Βομβαρδισμός του Πειραιά
| Το λήμμα παραθέτει τις πηγές του αόριστα, χωρίς παραπομπές. |
Ο μεγάλος βομβαρδισμός του Πειραιά έλαβε χώρα στις 11 Ιανουαρίου του 1944, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Βομβαρδισμοί μικρότερης κλίμακας είχαν αρχίσει ήδη από τον προηγούμενο χρόνο, από τις συμμαχικές δυνάμεις (Βρετανοί και Αμερικανοί). Ο βομβαρδισμός της 11ης Ιανουαρίου 1944 ήταν ο πλέον καταστροφικός από δεκάδες βομβαρδισμούς που δέχθηκε η πόλη από τις αρχές του πολέμου. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής, από τις 6 έως τις 27 Απριλίου 1941, έγιναν 55 αεροπορικές επιδρομές από τη γερμανική αεροπορία με κυριότερο εκείνης της φάσης, τον βομβαρδισμό του κεντρικού λιμανιού της 6ης Απριλίου 1941. Στη συνέχεια, μετά τη γερμανική εισβολή πραγματοποιήθηκαν 161 βομβαρδισμοί από την αεροπορία των Συμμάχων, έως την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων με επίσης ιδιαίτερα καταστροφικό, αυτόν του Κερατσινίου στις 14 Δεκεμβρίου 1943.[1][2]
Χρονικό
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Από τις αρχές του 1942,, και με αυξανόμενη ένταση το 1943-1944, οι Σύμμαχικές Δυνάμεις είχαν αρχίσει τους συστηματικούς βομβαρδισμούς στις γερμανικές και στις κατεχόμενες από τον Άξονα πόλεις, στα κύρια οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα του και στις βιομηχανικές υποδομές. Σε αυτό το πλαίσιο οι εγκαταστάσεις που στήριζαν τη γερμανική μηχανή στην Ελλάδα χτυπήθηκαν από τον αέρα, καθ' όλη εκείνη την περίοδο από την βρετανική RAF και την αμεικανική USAF. Τα αεροδρόμια στο Χασάνι (Ελληνικό), στην Ελευσίνα και στο Τατόι, ο ναύσταθμος της Σαλαμίνας και το λιμάνι του Πειραιά με τις εκτεταμένες βιομηχανικές-περίπου τριάντα πειραϊκά εργοστάσια είχαν επιταχθεί ή συνεργάζονταν για τις ανάγκες της Βέρμαχτ - ναυπηγικές και λιμενικές υποδομές αποτέλεσαν κρίσιμυςοπολεμικούς στόχους. [3] Σύμφωνα με την καταγραφήτων πολεμικών καταστροφών του Υφυπουργείου Ανοικοδομήσεως και του Κωνσταντίνου Δοξιάδ ηηυοποία δημοσιεύθηκε το 1945 και κατετέθη επίσημα στον νεοιδρυθέντα ΟΗΕ,από την ελληνική κυβέρνηση, ο Πειραιάς δέχθηκε τη μεγαλύτερη επίθεση από αέρα, αλλά δεν ήταν η μόνη πόλη που χτυπήθηκε. Βομβαρδίστηκαν συνολικά 15 ελληνικά λιμάνια, η Θεσσαλονίκη, ο Βόλος, το Λαύριο, η Ερμούπολη, η Σάμος αλλά και πόλεις της ενδοχώρας όπως η Λάρισα και τα Ιωάννινα.[4]
Το πρωί της 11ης Ιανουαρίου, ένας μεγάλος σχηματισμός αμερικανικών βομβαρδιστικών της 5ης Πτέρυγας Μάχης της 15ης Αεροπορικής Στρατιάς, που απογειώθηκε από τη Φότζια της Ιταλίας έριξε στον Πειραιά τουλάχιστον 100 βόμβες καταμεσήμερο, μεταξύ των ωρών 12.35 και 13.43 ενώ η πόλη βρισκόταν σε πλήρη λειτουργία.
