησε και έλαβε μια «ειδική άδεια» από τον Καίσαρα για να εγκατασταθεί –πιθανόν εκτός Ιταλίας– ως ουδέτερος, κάτι που ήταν «απίθανο να τον έκανε αγαπητό στους οπαδούς του Πομπήιου». [23] Ο Φίλιππος και ο Καίσαρας είχαν οικογενειακούς δεσμούς με τον γάμο του Φιλίππου με την Ατία Βάλβα.

Μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα στις 15 Μαρτίου 44 π.Χ., ο θετός γιος τού Φιλίππου, Γάιος Οκταβιανός, επέστρεψε στην Ιταλία και έλαβε είδηση για την υιοθεσία του από τον Καίσαρα με τη διαθήκη εκείνου. Ο Φίλιππος τον συμβούλεψε προσεκτικά να απορρίψει την κληρονομιά, αλλά ο Οκταβιανός δήλωσε την αποδοχή της, εισάγοντάς τον στην πολιτική ζωή. [24]

Κατά τη διάρκεια του σύντομου πολέμου μεταξύ της Συγκλήτου, με επικεφαλής τον Κικέρωνα, και τον Μάρκο Αντώνιο, η Σύγκλητος έστειλε μια πρεσβεία ειρήνης τριών ανδρών, συμπεριλαμβανομένου του Φίλιππου, στον Αντώνιο, προτρέποντάς τον να αποσυρθεί από την Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία και να δεχτεί τη συγκλητική μεσολάβηση υπό την απειλή πολέμου. [25] Ο Κικέρων επέκρινε την αμφισβήτηση του τελεσίγραφου στον Έβδομο Φιλιππικό λόγο του και τα αντίθετα αιτήματα του Αντώνιου απορρίφθηκαν, επισπεύδοντας την ψήφιση μίας τελεσίδικης απόφασης της Συγκλήτου (Senatus consultum ultimum) και την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης. [26] Ο πόλεμος έληξε με συγκλητική ήττα: αφού οι στρατοί της Συγκλήτου (με επικεφαλής τους δύο υπάτους και τον Οκταβιανό) νίκησαν τον Αντώνιο στη μάχη της Μουτίνα, ο Οκταβιανός ανέλαβε τη διοίκηση στη θέση των υπάτων, που είχαν αποβιώσει στη μάχη, και συμμάχησε με τον Αντώνιο εναντίον της Συγκλήτου για να ιδρύσει τη Δεύτερη Τριανδρία.

Οι συνθήκες γύρω από το τέλος του είναι άγνωστες, αλλά εικάζεται ότι απεβίωσε λίγα χρόνια μετά το τέλος του Καίσαρα.

Η Aτία Βάλβα απεβίωσε το καλοκαίρι του 43 π.Χ. σύμφωνα με τον Οβίδιο, ο Φίλιππος αργότερα νυμφεύτηκε μια από τις αδελφές της Aτίας Βάλβας, αλλά αυτό θεωρείται γενικά λάθος. Ο Φίλιππος που νυμφεύτηκε την αδελφή της Aτίας Βάλβας, ήταν στην πραγματικότητα γιος του, ο αντικαταστάτης ύπατος (consul syffectus) του 38 π.Χ. [27] Ο πρεσβύτερος Φίλιππος έζησε σε μεγάλη ηλικία και ο Αύγουστος τον αντάμειψε για τη συνεχή πίστη του.

Ο Φίλιππος είχε έναν γιο, τον Λεύκιο Μάρκιο Φίλιππο, και μια κόρη, τη Mαρκία. [28] Ο γιος του νυμφεύτηκε την αδελφή τής θετής μητέρας του, την Aτία, και αργότερα έγινε ύπατος το 38 π.Χ. και στη συνέχεια ανθύπατος για την Ισπανία. [12] Η κόρη του παντρεύτηκε τον Μ. Π. Κάτωνα τον Νεότερο και τον Κόιντο Ορτένσιο. [29]

  1. 1 2 3 «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 2303. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  2. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 3884. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  3. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 3883. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  4. «Marcii» (Ρωσικά)
  5. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1764. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  6. 1 2 Thomas Robert Shannon Broughton: «The Magistrates of the Roman Republic» (Αγγλικά) Αμερικανική Φιλολογική Εταιρεία. 1951. ISBN-10 0-89130-812-1.
  7. Sumner 1971, σελ. 252.
  8. Sumner 1971· Broughton 1952.
  9. «Q. Marcius (83) L. f. Pap. Philippus». Digital Prosopography of the Roman Republic. Ανακτήθηκε στις 14 Ιουλίου 2022.
  10. Broughton 1952, σελ. 173.
  11. Wiseman 1992, σελ. 391.
  12. 1 2 Broughton 1952.
  13. Broughton 1952, σελ. 207.
  14. Gruen 1995, σελ. 296.
  15. Gruen 1995, σελ. 146.
  16. Gruen 1995, σελ. 147.
  17. Gruen 1995.
  18. Gruen 1995, σελ. 336.
  19. Gruen 1969, σελ. 98 n. 119.
  20. Morstein-Marx 2021, σελ. 558.
  21. Morstein-Marx 2021, σελ. 357.
  22. Morstein-Marx 2021, σελ. 355.
  23. Morstein-Marx 2021, σελ. 357 n. 160.
  24. Rawson 1992, σελ. 471.
  25. Rawson 1992· Broughton 1952.
  26. Rawson 1992, σελ. 481.
  27. Zmeskal 2009.
  28. Zmeskal 2009, σελ. 184
  29. Zmeskal 2009, σελ. 184.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]