Κατά τον βομβαρδισμό αμερικανικά αεροσκάφη, δέχτηκαν επίθεση από γερμανικά καταδιωκτικά. Δύο αμερικανικά αεροσκάφη χτυπήθηκαν γερμανικά πυρά. Με τη βοήθεια όμως των αμερικανικών καταδιωκτικών, τα οποία απέτρεψαν την επίθεση, τα βομβαρδιστικά συνέχισαν το έργο τους, μέχρι τις 13:43. Η δεύτερη επίθεση, ήταν αυτή των Βρετανών στις 19:22 μέχρι τις 21:40 το βράδυ. Αυτοί οι βομβαρδισμοί έπληξαν κυρίως στρατιωτικούς στόχους και επέφεραν πολλούς θανάτους. Ο τελευταίος έγινε στις 21:57 με 23:15 το βράδυ της ίδιας μέρας, από την αγγλική αεροπορία. Ήταν σίγουρα πολύ πιο εύστοχη, αφού για τη βύθιση ενός γερμανικού πλοίου ανοικτά της Ψυττάλειας χρειάστηκαν μόνον τρεις εμπρηστικές βόμβες. Η επιδρομή ταυτόχρονα ήταν και πιο δύσκολη λόγω των πυρών που δέχονταν από το όρος Αιγάλεω, επάνω από το Πέραμα και το Κερατσίνι, όπως και από τον λόφο του Προφήτη Ηλία στην Καστέλλα.

Αποτελέσματα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο τελικός απολογισμός σε θανάτους κυμαίνεται. Από πρόσφατες έρευνες έχουν ταυτοποιηθεί 546 νεκροί του βομβαρδισμού.[3] Επίσημος απολογισμός των νεκρών δεν υπήρξε ποτέ. Στο μνημείο του Α' Δημοτικού Νεκροταφείου Πειραιά, στην Ανάσταση αναφέρονται τα ονόματα 492 νεκρών , ενώ άγνωστος είναι ο αριθμός των νεκρών που μεταφέρθηκαν στο Α' και Γ Νεκροταφείο Αθηνών.[1] Η βιβλιογραφία[5] εκτιμά ότι υπήρξαν 700-800 νεκροί παρότι στις εφημερίδες της Κατοχής την αμέσως επόμενη ημέρα δημοσιεύεται αναφορά για περισσότερους από 2.000 νεκρούς [6] η οποία εκτιμάται ότι είναι υπερβολική καθώς ήταν αδύνατον να έχει υπάρξει καταμέτρηση σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Οι υλικές καταστροφές επεκτάθηκαν στο κέντρο του Πειραιά και στις συνοικίες. Σοβαρές ζημιές είχαν επτά ναοί, εκατοντάδες οικίες, ο Τινάνειος κήπος, η Εμπορική Σχολή, το εργοστάσιο σαπουνιού Παπουτσάνη, τα Λιπάσματα Δραπετσώνας, το κτήριο της Ηλεκτρικής εταιρείας, της οποίας το καταφύγιο καταπλάκωσε 65 μαθήτριες και τις δασκάλες τους, από τη Δημοτική Οικοκυρική Σχολή Πειραιά, το Μέγαρο του ΙΚΑ και πολλά άλλα. Ο "Ηλεκτρικός" Σιδηροδρομικός Σταθμός Πειραιά υπέστη σοβαρές ζημιές, ενώ γύρω κτήρια κατεστράφησαν εντελώς. Στην Ελληνογαλλική Σχολή Ζαν ντ'Αρκ, η Μητέρα Θηρεσία Jonguenet βρήκε τραγικό θάνατο κάτω από τα ερείπια και η Αδελφή Βαλεντίν τραυματίστηκε θανάσιμα. Ανελέητα βομβαρδίστηκαν οι περιοχές του Περάματος, της Κοκκινιάς, της Δραπετσώνας, του Κερατσινίου και του Αγίου Διονυσίου.

Χάρη στις σύγρονες των γεγονότων καταγραφές του Ιωάννη Μελετόπουλου[7] του 1945 και του Κωνσταντίνου Δοξιάδη ο οποίος χαρτογράφησε τις καταστροφές αμέσως μετά τους βομβαρδισμούς[4], όπως και του ΟΛΠ[8] αποτυπώθηκαν οι εκτεταμένες καταστροφές στον αστικό ιστό του Πειραιά, με την ένταση των πληγμάτων να διαφοροποιείται ανά συνοικία. Οι περιοχές που υπέστησαν τις σοβαρότερες ζημιές, σε ποσοστό που άγγιξε το 90%, περιλάμβαναν την οδό Αγίου Διονυσίου, τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, την οδό Μακράς Στοάς, καθώς και τις ακτές Τζελέπη και Μανίνα. Σημαντικές απώλειες της τάξεως του 80% σημειώθηκαν στην Ακτή Μιαούλη και στη Δραπετσώνα, στο τμήμα άνωθεν των μόνιμων κτιστών δεξαμενών.
Παράλληλα, η περιοχή της Ευγένειας (πάνω από τα Σφαγεία) και το εργοστάσιο των Σ.Ε.Κ. επλήγησαν κατά 50%, ενώ στη Λεύκα και τον Καραβά οι ζημιές εκτιμήθηκαν στο 30%. Ηπιότερη, αλλά εξίσου σημαντική, υπήρξε η καταστροφή στην περιοχή του Δημοτικού Θεάτρου, στην Αγία Τριάδα και στο τμήμα άνωθεν της οδού Χατζηκυριακού, όπου το ποσοστό των απωλειών ανήλθε στο 25%.
Συνολικά, ο απολογισμός των κτιριακών υποδομών κατέγραψε την ολοσχερή καταστροφή 669 λιθόκτιστων και 2.520 πλινθόκτιστων οικοδομών. Επιπλέον, 503 κτίρια κρίθηκαν ημικατεστραμμένα, ενώ ακόμη 1.121 οικήματα υπέστησαν ελαφρότερες βλάβες από τη ρίψη των βομβών. Εμβληματική υπήρξε η περίπτωση του ναού της Αγίας Τριάδας, ο οποίος καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς. Μεταπολεμικά φωτογραφικά τεκμήρια καταδεικνύουν το μέγεθος της καταστροφής του ναού, καθώς από το οικοδόμημα διασώθηκε όρθιος μόνο ένας τοίχος της όψης, με το υπόλοιπο κτίσμα να έχει καταρρεύσει πλήρως. Οι πολεμικές ζημιές στον λιμένα ήταν εκτεταμένες: Ολική ή μερική καταστροφή 12 αποθηκών, λιμενικών υποστέγων και του Σιλό Σιτηρών. Καταστράφηκε το 26% των κρηπιδωμάτων (1.800 μέτρα) και το σύνολο σχεδόν των γερανών φορτοεκφότωσης. Σημαντικές υποδομές, όπως το ναυπηγείο Βασιλειάδη, και οι μόνιμες κτιστές δεξαμενές υπέστησαν μεγάλη καταστροφή. Επιπλέον, ο δίαυλος της εισόδου του λιμένα παρέμενε κλειστός λόγω των ναυαγίων από τον βομβαρδισμό του 1944.[9]
Η προπαγάνδα των κατοχικών αρχών
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο τότε διορισμένος από τους Γερμανούς πρωθυπουργός Ι. Ράλλης, ύστερα από τον σφοδρό βομβαρδισμό προχώρησε σε δηλώσεις οι οποίες εμφάνιζαν τους Συμμάχους ως εγκληματίες πολέμου σημειώνοντας "...Από τα διαπιστωθέντα αποτελέσματα της επιδρομής προκύπτει ότι αυτή ήτο προμ μελετημένη και εστρέφετo αποκλειστικώς κατά του άμαχου πληθυσμού..." [10]. Οι δηλώσεις αυτές, οι ειδήσεις στις λογοκριμένες από τις αρχές Κατοχής εφημερίδες, μαζί με τις με τις μεγάλες αστοχίες του βομβαρδισμού λόγω νέφωσης, δημιούργησαν έναν μύθο. Ο βομβαρδισμός έπληξε ολόκληρες συνοικίες γύρω από το λιμάνι και τα εργοστάσια, κάνοντας την επίθεση να φαντάζει αδικαιολόγητη. [11]
Αυτό που προκύπτει από το χρονικό και την κατάσταση του πολέμου το 1944, είναι ότι ο στόχος των Συμμάχων ήταν στρατηγικός. Επέδραμαν κατά του ισχυρότερου λιμενοβιομηχανικού κέντρου των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου. Η περιοχή αυτή ήταν ζωτικής σημασίας για την παραγωγή και τις μεταφορές της γερμανικής πολεμικής μηχανής. Το αποτέλεσμα ήταν εκτός από την καταστροφή των υποδομών του Άξονα, οι τεράστιες ανθώπινες και υλικές απώλειες.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 Μπελαβίλας, Νίκος. Ιστορία της πόλης του Πειραιά. 19ος-20ος αιώνας. Αθήνα: Αλεξάνδρεια. σελ. 400-407. ISBN 978-960-221-895-2.
- ↑ Φωτάκης, Ζήσης (09-01-2011). «Ο στρατηγικός σχεδιασμός του πολέμου στον αέρα». Η Καθημερινή. Ανακτήθηκε στις 29-03-2026. Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο:
|accessdate=, |ημερομηνία=(βοήθεια) - 1 2 Χαραλαμπίδης, Μενέλαος· Δόρδανάς, Στράτος Ν. Η μακρά νύχτα της Κατοχής. Ανθρώπινες απώλειες και υλικές καταστροφές στην κατεχόμενη Ελλάδα (1941-1944). Αθήνα: Αλεξάνδρεια. σελ. 37. ISBN 978-618-223-109-8.
- 1 2 Δοξιάδης, Κωνσταντίνος. Αι θυσίαι της Ελλάδος στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αθήναι: Υφυπουργείον Ανοικοδομήσεως.
- ↑ Χατζημανωλάκης, Γιάννης Ε. (1989). Το λιμάνι του Πειραιά στβ διαδρομή των αιώνων. Πειραιάς: Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς. σελ. 146-155.
- ↑ «Πλήρης περιγραφή της κολάσεως που εδημιούργησεν στον Πειραιά η τρομοκρατική επιδρομή.». Εφημερίδα "Ακρόπολις". 13.1.1944.
- ↑ Μελετόπουλος, Ιωάννης. Πειραϊκά. Αθήναι: Τύποις: Γ.Π.Ξένου, Αθήναι. σελ. 138.
- ↑ Ο.Λ.Π..Λιμήν Πειραιώς. Κατάστασις του Λιμένος κατά την Απελευθέρωσιν στο Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς. Ιστορικό Αρχείο Ο.Λ.Π.. Η εξέλιξις του λιμένος Πειραιώς κατά τον 20ο αιώνα. Εκατό χρόνια ανάπτυξης (1911-2011). Πειραιάς.
- ↑ Griffiths, S.E., Col. D.W. District Engineer,. Completion Report, Piraeus Harbor, Greece. Athens, Greece. (χ.χ.): Corps of Engineers, Department of the Army, North Atlantic Division, Grecian District. σελ. 1.
- ↑ «Ο συμμαχικός βομβαρδισμός του Πειραιά». Αρχείο Ιστορικής Μνήμης της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.
- ↑ Μαλαγκονιάρης, Σταύρος. «Ο φοβερός βομβαρδισμός στο κέντρο του Πειραιά έγινε στα «τυφλά»». Εφημερίδα των Συντακτών.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ΠΑΠΥΡΟΣ LAROUSSE BRITANICA 42. Larousse. σελ. 27.
- «Ο συμμαχικός βομβαρδισμός του Πειραιά 11 Γενάρη του 1944».
- «Οι Πειραιώτες πανηγύριζαν με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό. Μετά ξεκίνησε ο σφοδρότερος βομβαρδισμός στην Ελλάδα από την αμερικανική αεροπορία. Το τραγικό τέλος των εγκλωβισμένων στα καταφύγια».